Κυριακή, 29 Αυγούστου 2010

Αξίζει τον κόπο να πας πανεπιστήμιο;

Δυο διαφορετικές απόψεις για την αξία των πανεπιστημιακών σπουδών σήμερα
     Κατά τη δεκαετία του 1920 ο πατέρας μου ήταν στο δημοτικό, η υποχρεωτική εκπαίδευση ήταν τέσσερα χρόνια και τα περισσότερα παιδιά, κυρίως τα κορίτσια, δεν την ολοκλήρωναν. Στο δικό μου δημοτικό, δεκαετία του 1950, η υποχρεωτική εκπαίδευση ήταν έξι χρόνια- και έφερνε με τη βία ο χωροφύλακας παιδιά από τα χωράφια που τα είχαν κρατήσει οι γονείς για τις αγροτικές εργασίες. Στη δεκαετία του 1980 ήσαν μαθήτριες οι κόρες μου, είχαν γίνει εννέα τα χρόνια- και συζητάμε να τα κάνουμε δώδεκα: οι στοιχειώδεις γνώσεις για την κοινωνικοποίηση των ανθρώπων απαιτούν τριπλάσιο χρόνο σε σχέση με δύο γενιές πριν. Ούτε ο χρόνος εργασίας άλλαξε τόσο δραστικά, ούτε το προσδόκιμο ζωής, ούτε ο χρόνος συνταξιοδότησης- μόνο η στρατιωτική θητεία μειώθηκε τόσο πολύ γιατί έπαψε να θεωρείται υποχρεωτικό στάδιο της κοινωνικοποίησης, «το μεγαλύτερο σχολείο».
     Από την τάξη μου στο δημοτικό στα Λεχαινά, ήμασταν 50-60 παιδιά, φθάσαμε 2-3 στο πανεπιστήμιο, 5%. Στα τέλη του 1960 οι πτυχιούχοι στην Ελλάδα δεν ξεπερνούσαν το 2% του πληθυσμού. Σήμερα είναι κοντά στο 20%, λιγότεροι από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο- και ας γράφουν κάποιοι ξανά και ξανά ότι έχουμε τους περισσότερους πτυχιούχους στην Ευρώπη.


Κάθε χρόνο οι υποψήφιοι φοιτητές βιώνουν την ίδια αγωνία: να πάψουν να είναι υποψήφιοι και να γίνουν φοιτητές
     Κάποτε η στοιχειώδης εγγραμματοσύνη απαιτούσε τον χειρισμό συμβολικών συστημάτων που ήσαν σχετικά εύκολο να αφομοιωθούν- εύκολο από τη σημερινή σκοπιά, γιατί τότε έλεγαν «ανάθεμα τα γράμματα και εκείνον που τα βρήκε», αν και η ρήση, περισσότερο και από την αγανάκτηση του μαθητή, εκφράζει τον αποτροπιασμό αυτών που διαχειρίζονταν τα παραδοσιακά συμβολικά συστήματα της προφορικότητας για τους δαίμονες αμφισβήτησης που δημιουργούσε η εγγραμματοσύνη. Σήμερα τα συμβολικά συστήματα που οργανώνουν τις κοινωνίες μας (από τα σήματα της Τροχαίας ως τις ξένες γλώσσες, τη χρήση ηλεκτρονικού υπολογιστή ή βίντεο) και είναι αναγκαία για την επικοινωνία, την προσωπική έκφραση μέσα από το τραγούδι και τον χορό ή τη δημιουργία blog, για την κατανόηση της πολιτιστικής ιδιαιτερότητας του τουρίστα και τη δουλειά στο γραφείο, στο εργοστάσιο ή στο χωράφι- τα συμβολικά συστήματα είναι τόσο πολλά και τόσο πολύπλοκα που δημιουργούν την ανάγκη τής «διά βίου εκπαίδευσης». Το ότι ζούμε σε «κοινωνίες και οικονομίες της γνώσης», σημαίνει πως για να ζουν εν κοινωνία και να μπορούν να παράγουν πλούτο, διανοητικό και υλικό, οι άνθρωποι πρέπει να μάθουν να κολυμπούν σε βαθιά, και ενίοτε σκοτεινά, σημειωτικά συστήματα- αλλιώς πνίγονται.


