Κυριακή, 5 Σεπτεμβρίου 2010

ΦΑΚΕΛΟΣ: ειδική αγωγή (ΕΡΕΥΝΑ στη Σαββατιάτικη ΕΛΕΥΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ 4/9/2010)

Παιδιά ενός κατώτερου σχολειού
Απ' ό,τι φαίνεται, η σχολική χρονιά δεν αρχίζει την ίδια μέρα και με τις ίδιες προϋποθέσεις για όλους τους μαθητές: Αίθουσες-κλουβιά, λειτουργικά κενά, αδυναμία παροχής ειδικού εκπαιδευτικού εξοπλισμού και παιδαγωγικών μέσων, εκπαιδευτικοί με στοιχειώδη επιμόρφωση, τάξεις που ξεκινούν ολόκληρους μήνες μετά την έναρξη του σχολικού έτους, όλα αυτά συνθέτουν τη ζοφερή εικόνα ενός τομέα της Παιδείας της, κατά τ' άλλα, ευρωπαϊκής Ελλάδας του 21ου αιώνα.
Στον απόηχο του πρώτου κουδουνιού για τη φετινή σχολική χρονιά, τα Ειδικά Σχολεία μετρούν και πάλι πληγές κι απώλειες. Στο έλλειμμα ενημέρωσης των γονέων των παιδιών με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες γύρω από τις ενέργειες που απαιτούνται ώστε να κατορθώσει το παιδί να φοιτήσει σωστά, έρχεται να προστεθεί η γνωστή κρατική ολιγωρία που διατηρεί σε χαμηλό επίπεδο την ειδική εκπαίδευση στη χώρα μας.

    Το ζήτημα της Ειδικής Αγωγής και Εκπαίδευσης, με βάση τα πιο πρόσφατα πορίσματα εκπαιδευτικών ερευνών, ανακινείται ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια στη χώρα μας -δεδομένου ότι, μέχρι πολύ πρόσφατα, το παιδί με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες αντιμετωπιζόταν περίπου ως ο «παρίας» της εκπαιδευτικής διαδικασίας, τόσο από τον σχολικό περίγυρο όσο και από το ίδιο το εκπαιδευτικό σύστημα-, ενώ και το νομικό πλαίσιο (όπως διαμορφώθηκε με τον νόμο 2817/2000) τείνει, έστω και τυπικώς, να εκσυγχρονιστεί και να εναρμονιστεί με την ευρωπαϊκή πολιτική για την καταπολέμηση του κοινωνικού αποκλεισμού και την ενσωμάτωση των μαθητών με ειδικές ανάγκες μέσα στα κοινά σχολεία.
    Οι κινήσεις που έγιναν τα τελευταία χρόνια, παρ' ότι βεβιασμένες και πρόχειρες ως προς την υλοποίησή τους, ήταν προς τη σωστή κατεύθυνση -όπως οι νέες σχολικές δομές που δημιουργήθηκαν, τα τμήματα ένταξης μέσα στα σχολεία της γενικής εκπαίδευσης, τα Ειδικά Σχολεία για διάφορες κατηγορίες μαθητών με σύνθετες ανάγκες, τα Προγράμματα Συνεκπαίδευσης, τα Εργαστήρια Ειδικής Επαγγελματικής Εκπαίδευσης και Κατάρτισης, τα ΤΕΕ Ειδικής Αγωγής, τα Κέντρα Διάγνωσης, Αξιολόγησης και Υποστήριξης των Μαθητών με Ειδικές Ανάγκες κ.λπ.- και έθεσαν τις βάσεις για την αντιμετώπιση των αναγκών του παιδιού που χρειάζεται ειδικό εκπαιδευτικό χειρισμό. Ουσιαστική ήταν και η δημιουργία παιδαγωγικών τμημάτων Ειδικής Αγωγής στα ελληνικά πανεπιστήμια (όπως εκείνο του Πανεπιστημίου της Θεσσαλίας που ιδρύθηκε το 1998) που σκοπό έχουν να εφοδιάσουν την όψιμη προσπάθεια αναβάθμισης της Ειδικής Αγωγής στην Ελλάδα με ειδικευμένο εκπαιδευτικό προσωπικό. Παράλληλα, «τρέχουν» δεκάδες προγράμματα ευαισθητοποίησης, επιμόρφωσης και εξειδίκευσης των εκπαιδευτικών πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης στη διδασκαλία μαθητών με διαφορετικές ειδικές ανάγκες.
