Σάββατο, 1 Μαΐου 2010

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΛΕΞΕΩΝ (περιδιαβάζοντας λεξικά της νεοελληνικής γλώσσας): βανδαλισμός, βάνδαλος, βάρβαρος

Βανδαλισμός: το 1973 ο Ρωμαιοκαθολικός αββάς Γρηγόριος έπλασε τη λέξη vandalisme «βανδαλισμός», για να καταδικάσει την καταστροφή βιβλιοθηκών και μνημείων κατά τις ταραχές μετά τη Γαλλική Επανάσταση, που του υπενθύμιζαν τη δράση των Βανδάλων. Έκανε μάλιστα το εξής σχόλιο: «Δημιουργώ τη λέξη, για να σκοτώσω το πράγμα»


ΒΑΝΔΑΛΙΣΜΟΣ: βάρβαρη, καταστροφική πράξη, σκόπιμη πρόκληση φθοράς καλλιτεχνικών δημιουργημάτων
βάνδαλος: αυτός που καταστρέφει σκόπιμα έργα του πολιτισμού και κατ’ επέκταση αυτός που προκαλεί καταστροφές, χωρίς να ενδιαφέρεται για την αξία όσων καταστρέφει, ο άξεστος, ο απολίτιστος, ο αγροίκος, ο βάρβαρος


ΒΑΡΒΑΡΟΣ αυτός που δεν έχει εκπολιτιστεί, που χαρακτηρίζεται από έλλειψη ανθρωπιάς, ευγένειας, λεπτότητας. ΣΥΝΩΝΥΜΑ: σκαιός, βάναυσος, απάνθρωπος.


ΓΙΑ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΛΕΞΗΣ ΒΑΡΒΑΡΟΣ: η λέξη αυτή δήλωνε αρχικά τον αλλόγλωσσο, δηλαδή αυτόν που μιλούσε ακατανόητη στους Έλληνες γλώσσα. Για παράδειγμα στον Όμηρο χαρακτηρίζονται βαρβαρόφωνοι οι Κάρες της Μικράς Ασίας. Σε άλλα κείμενα αργότερα ως βάρβαροι αναφέρονται οι Τρώες, οι Μήδοι και οι Πέρσες. Στον Πλάτωνα συναντούμε τη διάκριση των ανθρώπων σε Έλληνες και βαρβάρους, με την έννοια ότι οι άνθρωποι είναι είτε ελληνόφωνοι είτε όχι. Επειδή όπως οι λαοί της Ασίας, που ήταν με την παραπάνω έννοια βαρβαρόφωνοι, ζούσαν σε καθεστώτα απολυταρχικά, χωρίς ελευθερίες, στη συνείδηση των Ελλήνων οι «βάρβαροι» λαοί ταυτίστηκαν με την ανελευθερία και τη δουλικότητα. Η Ιφιγένεια, μάλιστα, στην τραγωδία του Ευριπίδη «Ιφιγένεια εν Αυλίδι, υποστηρίζει ότι είναι φυσικό να εξουσιάζουν οι Έλληνες τους βαρβάρους και όχι το αντίστροφο, ακριβώς επειδή οι Έλληνες είναι ελεύθεροι, ενώ οι βάρβαροι δούλοι. Αξίζει να σημειωθεί ότι τέτοιες απόψεις, που οδήγησαν στην περίφημη διατύπωση «πας μη Έλλην βάρβαρος», δεν εμπεριέχουν ρατσιστικές ιδέες κρίνοντας με τα σύγχρονα δεδομένα, αλλά βασίζονται στη διαπίστωση της υπεροχής των ελεύθερων πολιτών έναντι ανθρώπων που δεν γνώρισαν ποτέ πολιτική ελευθερία. Μετά τους Περσικούς Πολέμους, η λέξη απέκτησε κακόσημο περιεχόμενο και δήλωσε επίσης τον απολίτιστο, τον άγριο και αμαθή. Έτσι, βαθμηδόν η λέξη βάρβαρος απέκτησε τη σημερινή σημασία «σκληρός και απάνθρωπος, κτηνώδης», που βρίσκεται δηλαδή σε άγρια ή ημιάγρια κατάσταση, άνθρωπος που δεν καταλαβαίνει από τέχνη
ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΑ ΣΗΜΕΡΙΝΗΣ ΧΡΗΣΗΣ ΤΗΣ ΛΕΞΗΣ: Bάρβαρες φυλές της Αφρικής. Στην εποχή μας δεν υπάρχουν πια βάρβαροι λαοί. Ο φασισμός είναι βάρβαρο καθεστώς. H γενοκτονία των Αρμενίων ήταν μια βάρβαρη πράξη. (έκφρ.) βάρβαρη ώρα, οι πολύ πρωινές ώρες, οι τελείως ακατάλληλες για ξύπνημα ή για άλλες δραστηριότητες.. Πότε θα μάθεις τρόπους, βάρβαρε άνθρωπε;

[ΛΕΞΙΚΑ: Γ. ΜΠΑΜΠΙΝΙΩΤΗ Λεξικό Νέας Ελληνικής Γλώσσας και Γ. ΜΠΑΜΠΙΝΙΩΤΗ Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας Ιστορία των Λέξεων με σχόλια και ένθετους πίνακες, ΛΕΞΙΚΟ ΤΗΣ ΚΟΙΝΗΣ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ιδρύματος Μανώλη Τριανταφυλλίδη ]

ΠΑΡΑΛΛΗΛΗ ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ και στα ηλεκτρονικά λεξικά της ΠΥΛΗΣ για την Ελληνική γλώσσα

http://www.greek-language.gr/greekLang/index.html