Τετάρτη, 7 Απριλίου 2010

ΚΑΘΕ ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ ΕΡΓΟ ΤΕΧΝΗΣ ΜΑΣ ΔΙΝΕΙ ΜΙΑ ΝΕΑ ΑΠΟΨΗ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ

ΣΤΡΑΤΕΥΜΕΝΗ ΤΕΧΝΗ Η ΤΕΧΝΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΕΧΝΗ;



Με τον όρο «στρατευμένη τέχνη» χαρακτηρίζουμε συνήθως τα έργα που έχουν ολοφάνερα στρατευθεί στην υπηρεσία ενός συγκεκριμένου πολιτικού στόχου. Με άλλα λόγια, πρόκειται για έργα που έχουν γραφεί με βάση έναν προκαθορισμένο στόχο και όλη τους η προσπάθεια συνίσταται στο να προπαγανδίσουν μια ορισμένη ιδεολογία. Όπως έχει δείξει η ιστορία, τις περισσότερες φορές που ο δημιουργός θέτει τον εαυτό του και το έργο του στην υπηρεσία στόχων εντελώς ξένων προς την τέχνη, το αποτέλεσμα είναι κατώτερο των προσδοκιών. Η εξήγηση είναι απλή: ο δημιουργός αυτός χάνει ουσιαστικά την ελευθερία του, που είναι μια από τις πιο βασικές προϋποθέσεις για να μπορέσει να υπάρξει η τέχνη. Η στράτευση, είτε είναι εθελούσια είτε αναγκαστική, του επιβάλλει περιορισμούς και δεσμεύσεις που αναιρούν και ακυρώνουν την όλη καλλιτεχνική προσπάθεια.
Διευρύνοντας κάπως την έννοια της στρατευμένης λογοτεχνίας είμαστε αναγκασμένοι να παραδεχθούμε ότι στην πραγματικότητα δεν υπάρχει έργο που να μην είναι στρατευμένο. Κάθε συγγραφέας έχει ορισμένες ιδέες για τους ανθρώπους και τον κόσμο, τις οποίες συνειδητά ή ασυνείδητα προβάλλει μέσα από το έργο του. Αυτό είναι κάτι που δεν μπορεί να το αποφύγει. Έτσι, κάθε σημαντικό έργο τέχνης μας δίνει μια νέα άποψη για τον κόσμο γύρω μας και αυτό δεν μπορεί με κανένα τρόπο να θεωρηθεί αρνητικό στοιχείο. Η διαφορά είναι ότι στην περίπτωση της στρατευμένης τέχνης ο δημιουργός υποτάσσει το έργο του στις ιδέες και αφήνεται να καθοδηγηθεί από αυτές, με αποτέλεσμα να προδίδει το βασικό στόχο του έργου τέχνης, που είναι πρώτα απ’ όλα αισθητικής και καλλιτεχνικής φύσεως. Στην δεύτερη περίπτωση, που απλώς εκφράζει την εποχή του, οι ιδέες οι οποίες περνούν μέσα από το έργο του δεν είναι ο πρώτιστος στόχος. Το έργο, επομένως, λειτουργεί πρώτα ως καλλιτεχνικό προϊόν, δηλαδή ως έργο τέχνης, και έπειτα ως φορέας ιδεών.


Ο όρος «τέχνη για την τέχνη» αποτελεί κατά λέξη μετάφραση του αντίστοιχου γαλλικού όρου «l’ art pour art» και προσπαθεί να εκφράσει με τρόπο λακωνικό μια ορισμένη άποψη για την τέχνη: ότι, δηλαδή, κάθε έργο τέχνης χαρακτηρίζεται από αυτάρκεια και αυτονομία. Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με τους υποστηρικτές αυτής της άποψης, το έργο τέχνης αποτελεί έναν ξεχωριστό κόσμο, μοναδικό και ανεπανάληπτο, με δική του συνοχή, και, συνεπώς, είναι ένα αντικείμενο που πρέπει να το απολαμβάνουμε καθαυτό χωρίς καμία αναφορά σε οποιοδήποτε εξωτερικό στοιχείο. Με άλλα λόγια, η τέχνη δε χρησιμεύει σε κάτι, δεν είναι ένα μέσο για να φτάσουμε σε κάποιον άλλο εξωτερικό στόχο, αλλά είναι ταυτόχρονα μέσο και στόχος. Σε ό,τι αφορά τη λογοτεχνία, ο όρος «τέχνη για την τέχνη» αναφέρεται κυρίως στην ποίηση, ειδικά τη συμβολική ή τη λεγόμενη καθαρή ποίηση. Στη Γαλλία για παράδειγμα, ποιητές όπως ο Μπωντλέρ, αντιμετωπίζουν την ποίηση ως μια προσπάθεια βίωσης της καθαρής ομορφιάς μέσα από το ρυθμό και τις λέξεις, με πλήρη αδιαφορία για τα εξωτερικά στοιχεία. Με αυτή την έννοια η εμπειρία της ποίησης είναι αυτοσκοπός και η ποιητική αξία συνδέεται αποκλειστικά με την αισθητική απόλαυση και όχι με την πραγματικότητα, με την οποία το ποίημα δε συναντιέται ποτέ, αφού είναι ένας αυτόνομος, παράλληλος κόσμος, με δικούς του κανόνες. Οι ιδέες αυτές είχαν πολύ μεγάλη απήχηση μεταξύ των λογοτεχνών στις αρχές του 20ου αιώνα, οι οποίοι υποστήριξαν σθεναρά την άποψη ότι τα λογοτεχνικά κείμενα συνιστούν κόσμους αυτόνομους και αυτάρκεις και προσφέρονται μόνο για εσωτερική μελέτη.
(αποσπάσματα από το ΛΕΞΙΚΟ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΩΝ ΟΡΩΝ)