   Μολαταύτα πολλά προβλήματα αντιμετωπίστηκαν εξαρχής πλημμελώς, δεκάδες παραμένουν άλυτα, ενώ όλο και περισσότερες αντιξοότητες εμφανίζονται χρόνο με τον χρόνο - οι τελευταίες έχουν να κάνουν με τη λειτουργία των νέων δομών Ειδικής Αγωγής και με τις τάξεις ένταξης, με την αύξηση του πληθυσμού των μαθητών Ειδικής Αγωγής στα σχολεία γενικής εκπαίδευσης και, κυρίως, με τις τραγικές ελλείψεις που παρατηρούνται στη στελέχωση των σχολείων Ειδικής Αγωγής.
    Η συνολική εικόνα του χώρου της Ειδικής Αγωγής μόνο πολύ πρόσφατα άρχισε να καταγράφεται συστηματικά - παρ' ότι η Ειδική Αγωγή στην Ελλάδα λειτουργεί οργανωμένα εδώ και πάνω από 30 χρόνια. Η τελευταία μεγάλη έρευνα-χαρτογράφηση του χώρου της Ειδικής Αγωγής πραγματοποιήθηκε το 2004 από το Τμήμα Ειδικής Αγωγής και Εκπαίδευσης του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου, ενώ έκτοτε, κάθε χρόνο, οι υπεύθυνοι του υπουργείου Παιδείας αναλαμβάνουν να επικαιροποιούν τα στοιχεία που τους παρέχονται από τα ίδια τα σχολεία.
  Η έρευνα που πραγματοποίησε η «Ε» γύρω από τον χώρο της Ειδικής Αγωγής και Εκπαίδευσης κατέληξε σε ορισμένα συμπεράσματα: Αρχικά, παρατηρείται μια σημαντική ανισοκατανομή δομών και υπηρεσιών στις περιφέρειες και τους νομούς της χώρας σε ό,τι αφορά σχολεία Ειδικής Αγωγής και τμήματα ένταξης στα «συμβατικά» σχολεία. Χαρακτηριστική είναι η πλήρης έλλειψη δομών και υπηρεσιών σε ορισμένους νομούς. Επιπροσθέτως, οι Σχολικές Μονάδες Ειδικής Αγωγής (ΣΜΕΑ) οι οποίες συστεγάζονται με σχολεία γενικής εκπαίδευσης -τακτική που ακολουθείται προκειμένου να ομαλοποιείται η ένταξη των μαθητών Ε.Α. στην ευρύτερη σχολική κοινότητα- δεν λειτουργούν με τους όρους που θα έπρεπε. Παρατηρήθηκαν ελλείψεις σε χώρους, ενώ πολλές φορές τα τμήματα Ε.Α. φιλοξενούνται σε ακατάλληλους χώρους, όπως αποθήκες, ISOBOX, γραφεία κ.λπ.
    Επιπροσθέτως, πέραν του γνωστού ζητήματος της έλλειψης προσωπικού με εξειδίκευση πάνω στην Ειδική Αγωγή, παρατηρούνται δυσχέρειες, όπως η υπολειτουργία των θεσμών ένταξης (κυρίως στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση), η μη παροχή εκπαιδευτικών προγραμμάτων ειδικά προσαρμοσμένων για τα διαφορετικά είδη ειδικών εκπαιδευτικών αναγκών, καθώς και η απουσία τεχνικού εξοπλισμού.
   Μέσα σ' όλα αυτά, οι κατά τόπους σύλλογοι εκπαιδευτικών Ειδικής Αγωγής και γονέων παιδιών με ειδικές ανάγκες κάνουν λόγο για «ζοφερή» πραγματικότητα των Ειδικών Σχολείων, των τμημάτων ένταξης και των λοιπών εκπαιδευτικών δομών για άτομα με αναπηρίες. Πέρυσι, για το σχολικό έτος 2009-2010, οι εκπρόσωποι της Εθνικής Συνομοσπονδίας ΑμεΑ παρέθεσαν όλα εκείνα τα στοιχεία που φανέρωναν ότι για ακόμη μία χρονιά πολλοί μαθητές ειδικής αγωγής δεν κάθισαν στα θρανία. Δεκάδες σχολεία δεν κατάφεραν καν να ανοίξουν, ελέω έλλειψης εκπαιδευτικού ή βοηθητικού προσωπικού ή στοιχειωδών δομών, βιβλίων και εξοπλισμού. Για τα οποία, φυσικά, μεριμνεί η ελληνική πολιτεία.
