Δευτέρα, 3 Μαΐου 2010

Το άγχος της επιτυχίας και ο φόβος της αποτυχίας

Το όραμα και η προσδοκία εισόδου σε κάποιο πανεπιστήμιο.
Η πίεση της οικογένειας,
η έλλειψη ευκαιριών στον επαγγελματικό τομέα
και το άγχος της καθιέρωσης «Γολγοθάς» για χιλιάδες εφήβους κάθε χρόνο.
Ο ρόλος του σχολείου όμως δεν είναι μόνο η προετοιμασία των μαθητών για την είσοδο σε κάποιο ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, αλλά πολύ περισσότερο η ανάδειξη της προσωπικότητας και η ομαλή είσοδος του παιδιού στο κοινωνικό «γίγνεσθαι».


    Η «εκπαιδευτική καθυστέρηση ή ανεπάρκεια», περισσότερο γνωστή ως «σχολική αποτυχία», είναι ένα ιστορικό φαινόμενο που εμφανίζεται μέσα σε κάθε κοινωνία και εκπαιδευτικό σύστημα και αποκτά ιδιαίτερη επικαιρότητα στις μέρες μας. Η σχολική αποτυχία έχει άμεση σχέση με τους θεσμούς της οικογένειας και του σχολείου. Τα δυο «συστήματα», ανάμεσα στα οποία κινείται το παιδί - μαθητής, παίζουν καθοριστικό ρόλο στη σχέση που θα αναπτύξει το παιδί στην πρώτη του επαφή με την εκπαίδευση. Ομάδα ψυχολόγων, που ασχολήθηκε με το θέμα, εξέδωσε μελέτη με τον τίτλο «Η σχολική αποτυχία. Από την "οικογένεια" του σχολείου στο "σχολείο" της οικογένειας», δίνοντας στοιχεία σχετικά με τη συμπεριφορά των μαθητών μέσα στο σχολείο, τις φοβίες που αντιμετωπίζουν και τις σχέσεις που αναπτύσσουν με τους γονείς και τους εκπαιδευτικούς.
    Ο φόβος που αντιμετωπίζει ο άνθρωπος απέναντι σε κάθε είδους δοκιμασία και ιδιαίτερα όταν αυτή δε στέφεται από την επιτυχία, είναι πάρα πολύ ανεπτυγμένος κατά τη διάρκεια της σχολικής του σταδιοδρομίας. Ένα τέτοιο παράδειγμα φοβίας, τονίζουν οι ψυχολόγοι, είναι η δυσκολία και, όχι σπάνια, η αδυναμία ορισμένων παιδιών να αφομοιώσουν το περιεχόμενο κάποιων μαθημάτων και ιδιαίτερα των μαθηματικών. Ο όρος «αριθμοφοβία» ή «μαθηματικοφοβία» έχει άμεση σχέση με τα συναισθήματα του ατόμου προς τα μαθηματικά. Η σύνδεση του συγκεκριμένου γνωστικού αντικειμένου με το συναίσθημα του φόβου ή του δέους έχει κατά κανόνα δραματικές επιπτώσεις στην ανάπτυξη του ατόμου, ενώ η προέκτασή του στο εκπαιδευτικό σύστημα μπορεί να οδηγήσει στην αποφυγή και την εγκατάλειψη του ίδιου του σχολείου.