Γιατί χρειάζονται οι εξετάσεις;
     Αρκεί μόνο να σκεφθούμε ότι κάποτε για την εκμάθηση της γραφής αρκούσαν το κοντύλι και η πλάκα, ενώ σήμερα απαιτείται ηλεκτρονικός υπολογιστής: παχύτατο στρώμα τεχνολογίας διαμεσολαβεί πια τη γραπτή επικοινωνία. Τα ίδια ισχύουν και για τις αγροτικές εργασίες: ως πριν από 50 χρόνια ο χωρικός διέθετε τη γνώση για να κατασκευάσει το ξύλινο άροτρο (με τη βοήθεια του γύφτου για το υνί), ενώ σήμερα τον ενώνει με τη γη η τεχνολογία των γερμανικών τρακτέρ και των ολλανδικών σπόρων. Και σου λένε μετά, μεταξύ παστεριωμένου τυρού και υβριδικού αχλαδίου, «τι χρειάζεται ΤΕΙ υδροπονικών καλλιεργειών;».
    Το ερώτημα είναι γιατί να χρειάζονται εξετάσεις για να μάθεις τις υδροπονικές καλλιέργειες από τη στιγμή που έχεις πιστοποιήσει τη γνωστική σου επάρκεια ως απόφοιτος λυκείου. Σε ποια άλλη χώρα της Ευρώπης συμβαίνει αυτό; Ευτυχώς, η Αννα Διαμαντοπούλου με τις πρόσφατες δηλώσεις της άνοιξε τον δρόμο για το αυτονόητο: την κατάργησή τους.
Ενοχλούν τα πτυχία
     Η τριτοβάθμια εκπαίδευση (γενικότερα, η μεταλυκειακή εκπαίδευση) είναι αναπόδραστη ανάγκη, προϋπόθεση για την κοινωνικοποίηση των νέων, την ένταξή τους στην πολιτισμική πραγματικότητα της εποχής μας, την ολοκλήρωση της προσωπικότητάς τους. Αλλά ας όψεται η «Γενιά του ΄30» που, εν ονόματι της «αυθεντικότητας», θεοποίησε την αγραμματοσύνη στο πρόσωπο του Μακρυγιάννη και του Θεόφιλου- για τούτο διαβάζουμε κάθε τόσο ότι «έχουμε μεγάλο ποσοστό πτυχιούχων»: ενοχλούν τα πτυχία. Και οι ιερεμιάδες κατά της «αποξενωτικής τεχνολογίας» και της «εργαλειακής γνώσης» δεν είναι παρά η σύγχρονη εκδοχή του «ανάθεμα τα γράμματα και εκείνον που τα βρήκε»: τις εκφωνούν οι κάτοχοι της αυθεντικής γνώσης που αντιδιαστέλλουν «μόρφωση και «εκπαίδευση» (οι ανεκπαίδευτοι Μακρυγιάννης και Θεόφιλος ήσαν βαθύτατα μορφωμένοι).
    Όσοι υποστηρίζουν «τι τους θέλουμε τόσους πτυχιούχους; Ας πηγαίνουν σε επαγγελματικές σχολές μετά το γυμνάσιο», αυτοί θέλουν να στερήσουν από τα παιδιά το κολύμπι σε πλούσια και πολύπλοκα σημειωτικά συστήματα, να τους απαγορεύσουν το λύκειο και τη μεταλυκειακή εκπαίδευση, την πρόσβαση στην ανοιχτή θάλασσα της γνώσης: τα θέλουν εργαλειομηχανές εμβαπτισμένες στην αυθεντικότητα του «λαϊκού ανθρώπου» που ενσωματώνει αυτοφυώς τη σοφία του Μακρυγιάννη και του Θεόφιλου• και του Καραγκιόζη, το ξέχασα αυτό το πρότυπο των πρεσβευτών της αγραμματοσύνης.
