Τετάρτη, 7 Απριλίου 2010

ΝΕΟΙ και ΕΞΕΓΕΡΣΗ

Μια εξέγερση ήταν/ είναι αναγκαία
(άρθρο του Νικόλα Σεβαστάκη στην ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ 03-01-2009 με αφορμή τα γεγονότα που ακολούθησαν τη δολοφονία του Αλέξη Γρηγορόπουλου)


Δίστασα να γράψω κάτι για όλα αυτά που συμβαίνουν μετά τη νύχτα της 6ης του Δεκέμβρη. Και ακόμα αισθάνομαι άβολα καθώς τόσα πολλά ειπώθηκαν, άλλοτε σοφά και εύχυμα και άλλοτε σαν από εγχειρίδιο κοινωνιολογίας παρμένα ή, χειρότερα, σαν από επικήδειο λόγο. Σε τέτοιες κρίσιμες στιγμές, άλλωστε, οι λέξεις αποκτούν μια άλλη δυσκολία, φέροντας ίσως και μια πρόσθετη ευθύνη.


Και να αποφασίσεις όμως να δώσεις χρόνο στη σκέψη, έρχεται κάτι από έξω και ανατρέπει την πρόθεσή σου. Και αυτό που ήλθε δεν είναι κάποιο από τα επεισόδια της εξέγερσης ή όπως θέλει να την αποτελειώνει η γλώσσα του τηλεπαρουσιαστή, μιλώντας για «ταραχές». Είναι περισσότερο ο τρόπος με τον οποίον εννοούν κάποιοι την επιστροφή στην ομαλότητα. Εδώ όπου ένας φόβος, αν όχι ένας πραγματικός πανικός γίνεται, για άλλη μια φορά, κάκιστος σύμβουλος. Και μοιάζει να υπαγορεύει παράξενες σκέψεις: για παράδειγμα την εξωφρενική ιδέα ότι η υλική και συμβολική καταστροφή του τόπου, η δυσφήμηση και η απαξίωσή του είναι υπόθεση της... δράσης των ακραίων ή των βίαιων ομάδων που κινητοποιήθηκαν, αρκούντως θεαματικά, τις πρώτες δυο τρεις μέρες του ξεσηκωμού μετά τη δολοφονία του Αλέξη Γρηγορόπουλου. Ή ακόμα ότι πρέπει να αρχίσουμε να μιλούμε για μηδενισμό εστιάζοντας επιλεκτικά στη σπασμένη βιτρίνα και στις καταλήψεις των σχολείων. Ως εάν στις 5 Δεκεμβρίου ή πέρσι ή πριν από δύο και πέντε χρόνια τον ίδιο καιρό είχαμε απλώς μια ατελή μεν και «ελλειμματική» (α, αυτές οι οικονομικές μεταφορές που αθωώνουν!) αλλά πάντως δημοκρατική ευταξία. Και ας ζούμε πολύ καιρό τώρα τον ζόφο της συνεχούς ροής σκανδάλων, μια θλιβερή καθεστωτική νεκροφάνεια.


Θα πει κανείς ότι κάθε βίαιη αφύπνιση, κάθε κλονισμός και ρήγμα στην εθνική και κοινωνική ρουτίνα δεν είναι αυτόχρημα και διέξοδος από τα πολλαπλά αδιέξοδα της προηγούμενης κατάστασης. Το καθετί, είτε η εξέγερση είτε η «ομαλότητα», είτε τα κινήματα είτε η απουσία του «δρόμου» -την οποία απουσία πολλοί ταυτίζουν με τον ίδιον τον πολιτισμό- πρέπει να φιλοξενεί την κριτική του, την επιμέρους ή και τη ριζική διαφωνία. Μια ορισμένη απόσταση από κάθε μυθική ταύτιση είναι προϋπόθεση της κριτικής σκέψης. Άλλο όμως αυτό και άλλο η αθεράπευτη τυφλότητα των ελίτ, που δείχνουν να μην κατανοούν ούτε το μέγεθος και την κλίμακα ούτε την ποιότητα αυτής της ασφυξίας.
Και είναι μάλλον αστείο να θεωρήσει κανείς την κατάπτωση της οικείας καθημερινότητας, τη μόλυνση της ζωής από την έλλειψη νοήματος και ουσιαστικής ασφάλειας ως συνέπεια κάποιων «νέων Δεκεμβριανών». Περίπου δηλαδή ως αποτέλεσμα της επιβολής των σκοτεινών κύκλων της ανωμαλίας στην ειρηνική ζωή των επιτηδευματιών που αποτελούν τη ραχοκοκαλιά του έθνους. Για τον απλό λόγο ότι το μεγάλο κενό προηγείται κατά πολύ των διαδηλώσεων, των οδομαχιών, του πετροπόλεμου. Τα δακρυγόνα, οι φωτιές, τα σώματα των νέων ανθρώπων που γρήγορα διακρίθηκαν στην πρώτη γραμμή των κινητοποιήσεων είναι μια στιγμή που δεν μπορεί να αποσπαστεί από το κάδρο του χρόνου. Και φυσικά η γλώσσα αυτής της έκρηξης συμπυκνώνει τους αντιφατικούς κώδικες μιας εποχής. Συνυπάρχουν εντός της μια απαίτηση δικαιοσύνης και οι αόρατες αλυσίδες που δένουν όλους εμάς τους συγχρόνους, και όχι μόνο τους νέους, με τη δομική αταξία του πολιτισμού του εμπορεύματος. Συνυπάρχει μια αυτονομία ατομικιστική και ένα ήθος αλληλεγγύης και «συλλογικής αυτονομίας». Η κόπωση μαζί με την επινοητική δημιουργικότητα σχεδόν αξεδιάλυτα.


Σε τούτη όμως την πρωτόγνωρη κινητοποίηση ετερόκλητων κοινών, που μάλλον δυσχεραίνει τις ευκολίες μιας ταξικής ή κανονιστικής ανάλυσης, αναγνωρίζει κανείς -αν δεν είναι «μαραγκιασμένη ψυχή» (Π. Μπουκάλας)- μια διάθεση για άλλους κοινωνικούς δεσμούς την επιθυμία εν τέλει για μια δημόσια εμπειρία έξω από τον κύκλο της «υπαγορευμένης» νεανικότητας. Και αν κάποιοι μίλησαν πολύ για αριστερή νεο-λαγνεία, θα έπρεπε να δουν στη διαθεσιμότητα των μαθητών και των άλλων νέων ή λιγότερο νέων μια προσπάθεια εξόδου από τη βαμπιρική νεο-λαγνεία του συστήματος που λογαριάζει ως ομαλότητα τον κύκλο: σχολείο, φροντιστήριο, Ιντερνέτ καφέ ή πολύωρο ξεροστάλιασμα στις σκάλες των εμπορικών κέντρων.


Όσο για την πολυσυζητημένη τυφλή καταστροφικότητα, θα είχε να πει κανείς πολλά. Όχι πάντως ανασύροντας επιχειρήματα από τα εγχειρίδια ψυχολογίας και εγκληματολογίας του δέκατου ένατου αιώνα, για να προβάλλει πάλι το φάντασμα του ανορθολογικού όχλου και του αναρχικού νιχιλισμού. Το ότι υπάρχει μια αισθητικοποίηση της βίας, μια ανερμάτιστη μυθολογία για τη «βία που είναι μαγική», κανείς δεν το αρνείται. Αλλά μιλούμε εντέλει για μια γενιά που γεννήθηκε και μεγάλωσε μέσα στη μεγάλη μητρική αγκαλιά των προσόψεων, των γκάτζετς, των Βωβο-κτιρίων, των μεγάλων επιφανειών, των δωροεπιταγών, των κάθε λογής τζόγων. Κολυμπώντας κυριολεκτικά στην άκρατη δημαγωγία της «πρόσβασης» και του free choice υπό το αηδιαστικά γαλίφικο νανούρισμα διαφημιστικών που λειτουργούν ουσιαστικά ως σάλπισμα «απαλλοτρίωσης». Και αυτός ο αστικός υλισμός, αυτός ο διάχυτος ιδιοκτησιακός λαϊκισμός, αγαπητοί μου, είναι δικός μας και δικός τους.


Μια εξέγερση λοιπόν ήταν αναγκαία. Μια εξέγερση είναι αναγκαία. Πολύ περισσότερο χρειάζεται όμως την κριτική, πολιτική, παιδευτική σχέση με όλες εκείνες τις αγωνίες, άναρθρες ή αρθρωμένες, που προσβλέπουν σε κάτι διαφορετικό από τη δημοκρατία του χρήματος και της βιτρίνας.