Εφιάλτης το άγχος της «επιτυχίας»
    Το άγχος της επιτυχίας και παράλληλα ο φόβος της αποτυχίας σε κοινωνικό και επαγγελματικό επίπεδο, προκειμένου να επιτευχθεί η κοινωνική καταξίωση, έχει γίνει ο «εφιάλτης» κάθε νέου ανθρώπου. Τα πρότυπα που προβάλλονται σήμερα στις περισσότερες κοινωνίες θέλουν τον επιτυχημένο άνθρωπο οικονομικά ευκατάστατο και επαγγελματικά καταξιωμένο, χωρίς να βάζουν όρια στον τρόπο επίτευξης αυτού του σκοπού. Η «επιτυχία», έτσι όπως αυτή προβάλλεται και διαφημίζεται από ορισμένους, έρχεται μέσα από το πέρασμα στις ανώτατες βαθμίδες της εκπαίδευσης. Κάθε χρόνο περισσότεροι από 150.000 νέοι ξεκινούν τη σχολική χρονιά τους με το όραμα και την προσδοκία της εισόδου σε κάποιο πανεπιστήμιο. Η πίεση της οικογένειας, η έλλειψη ευκαιριών στον επαγγελματικό τομέα και το άγχος της καθιέρωσης γίνονται ο «Γολγοθάς» χιλιάδων εφήβων. Η πίεση, ο φόρτος εργασίας και ο ανταγωνισμός οδηγούν τα παιδιά στην απομόνωση και τις οικογένειές τους σε μια άθελη ασφυκτική πίεση, προκειμένου να φτάσουν στην επιτυχία.
    Το εκπαιδευτικό σύστημα στην Ελλάδα δημιουργεί ένας είδος ανταγωνισμού χωρίς προηγούμενο. Μέσα σε ένα διάστημα τριών ωρών, τα παιδιά πρέπει να περάσουν γνώσεις στο χαρτί που χρειάστηκαν χρόνια για να τις αποκτήσουν και παράλληλα να γράψουν καλύτερα από τους υπόλοιπους υποψηφίους. Η ψυχολόγος Μαρία Καϊλα τονίζει ότι, σύμφωνα με έρευνες που έχουν γίνει, «παρατηρείται πολύ συχνά το φαινόμενο πλήρους αδυναμίας ενός ατόμου να χρησιμοποιήσει με ικανοποιητικό τρόπο γνωστά του δεδομένα, όταν εργάζεται κάτω από ψυχολογική ένταση, ενώ, αντίθετα, η καλή διάθεση διευκολύνει ακόμα και τη χάραξη διαφορετικής από τις γνωστές πορείας για την επίλυση κάποιου θέματος». Με την επιστημονική αυτή άποψη και γνωρίζοντας την ψυχολογική φόρτιση των μαθητών, κατά τη διάρκεια των εξετάσεων και ειδικά κατά τη διάρκεια των Πανελληνίων, έχουμε μπροστά μας την πλήρη εικόνα που καλούνται να αντιμετωπίσουν αυτά τα παιδιά.


Ο ρόλος του εκπαιδευτικού
    Σε αυτή την καθιερωμένη κατάσταση οι εκπαιδευτικοί είναι ανίκανοι να αντιδράσουν και πολλές φορές, μέσα από το άγχος να βγει η ύλη και να προετοιμάσουν όσο καλύτερα τα παιδιά για τις εξετάσεις, χωρίς καν να το καταλάβουν, δημιουργούν διαχωριστικές γραμμές μέσα σε κάθε τάξη. «Η υποβάθμιση του εκπαιδευτικού της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, με την παράλληλη μείωση του ρόλου του σχολείου και το αυξανόμενο γόητρο της κρυφής αλαζονείας της παραπαιδείας, που πουλιέται ακριβά (στα διάφορα φροντιστήρια και στα ιδιαίτερα μαθήματα), δίνοντας βραβεία στη σχολική επιτυχία των Πανελλαδικών Εξετάσεων, δομικά ενσωματωμένα στην κοινωνική επιτυχία και το επαγγελματικό μέλλον, είναι η εικόνα που παρουσιάζει το εκπαιδευτικό σύστημα σήμερα στην Ελλάδα», υποστηρίζει η ψυχολόγος Μ. Καϊλα.