[Της ΚΑΤΙΑΣ ΑΝΤΩΝΙΑΔΗ, ΦΑΚΕΛΟΣ Σαββατιάτικης ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑΣ 5/9/2010]


Προβλήματα που χρονίζουν
Στο λυκαυγές της νέας σχολικής χρονιάς τα άτομα με αναπηρία και οι οικογένειές τους ανησυχούν.
Έλλειψη προσβάσιμων σχολικών κτιρίων, προβλήματα και αδυναμίες του συστήματος μετακίνησης των μαθητών με αναπηρία, ελλείψεις στα ωρολόγια προγράμματα και στο εκπαιδευτικό υλικό των Ειδικών Σχολείων και των Τμημάτων Ένταξης των Γενικών Σχολείων, καθυστερήσεις στους διορισμούς των εκπαιδευτικών στα Ειδικά Σχολεία, έλλειψη παροχής παράλληλης στήριξης και συνεκπαίδευσης στους μαθητές με αναπηρία, έλλειψη ειδικού βοηθητικού προσωπικού, έλλειψη εκπαιδευτικών βιβλίων προσβάσιμων στα άτομα με αναπηρία είναι μερικά από τα σημαντικά προβλήματα που χρονίζουν και θέτουν ανυπέρβλητα εμπόδια στην είσοδο των ατόμων με αναπηρία στο εκπαιδευτικό μας σύστημα.
    Εύλογα, λοιπόν, προκύπτει το ερώτημα εάν το εθνικό εκπαιδευτικό μας σύστημα θα είναι έτοιμο φέτος να εντάξει όλα ανεξαιρέτως τα άτομα με αναπηρία, στη σωστή ημέρα και ώρα, σε σχολεία πλήρως προσβάσιμα, όπως άλλωστε επιτάσσει η θεσμικά κατοχυρωμένη υποχρεωτικότητα της εκπαίδευσης, που μέχρι σήμερα παραμένει ανεφάρμοστη και κενή περιεχομένου. Η πολιτεία οφείλει να δώσει κάποιες απαντήσεις εδώ και τώρα. Ποιες ενέργειες έχουν γίνει για να οργανωθεί η μετακίνηση των μαθητών με αναπηρία προς και από τα σχολεία τους; Υπάρχει συγκεκριμένο σχέδιο που θα διασφαλίσει τη διαρκή ποσοτική και ποιοτική αναβάθμιση των παρεχόμενων υπηρεσιών εκπαίδευσης προς τους μαθητές με αναπηρία; Υπάρχει συγκεκριμένο σχέδιο, ώστε τα παιδιά με αναπηρία που βρίσκονται εκτός του εκπαιδευτικού συστήματος να ενταχθούν σε αυτό;
    Πρέπει να γίνει συνείδηση όλων ότι στην αναπηρία τα πάντα συνδέονται σαν συγκοινωνούντα δοχεία: η έλλειψη προσβασιμότητας οδηγεί στον εγκλεισμό και τον αποκλεισμό από την εκπαίδευση και την απασχόληση. Η ίδια η έλλειψη εκπαίδευσης αποτελεί τροχοπέδη στην ανεύρεση εργασίας. Η έλλειψη εργασίας οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στη φτώχεια και την εξαθλίωση. Και η ένδεια με τη σειρά της απογυμνώνει τον άνθρωπο από την απόλαυση βασικών και θεμελιωδών δικαιωμάτων του. Είναι μείζον πολιτικό και κοινωνικό καθήκον της κυβέρνησης και όλου του πολιτικού κόσμου να θέσουν σε λειτουργία ένα μηχανισμό στήριξης των ατόμων με αναπηρία της χώρας και των οικογενειών τους. Ας είναι ένα ανοιχτό και επαρκές εκπαιδευτικό σύστημα η αρχή του τέλους της ομηρίας των ατόμων με αναπηρία. Γιατί η αντιμετώπιση των ατόμων με αναπηρία από ένα κράτος είναι, αν μη τι άλλο, δείγμα πολιτισμού.