[ΠΗΓΗ ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ Κ.ΨΥΧΟΓΙΟΥ ΝΕΕΣ ΕΠΟΧΕΣ ΤΟ ΒΗΜΑ
Κυριακή 29 Αυγούστου 2010]

Και η άλλη πλευρά: «ένα χαρτί χωρίς αντίκρισμα» το πτυχίο…
Οι ακόρεστοι γονείς και το κεκορεσμένο πανεπιστήμιο, μαζί με τη μίζερη εκπαιδευτική πολιτική μας, βλάπτουν ομοίως.
    Σε περίπτωση που ένας υποψήφιος των ΑΕΙ μου έθετε το ερώτημα αν τελικά αξίζει τον κόπο να εμπλακεί σε μια τέτοια ανώφελη ταλαιπωρία, να μπει στο πανεπιστήμιο δηλαδή (η αλήθεια είναι το ερώτημα μού έχει τεθεί επανειλημμένως), ευθέως τουλάχιστον δεν θα τον απέτρεπα. Κανείς δεν έχει δικαίωμα να αποτρέπει έναν νέο άνθρωπο από τα όνειρά του. Ομως θα του επεσήμαινα ορισμένα δεδομένα τα οποία ενδεχομένως θα τον έκαναν να ξανασκεφθεί το εγχείρημά του. Με τους γονείς του δεν θα άνοιγα συζήτηση, επειδή, αν και μεγάλοι και με κάποια πείρα, οι περισσότεροι, περιέργως και μάλλον παράλογα, εξακολουθούν να θεωρούν ότι το πανεπιστήμιο αποτελεί μια πρώτης τάξεως επιλογή για τα παιδιά τους.
    Αυτή η γονεϊκή εμμονή ίσως να είναι μια άλλη αιτία για την οποία μια προσωρινή «επιτυχία», δηλαδή η εισαγωγή στα ΑΕΙ, οδηγεί τελικά σε μια παρατεταμένη αποτυχία.
1 Στα δικά μας χρόνια η εισαγωγή στο πανεπιστήμιο, και οπωσδήποτε η επιτυχής αποφοίτηση, αποτελούσε σχεδόν βέβαιη εγγύηση για μια θέση εργασίας, μικρή ή μεγάλη, αδιάφορο. Και η θεωρητική και η πρακτική κατεύθυνση, και η φιλολογία και η νομική και η ιατρική και η αρχιτεκτονική εκεί οδηγούσαν: σε κάποια εκπλήρωση της αγαθής φιλοδοξίας μας. Παρά ταύτα, το πανεπιστήμιο τότε δεν είχε την «ποικιλία» του σημερινού, οι δυνατότητές του ήταν, θα έλεγε κάποιος, σαφώς περιορισμένες, οι πολιτικοοικονομικές συνθήκες δυσκολότερες από ό,τι σήμερα, κάποτε μάλιστα απαγορευτικές για πάρα πολλούς αξιόλογους νέους. Ομως οι απαιτήσεις του ήταν υψηλότερες συγκριτικά με τις παροχές του. Αυτό μας ωφέλησε. Φαίνεται οξύμωρο αλλά η ελληνική κοινωνία από το τέλος του Εμφυλίου ώς τα μέσα της δεκαετίας του Εξήντα πορεύτηκε μέσα σε αυτό το οξύμωρο.
