Κυριακή, 13 Ιουνίου 2010

«Μεγάλοι (και) συμβιβασμένοι, ακούστε μας»

Δυστυχώς πτωχεύσαμε και οικονομικά και ηθικά.


Έκκληση νέων προς την ελληνική κοινωνία: να σταματήσει να σκοτώνει τους νέους


«Δεν είμαστε οι βολεμένοι νέοι του i-Ρod, του Facebook και της καλοπέρασης. Δεν θέλουμε όμως να είμαστε ούτε η «αξιολύπητη γενιά των 700 ευρώ», όπως μας ονομάζουν. Και σ΄ αυτή την προσπάθεια δεν θέλουμε να είμαστε μόνοι μας».
Οι συμμαθητές του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου κατακρίνουν την απάθεια της ελληνικής κοινωνίας  



Με ειλικρίνεια και αμεσότητα, οι μαθητές της Σχολής Μωραΐτη απευθύνουν έκκληση προς την ελληνική κοινωνία να σταματήσει να «σκοτώνει» τους νέους - « είτε με μία σφαίρα του κρατικού μηχανισμού είτε με την καθημερινή αδιαφορία». Το κείμενό τους, που συντάχθηκε από το Κεντρικό Κοινοτικό Συμβούλιο του Λυκείου ύστερα από διεξαγωγή συζητήσεων σε όλες τις τάξεις του σχολείου, δεν θυμίζει ούτε οργισμένες άναρθρες κραυγές ούτε ξύλινο συνδικαλιστικό λόγο. Με ύφος απλό και μεστό, οι συμμαθητές του αδικοχαμένου Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου δείχνουν να αντιλαμβάνονται πλήρως τις παθογένειες της ελληνικής κοινωνίας, παρά το νεαρό της ηλικίας τους. Και έτσι ξεκινούν με μια τραγική παραδοχή: «Δυστυχώς επτωχεύσαμεν- και οικονομικά και ηθικά».


Σιωπή και ενοχή
Οι νεαροί μαθητές δεν ξεχνούν τον άδικο θάνατο του συνομηλίκου τους, ούτε σταματούν να ρωτούν τα «γιατί που πονάνε» και σχετίζονται όχι μόνο με την άδικη δολοφονία του συμμαθητή τους, αλλά και με τη γενικότερη κατάσταση της χώρας μας. «Κανείς δεν μιλάει, κανείς δεν αναλαμβάνει ευθύνες. Όπως τότε, πριν από ενάμιση χρόνο, όταν κανείς δεν μπόρεσε να εξηγήσει στον Αλέξανδρο Γρηγορόπουλο τον λόγο που δεν βρίσκεται πια ανάμεσά μας...Ή όπως και σήμερα, που κανείς δεν τολμά να εξηγήσει στη νέα γενιά τον λόγο που δεν μπορεί να ελπίζει» αναφέρουν χαρακτηριστικά, προσθέτοντας ότι η κοινωνία μοιάζει να έχει ξεχάσει εντελώς τη νεολαία. Και όταν αυτή η παραγκωνισμένη νεολαία βγήκε οργισμένη στους δρόμους τον Δεκέμβριο του 2008, κατάφερε να ταρακουνήσει και να προκαλέσει, μάλλον επειδή «κάποιοι φοβήθηκαν ότι θα αναγκαστούν να απαρνηθούν τη βολική καθημερινότητα, επειδή οι «επαναστάτες χωρίς αιτία» (ένας χαρακτηρισμός που τόσο αβίαστα μας προσάπτουν) ξύπνησαν, απέκτησαν αιτία να διαμαρτυρηθούν».
    Στον χαρακτηρισμό «επαναστάτες χωρίς αιτία» οι μαθητές απαντούν με ένα δριμύ κατηγορώ ενάντια στις συνθήκες που καταπνίγουν τη δημιουργική συμμετοχή των νέων στα κοινωνικά δρώμενα, κυρίως εκείνες που επικρατούν στην Παιδεία. Με τις πανελλαδικές εξετάσεις να έχουν γίνει αυτοσκοπός, την παραπαιδεία να έχει αναδειχθεί βασικός εκπαιδευτικός μοχλός και τις ιδιαίτερες κλίσεις των μαθητών να περιθωριοποιούνται, η εκπαίδευση έχει μετατραπεί «σε εμπορικό προϊόν που θεμελιώνει με κάθε ευκαιρία τις κοινωνικές ανισότητες». Τα βέλη τους στρέφουν άλλωστε και προς τα μέσα μαζικής ενημέρωσης: «Οι μεταποιημένες πληροφορίες, η χειραγωγούμενη ενημέρωση και η καλλιέργεια του αισθήματος φόβου το μόνο που κατορθώνουν είναι να απωθούν εμάς, τη νέα γενιά» σημειώνουν, τονίζοντας ότι το μόνο που ζητούν είναι αξιοπρέπεια και σεβασμό στον δέκτη της ενημέρωσης.


Ολοι φταίμε
«Εσείς φταίτε» είναι μια φράση συχνή στα στόματα των νέων- με το «εσείς» να αναφέρεται στους γονείς, στους δασκάλους, στους «μεγάλους», στους πολιτικούς, σε οποιαδήποτε μορφή εξουσίας. Ωστόσο οι συμμαθητές του νεκρού Αλέξανδρου κατορθώνουν να κάνουν ένα βήμα παραπέρα και αναγνωρίζουν ότι πίσω από τα προβλήματα δεν κρύβεται ένας αόρατος φταίχτης, αλλά όλοι εμείς. « Εμείς οι ίδιοι και ο παθολογικός μεσσιανισμός που μας καταδιώκει... Έχουμε όλοι βολευτεί, όλοι φοβόμαστε να θυσιάσουμε κάτι από την αποχαυνωμένη και βολεμένη ζωή μας» γράφουν.
   Το απρόσωπο κράτος οι μαθητές το αντικαθιστούν με το δικό τους όνειρο: μια κοινωνία «που δεν είναι ανταγωνιστική αλλά συναγωνιστική, δεν είναι βίαιη αλλά ειρηνική, δεν είναι ωφελιμιστική αλλά συλλογική». Και γνωρίζουν καλά ότι μια τέτοια κοινωνία δεν χτίζεται μόνο από τους νέους (όσο ορμητικοί και αν είναι) και γι΄ αυτό δεν επιδιώκουν να «ανατρέψουν το σύστημα», απλώς ζητούν τον σεβασμό των μεγαλύτερων γενεών. «Η απόρριψη μας πληγώνει. Μας καθηλώνει, γιατί χωρίς συνεργασία δεν μπορούμε να πάμε μακριά. Ας σταματήσουν λοιπόν πια οι «μεγάλοι» (και πιθανότατα συμβιβασμένοι) να μας καταδικάζουν και ας κάνουμε επιτέλους ένα βήμα προς την ουσιαστική πρόοδο». Και καταλήγουν, απλώνοντας το χέρι: «Εμείς σας σεβόμαστε, σας ακούμε, είμαστε πρόθυμοι. Εσείς;».
[Πηγή ΤΟ ΒΗΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ, 13 Ιουνίου 2010]