[Του ΙΩΑΝΝΗ ΒΑΡΔΑΚΑΣΤΑΝΗ, Πρόεδρου Εθνικής Συνομοσπονδίας Ατόμων με Αναπηρία (ΕΣΑμεΑ.) ΦΑΚΕΛΟΣ Σαββατιάτικης ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑΣ 5/9/2010]


Δικαίωμα στην ισότητα
Η διεθνής σύμβαση για τα δικαιώματα του παιδιού διασφαλίζει ότι το παιδί με ειδικές ανάγκες είναι υποκείμενο των δικαιωμάτων, τα οποία θεσπίζει, χωρίς διάκριση και ισότιμα με τους συνομηλίκους του.
Θεσμοθετεί, επιπροσθέτως, δικαίωμα για ειδική φροντίδα και για συνθήκες που εγγυώνται αξιοπρεπή διαβίωση, αυτονομία και ενεργό συμμετοχή στην κοινωνική πραγματικότητα. Σ' αυτά, φυσικά, περιλαμβάνονται και η πρόσβαση στην εκπαίδευση, την επιμόρφωση και την αγορά εργασίας. Αλλωστε, όπως και οι ειδικοί αποφαίνονται, ο κοινωνικός αποκλεισμός δεν προκύπτει την ημέρα της ενηλικίωσης του ατόμου, παρά προηγείται, ήδη από τη γέννησή του και αναπτύσσεται ιδιαιτέρως μέσα στο σχολικό περιβάλλον.


Σύμφωνα με τον νόμο της Ειδικής Αγωγής 2817/2000, το βασικό όργανο που είναι υπεύθυνο για τη διοίκηση και λειτουργία της Ειδικής Αγωγής είναι το υπουργείο Παιδείας, Διά Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων. Η Διεύθυνση της Ειδικής Αγωγής λειτουργεί στο πλαίσιο του υπουργείου, ενώ η ίδια η πολιτεία δεσμεύεται να κατοχυρώνει και να αναβαθμίζει διαρκώς τον υποχρεωτικό χαρακτήρα της Ειδικής Αγωγής και εκπαίδευσης ως αναπόσπαστο μέρος της υποχρεωτικής δωρεάν δημόσιας παιδείας και να μεριμνά για την παροχή της στους μαθητές όλων των ηλικιών και για όλα τα στάδια και τις εκπαιδευτικές βαθμίδες.
    Σε κάθε εκπαιδευτική περιοχή της χώρας υπάρχουν ειδικοί σύμβουλοι, οι οποίοι συντονίζουν, επιβλέπουν και παρακολουθούν την παροχή της εκπαίδευσης στους μαθητές που φοιτούν στα ειδικά σχολεία και στις τάξεις ένταξης κάθε περιοχής.
    Τέλος, τα ΚΕΔΔΥ (Κέντρα Διαφοροδιάγνωσης, Διάγνωσης και Υποστήριξης) είναι ένας θεσμός ο οποίος λειτουργεί σε διάφορους νομούς της χώρας, με σκοπό την παροχή α) διαγνώσεων για τη φύση και το βαθμό δυσκολιών που έχουν τα άτομα με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες, β) συμβουλών σχετικά με την εγγραφή των μαθητών στο κατάλληλο εκπαιδευτικό πλαίσιο, γ) υπηρεσιών σε μαθητές, γονείς και εκπαιδευτικούς, δ) ειδικής παιδαγωγικής υποστήριξης και υπηρεσιών πρώιμης παρέμβασης.


Οικογένεια και παιδί με ειδικές ανάγκες
Οι οικογένειες των παιδιών με ειδικές ανάγκες αντιμετωπίζουν πολύπλοκα προβλήματα που μεγεθύνονται ακόμη περισσότερο λόγω των αρνητικών στάσεων και διαθέσεων της κοινωνίας.
