Πέμπτη, 20 Μαΐου 2010

Βιβλίο. Τι; «Η λογοτεχνία είναι μια επινόηση στον δρόμο για κάτι άλλο».

 Το βιβλίο είναι δύσκολο. Θέλει κουράγιο και δύναμη, διότι μόνος σου μπαίνεις σ’ έναν άγνωστο όπου, στην πιο απλή περίπτωση, θα συναντήσεις τον εαυτό σου.


Παίρνεις στα χέρια σου ένα βιβλίο και το εξετάζεις απ' όλες τις πλευρές, όπως κάνεις με το σώμα που ποθείς. Ψάχνεις να καταλάβεις, να συνεργαστείς, να εξερευνήσεις• ψάχνεις τον χώρο, τον χώρο του άλλου και τον χώρο τον δικό σου, εκεί όπου χωρά η γνώση, και η γεύση σου.
Στην καλύτερη περίπτωση, πέφτεις σε άγνωστο. Συνεχίζεις όμως ν' ακουμπάς. Είναι ότι το βιβλίο που κρατάς στα χέρια σου σ' ενδιαφέρει. Τα χνότα σας ταιριάζουν.

     Το βιβλίο είναι δύσκολο. Θέλει κουράγιο και δύναμη. Μόνος μπαίνεις στο άγνωστο. Στην πιο απλή περίπτωση θα συναντήσεις τον εαυτό σου. Και αυτό τρομάζει. Είναι σαν να παίρνεις, μόνος σου, τον δρόμο του ταξιδιού, στο άγνωστο, στην τύχη. Στην ανάγνωση δεν χωράνε μάτια περισσότερα απ' τα δικά σου. Στην πρώτη σειρά κινδυνεύεις ν' ανακαλύψεις ότι δεν ξέρεις τίποτα, ότι δεν είσαι τίποτα ή, για να είμαστε πιο επιεικείς, ότι δεν είσαι αυτός που νόμιζες. Η γλώσσα είναι άλλη• είναι δύστροπη.
    Τα εύκολα βιβλία είναι αυτά που διαβάζονται ευκολότερα - δηλαδή, που γράφονται ευκολότερα. Αυτά που δεν εμπεριέχουν κινδύνους. Στη χειρότερη, θα δεις ό,τι ήδη γνώριζες. Στην καλύτερη, θα σε χαϊδολογήσουν κιόλας. Είναι σαν να πηγαίνεις μέχρι τη γωνία του δρόμου σου, στο περίπτερο ή στο καφενείο, επαναλαμβάνοντας τα ίδια γνωστά σχόλια, κι εσύ και οι άλλοι. Μέχρι που θα εμφανιστεί αυτός ο πολύχρωμος, ο παράξενος, ο ανεξήγητος που θα καθήσει μια φορά για καφέ, απέναντί σου, και θα σε κοιτά αλλιώτικα και θα τον κοιτούν αλλιώτικα. Το καλό βιβλίο.
     Τούτο το είδος έρχεται δύσκολα. Όπως και η αλήθεια που θέλει να ξεστομίσει ο κοντινός ή γείτονάς σου και δεν το κάνει για να μη σε πληγώσει, να μην πληγωθεί, να μη διακυβευτεί η καλημέρα. Τούτο το είδος είναι το πολύχρωμο, το παράξενο, το ανεξήγητο. Ξεκινάς να διαβάζεις και δεν καταλαβαίνεις τίποτα. Σε κάθε αράδα νιώθεις να σου σκίζουν τα ρούχα, να σου φτύνουν τη σκέψη, να σου διαγράφουν τις αξιόλογες και μοναδικές εμπειρίες σου. Είσαι μουγκός. Ιδού η άλλη γλώσσα. Για να μάθεις ότι δεν είσαι μόνος.
    Φτάνεις μεσάνυχτα με το τρένο σε μια ξένη πόλη. Βρέχει δυνατά. Βγαίνεις από τον σταθμό και σε κυριεύει πανικός. Πάει το γνωστό δωμάτιο, οι γνωστές διαδρομές, το ωράριο, πάει η ζωή ρυθμισμένη στην ώρα σου. Σε αυτήν την πόλη δεν υπάρχει γνωστός, ούτε φίλος ούτε τοίχος. Κι όμως. Εκπληξη. Ολα είναι δεμένα, απαραίτητα. Απλώς επιμένουν απέναντι.
