Δευτέρα, 10 Μαΐου 2010

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΛΕΞΕΩΝ (περιδιαβάζοντας λεξικά της νεοελληνικής γλώσσας): διάβημα, απονενοημένο δηλαδή

Απονενοημένο διάβημα: απεγνωσμένη προσπάθεια, που γίνεται σε στιγμή απελπισίας και δραματικού αδιέξοδου δηλαδή
ΔΙΑΒΗΜΑ: ενέργεια, πράξη, προσπάθεια που απευθύνεται σε κάποιον (κυρίως σε αρχές ή σε υπηρεσίες) για την επίτευξη κάποιου αποτελέσματος: Τολμηρό, έντονο, μάταιο, ατομικό, ομαδικό διάβημα. ΛΟΓΙΑ ΕΚΦΡΑΣΗ: απονενοημένο διάβημα. ΠΙΟ ΕΙΔΙΚΑ: διπλωματική κυβερνητική ενέργεια που απευθύνεται προς ξένη κυβέρνηση με τη μορφή αίτησης, διαμαρτυρίας ή πρότασης για έγκριση. π.χ. H κυβέρνηση προέβη σε έντονο διάβημα διαμαρτυρίας. Αποφασιστική διπλωματική ενέργεια που επιχειρείται από την κυβέρνηση ή το υπουργείο εξωτερικών μιας χώρας προς την κυβέρνηση άλλου κράτους κα αφορά σε σπουδαιότατο ζήτημα ή σκοπό ζωτικής σημασίας.



ΔΗΛΑΔΗ (από την αρχαία φράση δηλα δη ότι= είναι φανερά λοιπόν ότι): δηλώνει ότι τα συμφραζόμενά του διασαφούν αυτά που ειπώθηκαν προηγουμένως, δηλαδή επεξηγεί κάτι που προαναφέρθηκε. ΣΥΝΩΝΥΜΑ: ορισμένες λέξεις χρησιμοποιούνται στην αρχή μιας φράσης ή πρότασης όταν θέλει κανείς να επεξηγήσει κάτι που έχει πει π.χ. Ισχυρίζονται ότι θα μειώσουν το κόστος, δηλαδή ότι θα πουλούν φθηνότερα. Στη θέση του δηλαδή θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί εδώ το ήτοι ή το τουτέστιν καθώς και οι φράσεις με άλλα λόγια, με άλλες λέξεις, που θα πει και σε προφορικό απλούστερο ύφος η φράση σαν να λέμε. Το δηλονότι και το πάει να πει χρησιμοποιούνται παρενθετικά, το πρώτο σε λογιότερο ύφος, το δεύτερο σε απλούστερη προφορική ομιλία. Σε ερωτηματικό λόγο: χρησιμοποιείται σε διάλογο απολύτως, όταν ζητάμε από το συνομιλητή μας να διατυπώσει σαφέστερα ή απλούστερα κάτι που προαναφέρθηκε και δεν κατανοήθηκε: π.χ. Θα πάρουμε μια μικρή αύξηση. -Δηλαδή; Οι ώρες που χάθηκαν πρέπει να αναπληρωθούν. -Δηλαδή;


ΓΙΑ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΛΕΞΗΣ ΔΙΑΒΗΜΑ: το ουσιαστικό διάβημα ομόρριζο των αρχαίων διαβαίνω, διάβασις κ.ά. είναι ελληνιστικό και σήμαινε το βήμα που κάνει κανείς για να διασχίσει ένα χώρο, τον διασκελισμό. Μεταφορικά στον πληθυντικό δήλωσε τα διαδοχικά χρονικά στάδια, ενώ στη χριστιανική παράδοση χρησιμοποιήθηκε κατά κόρον σε μεταφορές π.χ. τα διαβήματα της ψυχής. Κατά τη μεσαιωνική περίοδο διατήρησε τη σημασία βήμα και απέκτησε τη σημασία «ενέργεια», η οποία διατηρήθηκε σήμερα. Η σημασία αυτή ενισχύθηκε από την επίδραση του γαλλικού demarche και πέρασε στη διπλωματική ορολογία. Σημειώνουμε ότι το γαλλικό demarche ακολουθεί ετυμολογικά την ίδια πορεία με το αρχαίο διάβημα (αρχίζω να βαδίζω, περπατώ)


ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΑ ΣΗΜΕΡΙΝΗΣ ΧΡΗΣΗΣ ΤΩΝ ΛΕΞΕΩΝ: Η ελληνική κυβέρνηση κάλεσε τον Τούρκο πρέσβη και του επέδωσε εντονότατο διάβημα διαμαρτυρίας για τις συνεχείς παραβιάσεις του εθνικού εναέριου χώρου, άλλα μου λες κι άλλα πράττεις, δηλαδή με κοροϊδεύεις. Δεν υπήρχε πρόγραμμα, μπορούσε δηλαδή να κάνει ο καθένας ό,τι ήθελε. Συμφωνούμε στα κύρια σημεία, δηλαδή στο από πού πρέπει να ξεκινήσουμε. Συλλογίστηκε το λάθος που έκανε, δηλαδή να βασιστεί στις υποσχέσεις τους. Tους είπε ένα μικρό ψέμα, ότι δηλαδή αυτός ήταν που τους ειδοποίησε.

[ΛΕΞΙΚΑ: Γ. ΜΠΑΜΠΙΝΙΩΤΗ Λεξικό Νέας Ελληνικής Γλώσσας και Γ. ΜΠΑΜΠΙΝΙΩΤΗ Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας Ιστορία των Λέξεων με σχόλια και ένθετους πίνακες, ΛΕΞΙΚΟ ΤΗΣ ΚΟΙΝΗΣ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ιδρύματος Μανώλη Τριανταφυλλίδη ]