     Η σοβαρότητα δε των προβλημάτων και ιδιαίτερα ο τρόπος με τον οποίο η οικογένεια αντιμετωπίζει το πρόβλημα, εξαρτάται από μια ποικιλία δυναμικών παραγόντων όπως είναι η προσωπικότητα των γονέων, τα αισθήματά τους για την αναπηρία, η κοινωνική τους τάξη κ.ά. Σύμφωνα με έρευνες, οι πιο συνηθισμένες αντιδράσεις της οικογένειας στο πρόβλημα είναι οι εξής: ενοχή, απελπισία, θυμός, ντροπή, λύπη... Η ενοχή είναι η αντίδραση που διαπιστώνεται με τη μεγαλύτερη συχνότητα στις σχετικές έρευνες. Αλλες επίσης συνηθισμένες αντιδράσεις είναι η ντροπή (τι θα πει ο κόσμος;) και η αγανάκτηση (γιατί να συμβεί αυτό σ' εμένα!). Αναζητώντας τις αιτίες του προβλήματος, οι γονείς καταλήγουν να θεωρούν υπεύθυνο για το πρόβλημα τον εαυτό τους, ή κατηγορεί ο ένας τον άλλον.
    Οι γονείς, περιμένοντας τη γέννηση του παιδιού τους, προσδοκούν αυτό να είναι υγιές. Η διαπίστωση της αναπηρίας τροποποιεί τη ζωή της οικογένειας. Συγκεκριμένα:
α) επιφέρει αναστάτωση στον ψυχισμό των γονέων, με δημιουργία συναισθημάτων θλίψης, απογοήτευσης, απόρριψης, ντροπής, υπερπροστατευτικής στάσης και αλλαγές γενικότερα στη συμπεριφορά,
β) διαφοροποιεί την κοινωνική ζωή των γονέων με τάσεις απομόνωσης,
γ) δημιουργεί οικονομικές απαιτήσεις εξαιτίας των αυξημένων αναγκών του παιδιού με ειδικές ανάγκες.
    Εχει διαπιστωθεί, σύμφωνα με έρευνες, ότι η αρνητική στάση μιας κοινωνίας απέναντι στο ανάπηρο άτομο και την οικογένειά του δυσχεραίνει σημαντικά την προσαρμογή αυτού στη συγκεκριμένη κοινωνία. Σε πολλές περιπτώσεις, όπως προαναφέρθηκε, οδηγεί σε απόσυρση, σε αγχολυτικές καταστάσεις, σε επιθετικότητα κι άλλα προβλήματα συμπεριφοράς, ακόμη και σε πλήρη απόρριψη ή μη αποδοχή του προβλήματος από το ίδιο το άτομο και την οικογένειά του. Επίσης, πρέπει να τονιστεί ότι άλλες δυσκολίες αντιμετωπίζουν οι οικογένειες των παιδιών με ειδικές ανάγκες στην περιφέρεια, στο «χωριό» (στήριξη από πολλά πρόσωπα, αλλά έλλειψη από ειδικούς) και άλλες δυσκολίες αντιμετωπίζουν στην πόλη, όπου λείπει η στήριξη από πρόσωπα του στενού οικογενειακού περιβάλλοντος, υπάρχουν ωστόσο περισσότερες ευκαιρίες να απευθυνθεί η οικογένεια σε ειδικούς.
    Οι οικογένειες με υψηλό μορφωτικό επίπεδο και καλή οικονομική κατάσταση έχουν περισσότερες δυνατότητες να βοηθήσουν το παιδί με ειδικές ανάγκες στο σπίτι με πολλούς τρόπους, σε αντίθεση με τις δυσκολίες που έχουν να αντιμετωπίσουν οι φτωχές οικογένειες ή οι οικογένειες με χαμηλό μορφωτικό επίπεδο. Επομένως, στην περίπτωση του υψηλού μορφωτικού επιπέδου του γονέα υπάρχει συνεχής προσπάθεια για βελτιωτικές κινήσεις.
    Αυτό, συμπερασματικά, οδηγεί στη δεύτερη περίπτωση, σε περιορισμό ή σε απώλεια του ελεύθερου χρόνου του γονέα. Στην περίπτωση αυτή είναι ουσιαστικό η οικογένεια να στηρίζεται ποικιλοτρόπως από όλους τους εμπλεκόμενους φορείς και ειδικούς με διάφορες ενέργειες και μέτρα στήριξης.


