Παρασκευή, 30 Απριλίου 2010

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΛΕΞΕΩΝ (περιδιαβάζοντας λεξικά της νεοελληνικής γλώσσας): εμβρόντητος

Εμβρόντητος: χτυπημένος από βροντή, πλήττομαι από βροντή ή αστραπή. ΕΠΟΜΕΝΩΣ είμαι έκθαμβος, έκπληκτος
ΕΜΒΡΟΝΤΗΤΟΣ, άναυδος, άφωνος (με αρνητικό περιεχόμενο): ισχυρή συγκίνηση από κάτι κακό ή απροσδόκητο: κεραυνοβολημένος, κατάπληκτος (= κυριολεκτικά χτυπημένος δυνατά πβ. πλήττω), αποσβολωμένος (= αυτός που έχει γίνει ασβόλη, καπνιά), σαστισμένος, στήλη άλατος, άναυδος, αμήχανος, άλαλος, ενεός (= άφωνος) π.χ.



«Αλλά τον διακόπτει ο υπηρέτης του που μπαίνει
τρέχοντας, και την βαρυσήμαντην είδησι αγγέλλει.
Άρχισε ο πόλεμος με τους Ρωμαίους.
Το πλειστον του στρατού μας πέρασε τα σύνορα.
Ο ποιητής μένει ενεός. Τι συμφορά….» (από το ΔΑΡΕΙΟ του Καβάφη)


ΕΚΠΛΗΚΤΟΣ, ΕΚΘΑΜΒΟΣ και άλλα με την καλή έννοια, που δηλώνουν δηλαδή συγκίνηση για κάτι θετικό, ωφέλιμο: έκπληκτος, έκθαμβος, εκστατικός (εκ+ θέμα από το ρήμα ίστημι= αυτός που έχει την τάση να απομακρυνθεί, να βγει εκτός εαυτού)

[ΛΕΞΙΚΑ: Γ. ΜΠΑΜΠΙΝΙΩΤΗ Λεξικό Νέας Ελληνικής Γλώσσας και Γ. ΜΠΑΜΠΙΝΙΩΤΗ Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας Ιστορία των Λέξεων με σχόλια και ένθετους πίνακες, ΛΕΞΙΚΟ ΤΗΣ ΚΟΙΝΗΣ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ Ιδρύματος Μανώλη Τριανταφυλλίδη ]