2 Σήμερα το μόνο που προσφέρουν τα ΑΕΙ είναι ένα «χαρτί» που ουσιαστικά δεν αντιπροσωπεύει τίποτε. Τα διπλώματα αποτελούν ένα τυπικό εφόδιο που ελάχιστες φορές ωφελεί αυτό καθεαυτό. Οταν βέβαια δεν βλάπτει κιόλας, επειδή κάποτε συμβαίνει και αυτό. Η κατάσταση του πανεπιστημίου μας, που όλο και χειροτερεύει, κάνει τη συντριπτική πλειονότητα των φοιτητών να βρίσκονται σε θέση χειρότερη από ό,τι ο μυθικός Σίσυφος. Εκείνος είχε καταδικαστεί να σπρώχνει ένα βράχο ψηλά στην κορυφή, όμως την κρίσιμη στιγμή ο βράχος τού ξέφευγε και ξανακυλούσε κάτω. Ο σημερινός φοιτητής νιώθει ματαιωμένος καθώς η Πολιτεία τον οδηγεί στην ευκολία μιας άχαρης κατηφόρας. Σε ένα πάτο, εντέλει, σε μια γελοία και τραγική συνάμα αποκλιμάκωση αξιών και ονείρων. Η σοβούσα οικονομική κρίση μπορεί κάποτε να περάσει, η εκπαιδευτική κρίση πώς και πότε; Με τα κόλπα του χθεσινού και του σημερινού Υπουργείου; Ηδη τα πολλά και ποικίλα ελλείμματα της Παιδείας και της Εκπαίδευσης βοούν.
3 Το μεγαλύτερο, το πιο ειδεχθές έγκλημα όλων των κυβερνήσεων από τη Μεταπολίτευση κι εδώ έχει να κάνει με την Παιδεία. Δεν φαίνεται με την πρώτη ματιά. Φαίνεται όμως με την πρώτη διαδήλωση και την πρώτη πέτρα πάνω στη βιτρίνα... 35 χρόνια από τη Μεταπολίτευση δεν έχουμε τη στοιχειώδη εθνική εκπαιδευτική πολιτική μιας Πολιτείας που σέβεται τον εαυτό της. Περιμένουμε σωτηρία από τους εκάστοτε κομματικούς «σοφούς». Τι νόημα λοιπόν έχει να εισαχθεί ένα νέο παιδί στο ελληνικό πανεπιστήμιο σήμερα; Για να βολεφτεί με ένα σύγγραμμα; Να καθίσει σε ένα θλιβερό Αμφιθέατρο και να ακούει ανόητες διαλέξεις; Να συμμετάσχει σε ένα κακόπαθο φοιτητικό κίνημα που ως απώτατο όραμα έχει το «άσυλο», τις καταλήψεις και τα κομματικά «ζήτω»;
Επιλογικά ερωτήματα.
Άξιζε άραγε τότε περισσότερο τον κόπο να πάει κάποιος στο πανεπιστήμιο, από ό,τι σήμερα; Ήταν τα πράγματα τότε πιο δίκαια, πιο ορθολογικά; Η απάντηση δεν μπορεί να κριθεί ούτε από τις φθορές και τις δυσκολίες των χρόνων εκείνων, ούτε από τα σημερινά προβλήματα. Η απάντηση μπορεί να κριθεί ίσως αν μετρήσουμε τις όποιες δυνατότητες είχαμε τότε και τις πολλές δυνατότητες που μας δόθηκαν γενναιόδωρα τα τελευταία 35 χρόνια. Δυνατότητες και ευκαιρίες όχι μόνο για την Παιδεία, αλλά και για την οικονομία, τον πολιτισμό, την υγεία, την κοινωνική αλληλεγγύη. Για όλα. Αυτές τις ευκαιρίες και τις δυνατότητες τις σπαταλήσαμε με αφροσύνη. Τα αποτελέσματα της Μεγάλης Σπατάλης φαίνονται στην τρέχουσα οικονομική κρίση. Τη σπατάλη τόσων νεανικών ονείρων, μπορεί ένας Γραμματέας κι ένας Υπουργός Παιδείας (μιλώ γενικά) να την εννοήσει; Τελικό ερώτημα. Μπορεί η Πολιτεία να μάς δώσει ένα και μόνο λόγο γιατί πρέπει αυτό το παιδί να σπουδάσει; Ένας και μόνο θα αρκούσε.

[Γιώργης Γιατρομανωλάκης ομότιμος καθηγητής Κλασικής Φιλολογίας και συγγραφέας, ΤΟ ΒΗΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 29 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 2010]