Ο «καλός μαθητής»
    Ο «καλός» μαθητής είναι το κοινωνικό - πολιτιστικό αντίτυπο και παράγωγο του ισχύοντος συστήματος. Διδακτική αξιολόγηση, βαθμολογία, επιβράβευση κινούνται μέσα σ' αυτό το μοιρολατρικό πλαίσιο, η έλλειψη επικοινωνίας δεν αφήνει ακάλυπτο μόνο τον «αποτυχημένο» μαθητή (ενδεχομένως και «αποτυχημένο» πολίτη), αλλά και τον «καλό» μαθητή. Παράδειγμα η αυτοκτονία της δεκαεξάχρονης μαθήτριας στη Λάρισα, το Φλεβάρη του '95, η οποία, παρά τις άριστες επιδόσεις, δεν «επικοινώνησε» με το πρόβλημά της. Ούτε μέσα από το σχολείο ούτε μέσα από την οικογένειά της, αφού και από τις δυο πλευρές φαίνεται η ανεπάρκεια επικοινωνίας και εμπιστοσύνης.
    Η συμπαράσταση της οικογένειας και των εκπαιδευτικών σε αυτή τη δοκιμασία, που καλούνται να περάσουν κάθε χρόνο χιλιάδες νέοι, είναι καθοριστική και αναγκαία. Σύμφωνα όμως με έρευνα ομάδας ψυχολόγων, φαίνεται ότι «οι μαθητές που έχουν καλές επιδόσεις στο σχολείο και έχουν πιθανότητες να περάσουν σε κάποιο πανεπιστήμιο, έχουν από την οικογένειά τους ενίσχυση και συμπαράσταση ακόμα και σε περίπτωση αποτυχίας, ενώ αντίθετα οι μαθητές που έχουν κακές επιδόσεις αντιμετωπίζονται από την οικογένεια με αδιαφορία - μοιρολατρία, μαζί με αποθάρρυνση για κάθε προσπάθεια».
    Καθοριστικό ρόλο στη στάση της οικογένειας απέναντι στην απόδοση των μαθητών παίζουν τόσο οι γραμματικές γνώσεις των γονιών, όσο και η επαγγελματική τους κατάσταση.


Ένα φτωχό «πάρε – δώσε»
    Οι εκπαιδευτικοί από την πλευρά τους βλέπουν μέσα από την ειδική γνώση που προσφέρουν στα παιδιά, αλλά και την αδιαφορία που αυτά δείχνουν από τις περιορισμένες γνώσεις που αποκτούν μέσα από το σχολείο, να απομακρύνονται και να χάνουν την επαφή τους με τους μαθητές. Μέσα από τους κρατικούς μηχανισμούς έχουν τη δυνατότητα να γαλουχούν το σύνολο, είναι όμως αναρμόδιοι να επιλέξουν οι ίδιοι τις αξίες που μεταβιβάζουν. Ο ρόλος του εκπαιδευτικού της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης οδεύει προς ένα φτωχό «πάρε – δώσε», χάνοντας τον πραγματικό του χαρακτήρα.
    Το εκπαιδευτικό σύστημα πρέπει να βρει τον πραγματικό του δρόμο, «θα πρέπει να διαλέξουμε ανάμεσα σε ένα σχολείο όπου είναι εύκολο στους δασκάλους να διδάξουν και σε ένα σχολείο εύκολο στα παιδιά να μάθουν...». Βασιζόμενοι πάνω στη σκέψη του Τολστόι, ότι το σχολείο πρέπει να είναι ένας χώρος όπου θα δίνονται στα παιδιά ευκαιρίες «ομαλής» κοινωνικοποίησης, είναι κατανοητό ότι ρόλος του σχολείου δεν είναι μόνο η προετοιμασία των μαθητών για την είσοδο σε κάποιο ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, αλλά πολύ περισσότερο η ανάδειξη της προσωπικότητας και η ομαλή είσοδος του παιδιού στο κοινωνικό «γίγνεσθαι».

[άρθρο από τον ημερήσιο τύπο Παναγιώτης ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ]