Παρασκευή, 9 Απριλίου 2010

Πρέπει ν’ αναζητήσουμε τον άνθρωπο όπου κι αν βρίσκεται

ΓΙΩΡΓΟΥ ΣΕΦΕΡΗ η ομιλία του στη Στοκχόλμη την ημέρα που τιμήθηκε με το ΝΟΜΠΕΛ Λογοτεχνίας 1963 (βιβλίο ΕΚΦΡΑΣΗΣ/ έκθεσης Γ΄ Λυκείου σελ. 234)


ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΟ σχόλιο:
Η ΠΙΣΤΗ ΣΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ ΕΧΕΙ ΠΕΡΑΣΕΙ και στο νεοελληνικό λόγο: στοιχεία που έχουν σχέση με τη ΓΛΩΣΣΑ, την ΠΑΡΑΔΟΣΗ, την ΑΝΘΡΩΠΙΑ, τη ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ, τη ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ, αποδεικνύουν του λόγου το αληθές


Επικεφαλίδες
Ο πολιτισμός και η φιλοσοφία της αρχαίας Ελλάδας είχαν χαρακτήρα ΑΝΘΡΩΠΟΚΕΝΤΡΙΚΟ: αυτή είναι η ειδοποιός διαφορά που τον ξεχωρίζει από τις αξίες άλλων πολιτισμών.


«Ο Παρθενώνας είναι ένα σπίτι πρόσφορο για μιαν ανθρωπότητα ήρεμη, άνετη, ωραία οργανωμένη, σίγουρη για τον εαυτό της και για τον κόσμο γύρω της»


ΑΝΘΡΩΠΟΚΕΝΤΡΙΚΗ και η ΠΟΛΙΤΙΚΗ στην αρχαία Ελλάδα, γι’ αυτό κατέκτησε το πιο ανθρώπινο πολίτευμα, τη ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
α] «Δούλος είναι εκείνος που δεν μπορεί να εκφράσει τη σκέψη του» (ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ)
β] «Η Αθήνα ήταν μια πολιτεία λόγων, όπου οι λέξεις μετρούσαν περισσότερο από τα τείχη» (DROIT) και
γ] «αφήστε το άτομο ελεύθερο και να έχετε εμπιστοσύνη ότι θα κάνει συνειδητά το καθήκον του»


ΑΝΘΡΩΠΟΚΕΝΤΡΙΚΗ και η ΘΡΗΣΚΕΙΑ: «Οι σκοτεινοί θεοί της ΑΝΑΤΟΛΗΣ φιλτράρονται από τους διαύλους της ελεύθερης σκέψης του και εξανθρωπίζονται. Μπροστά τους ο Έλληνας στεκόταν όρθιος. Δε γονάτιζε να τους προσκυνήσει. «Το προσκύνημα ταπείνωνε και το Θεό που το δεχόταν και τον άνθρωπο που το καταδεχόταν».


«Το ΓΝΩΘΙ ΣΑΥΤΟΝ είναι εντολή χίλιες φορές ευρύτερη και ουσιαστικότερη από τις εντολές που έρχονται από την ΑΝΑΤΟΛΗ. Αυτές προέρχονται από λαούς που περιμένουν Μεσσίες, για να τους σώσουν. Οι Έλληνες δεν υποτάσσονται στην ιδέα του μεσσιανισμού, γιατί ξέρουν να σκέφτονται και γιατί έχουν πίστη στον άνθρωπο» (Φ. Πολίτης)