    Βλέπεις τις πλάτες των συνεπιβατών σου. Παίρνουν τον δρόμο τους, στο σπίτι τους, στη δουλειά, στην αγκαλιά τους. Ολοι στα διαγεγραμμένα τόξα τους. Κι εσύ μόνος, στέκεσαι, χωρίς πορεία, χωρίς στόχο, χωρίς νόημα. Εφυγες, μπήκες στη σελίδα, γιατί είχες αγγίξει όρια, δεν πήγαινε άλλο, πιεζόσουν, αναζητούσες τη διέξοδο.
     Η λογική μιλάει πρώτη: «Χρειάζομαι ένα δωμάτιο». Περπατάς στον κεντρικό δρόμο, βρέχεσαι, στη μικρή τσάντα που ετοίμασες έχει μόνο μια μπλούζα, ένα σώβρακο, μια οδοντόβουρτσα, ένα άλλο βιβλίο. Ολοι βιάζονται κάτω απ' τη βροχή. Σταματάς έναν ηλικιωμένο κύριο, καλοβαλμένο, που γυρνάει με τον σκύλο του από τη γρήγορη βόλτα τους. Τον ρωτάς. Σε καθοδηγεί. Κουτσά-στραβά βρίσκεις τον δρόμο. «Δεν έχει δωμάτια». Βγαίνεις πάλι στη βροχή, ανήσυχος, αγχωμένος, στον πανικό του ξένου. Ψάχνεις ξανά. Αλλο τόπο να ξεκουράσεις το μυαλό που τρέχει, τρέχει, αλλά γνώριμο δεν πιάνει, να σταθεί, να ασφαλίσει. Τα κάνεις όλα γρήγορα, χωρίς βάση, χαμένος, μακριά από τη βάση σου.
  Βλέπεις σ' ένα στενό ένα άλλο ξενοδοχείο. Όμορφο, απ' αυτά που σ' αρέσουν. Μικρό, παλιό, μυστήριο. Χωρίς ανέσεις, φθαρμένο, βασικό. Η κυρία που ανοίγει, παλιά, μυστήρια κι αυτή, σχεδόν τρομακτική, σ' αρέσει ακόμη περισσότερο. Νομίζεις ότι μπαίνεις σ' αυτά τα ύποπτα ξενοδοχεία κοντά στους σταθμούς των τρένων. Μόνο που είσαι μες στην πόλη. Και στον διάδρομο δεν μυρίζει ύποπτα ζευγάρια.
   Γύρω δεν έχει ψυχή, δεν ακούς ψυχή, βρέχει, όλοι είναι μέσα, ήσυχοι. Όλοι είναι σίγουροι, ήρεμοι, προγραμματισμένοι. Ολα κάνουν τη δουλειά τους. Εσύ ήρθες από μακριά. Εσύ είσαι άλλος. Και τρέμεις, φοβάσαι. Σ' έχει πιάσει μια ταχυπαλμία, νιώθεις να 'χεις πυρετό. Αλλά δεν πρέπει να παραδοθείς. Δεν θες να φανεί. Βολεύεσαι προσωρινά. Οι σελίδες με κόπο γυρνάνε, τα λεπτά. Κάνεις ένα ντους, πίνεις λίγο νερό, ντύνεσαι και βγαίνεις έξω, «Η πόρτα ανοίγει έτσι. Οταν γυρίσετε, θα λείπω». Εντάξει. Εντάξει. Και η πόρτα κλείνει πίσω σου.
    Ακουμπάς το βιβλίο στο κομοδίνο σου. Σβήνεις το φως. Και πέφτεις για ύπνο. Δεν κοιμάσαι αμέσως. Είσαι ταραγμένος από αυτά που διάβασες. Πώς να τα συνδυάσεις, να τα βάλεις σε μια γραμμή που να σου πηγαίνει. Ή το καταφέρνεις ή και όχι. Ή κοιμάσαι γρήγορα ή και όχι. Ή ταιριάζει σ' όνειρο ή και όχι. Μα τα φώτα έσβησαν. Την επομένη θα ξαναπιάσεις το βιβλίο. Ή και όχι. Δεν έχει σημασία. Για λίγο ταξίδεψες. Ξήλωσες έναν πόντο από τη σιγουριά σου. Με το επόμενο βιβλίο δεν θα 'σαι ίδιος. Θα 'ναι άλλη η πόλη. Και η παρέα.

[Δημήτρης Δαλδάκης, ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑΣ, 14/05/2010]