Το κείμενο τη ομιλίας του Σεφέρη:
Τούτη την ώρα αισθάνομαι πως είμαι ο ίδιος μια αντίφαση. Αλήθεια, η ΣΟΥΗΔΙΚΗ ΑΚΑΔΗΜΙΑ έκρινε πως η προσπάθειά μου σε μια γλώσσα περιλάλητη επί αιώνες, αλλά στην παρούσα μορφή της περιορισμένη, άξιζε αυτή την υψηλή διάκριση. Θέλησε να τιμήσει τη γλώσσα μου, και να – εκφράζω τώρα τις ευχαριστίες μου σε ξένη γλώσσα. Σας παρακαλώ να μου δώσετε τη συγνώμη που ζητώ πρώτα- πρώτα από τον εαυτό μου.
Ανήκω σε μια χώρα μικρή. Ένα πέτρινο ακρωτήρι στη Μεσόγειο, που δεν έχει άλλο αγαθό παρά τον αγώνα του λαού, τη θάλασσα και το φως του ήλιου. Είναι μικρός ο τόπος μας, αλλά η παράδοσή του είναι τεράστια και το πράγμα που τη χαρακτηρίζει είναι ότι μας δόθηκε χωρίς διακοπή. Η ελληνική γλώσσα δεν έπαψε ποτέ της να μιλιέται. Δέχθηκε τις αλλοιώσεις που δέχεται καθετί ζωντανό, αλλά δεν παρουσιάζει κανένα χάσμα. Άλλο χαρακτηριστικό αυτής της παράδοσης είναι η αγάπη της για την ανθρωπιά. Κανόνας της είναι η δικαιοσύνη. Στην αρχαία τραγωδία, την οργανωμένη με τόση ακρίβεια, ο άνθρωπος που ξεπερνά το μέτρο, πρέπει να τιμωρηθεί από τις Ερινύες. Ο ίδιος νόμος, ισχύει κι όταν ακόμα πρόκειται για φυσικά φαινόμενα. «Ήλιος ουχ υπερβήσεται μέτρα», λέει ο Ηράκλειτος, «ει δε μη, Ερινύες μιν Δίκης επίκουροι εξευρήσουσιν»
Συλλογίζομαι πως δεν αποκλείεται ολωσδιόλου να ωφεληθεί ένας σύγχρονος επιστήμων, αν στοχαστεί τούτο το απόφθεγμα του Ίωνα φιλοσόφου. Όσο για μένα συγκινούμαι παρατηρώντας πως η συνείδηση της δικαιοσύνης είχε τόσο πολύ διαποτίσει την ελληνική ψυχή, ώστε να γίνει κανόνας και του φυσικού κόσμου. Και ένας από τους διδασκάλους μου, των αρχών του περασμένου αιώνα, γράφει: «θα χαθούμε γιατί αδικήσαμε» (ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ). Αυτός ο άνθρωπος ήταν αγράμματος. Είχε μάθει να γράφει στα 35 χρόνια της ηλικίας του. Αλλά στην Ελλάδα των ημερών μας, η προφορική παράδοση πηγαίνει μακριά στα περασμένα όσο και η γραπτή. Το ίδιο και η ποίηση. Είναι για μένα σημαντικό το γεγονός ότι η Σουηδία θέλησε να τιμήσει και τούτη την ποίηση και όλη την ποίηση γενικά, ακόμη και όταν αναβρύζει ανάμεσα σ’ έναν λαό περιορισμένο. Γιατί πιστεύω πως τούτος ο κόσμος που ζούμε, ο τυραννισμένος από το φόβο και την ανησυχία, τη χρειάζεται την ποίηση. Η ποίηση έχει τις ρίζες της στην ανθρώπινη ανάσα – και τι θα γινόταν αν η πνοή μας λιγόστευε; Είναι μια πράξη εμπιστοσύνης – κι ένας θεός ξέρει αν τα δεινά μας δεν τα χρωστάμε στη στέρηση εμπιστοσύνης.
Παρατήρησαν, τον περασμένο χρόνο γύρω από τούτο το τραπέζι, την πολύ μεγάλη διαφορά ανάμεσα στις ανακαλύψεις της σύγχρονης επιστήμης και στη λογοτεχνία, παρατήρησαν πως ανάμεσα σ’ ένα αρχαίο ελληνικό δράμα και ένα σημερινό, η διαφορά είναι λίγη. Να, η συμπεριφορά του ανθρώπου δε μοιάζει να έχει αλλάξει βασικά. Και πρέπει να προσθέσω πως νοιώθει πάντα την ανάγκη ν’ ακούει τούτη την ανθρώπινη φωνή που ονομάζουμε ποίηση. Αυτή τη φωνή που κινδυνεύει να σβήσει κάθε στιγμή από στέρηση αγάπης και ολοένα ξαναγεννιέται. Κυνηγημένη, ξέρει πού να βρει καταφύγιο, απαρνημένη, έχει το ένστικτο να πάει να ριζώσει στους πιο απροσδόκητους τόπους. Γι’ αυτή δεν υπάρχουν μεγάλα και μικρά μέρη του κόσμου. Το βασίλειό της είναι στις καρδιές όλων των ανθρώπων της γης. Έχει τη χάρη ν’ αποφεύγει πάντα τη συνήθεια, αυτή τη βιομηχανία. Χρωστώ την ευγνωμοσύνη μου στη Σουηδική Ακαδημία, που ένιωσε αυτά τα πράγματα, που ένιωσε πως οι γλώσσες, οι λεγόμενες περιορισμένης χρήσης, δεν πρέπει να καταντούν φράχτες όπου πνίγεται ο παλμός της Ανθρώπινης καρδιάς, που έγινε ένας Άρειος Πάγος ικανός: «να κρίνει με αλήθεια επίσημη την άδικη μοίρα της ζωής», για να θυμηθώ τον Σέλλεϋ, τον εμπνευστή καθώς μας λένε, του Αλφρέδου Νομπέλ, του ανθρώπου που μπόρεσε να εξαγοράσει την αναπόφευκτη βία με τη μεγαλοσύνη της καρδιάς του.
Σ’ αυτό τον κόσμο, που ολοένα στενεύει, ο καθένας μας χρειάζεται όλους τους άλλους. Πρέπει ν’ αναζητήσουμε τον άνθρωπο όπου κι αν βρίσκεται. Όταν στο δρόμο της Θήβας, ο Οιδίπους συνάντησε τη Σφίγγα, κι αυτή του έθεσε το αίνιγμά της, η απόκρισή του ήταν: Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ. Τούτη η απλή λέξη χάλασε το τέρας. Έχουμε πολλά τέρατα να καταστρέψουμε. Ας αναλογιστούμε την απόκριση του Οιδίποδα.

[Γιώργος Σεφέρης, Δοκιμές 2 σελ. 159]