Τέτοια μέτρα στήριξης είναι:
1. η διεπιστημονική συνεργασία για την αντιμετώπιση των προβλημάτων της οικογένειας από κοινωνικό λειτουργό, ψυχολόγο, λογοθεραπευτή ή εργοθεραπευτή, πάντα σε συνεργασία με τον εκπαιδευτικό της Ειδικής Αγωγής, ο οποίος παρακολουθεί το παιδί,
2. η ενημέρωση των οικογενειών αυτών από τους ειδικούς, για τις δυσκολίες, αλλά και τις δυνατότητες του παιδιού, προτείνοντας πρόγραμμα κατάλληλο για τις ώρες εκτός σχολείου, το οποίο μπορεί να εφαρμόζει η οικογένεια, και
3. η συμβουλευτική γονέων.
Εντούτοις, τα παραπάνω μέτρα τα οποία προσφέρονται από ανάλογες υπηρεσίες, συχνά λείπουν εντελώς ή σε μεγάλο βαθμό υπολειτουργούν -ιδιαίτερα στην περιφέρεια.
[Του ΣΥΜΕΩΝ ΓΚΟΡΓΚΟΛΗ, Δάσκαλου Ειδικής Αγωγής, διευθυντή Διεύθυνσης Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης Ν. Αιτωλοακαρνανίας]


Ποιοι μαθητές χρειάζονται βοήθεια
Τα παιδιά με ειδικές ανάγκες και η αντιμετώπισή τους από την κοινωνία και το κράτος κάνουν την εμφάνισή τους από τα πρώτα χρόνια της ιστορίας του ανθρώπου.
   Στοιχεία για την ύπαρξη ατόμων με αδυναμίες κοινωνικής προσαρμογής έχουμε σε κείμενα της αρχαίας εποχής, γραμμένα από Έλληνες, Ρωμαίους και Εβραίους. Μετά τον Μεσαίωνα, όμως, ξεκινούν οι πρώτες οργανωμένες προσπάθειες ενασχόλησης με τη νοητική υστέρηση.
Ως μαθητές που χρειάζονται Ειδική Αγωγή κατά την εκπαιδευτική διαδικασία θεωρούνται:
* Τα παιδιά με φυσικές βλάβες (εκείνα που δεν έχουν σωματική αρτιμέλεια, έχουν κινητικά προβλήματα, πάσχουν από νευρολογικές ή ενδοκρινικές διαταραχές, αγγειακές και αναπνευστικές ασθένειες και παιδιά που πάσχουν από βλάβες όρασης και ακοής). Τα παιδιά αυτά φοιτούν κατά περίπτωση είτε σε κανονικά είτε σε ειδικά σχολεία (σχολεία κωφών, τυφλών, κινητικών προβλημάτων κ.ά.).
* Τα παιδιά με αυτισμό. Συνήθως αυτά τα παιδιά φοιτούν σε ειδικά σχολεία, υπάρχουν όμως και περιπτώσεις που παρακολουθούν σχολεία γενικού πληθυσμού τα οποία έχουν τμήμα ένταξης.
* Τα συναισθηματικά διαταραγμένα παιδιά. Συνήθως αυτά τα παιδιά ξεκινούν κανονικά με το σχολείο γενικού πληθυσμού και, ανάλογα με την εξέλιξή τους, συνεχίζουν ή όχι.
* Τα παιδιά με νοητική υστέρηση. Ανάλογα με τον βαθμό (ελαφριά, μέτρια, βαριά νοητική υστέρηση) φοιτούν είτε σε κανονικό σχολείο με τη στήριξη του τμήματος ένταξης, είτε σε ειδικό.
* Τα παιδιά με μαθησιακές δυσκολίες. Από το σύνολο των παιδιών με ειδικές ανάγκες ένα μεγάλο ποσοστό ενώ δεν παρουσιάζουν οπτική ή ακουστική βλάβη, νοητική υστέρηση ή συναισθηματική διαταραχή, δυσκολεύονται να αποκτήσουν δεξιότητες όπως ανάγνωση, έκφραση προφορική ή γραπτή, ορθογραφία, ή να αντιληφθούν μαθηματικές έννοιες. Οι μαθητές αυτοί παρουσιάζουν συνήθως υπερκινητικότητα, ερεθιστικότητα, δυσλεξία, μικρό βαθμό συγκέντρωσης.
Σήμερα είναι σαφές ότι το παιδί με ειδικές ανάγκες συνήθως ξεχωρίζει -ως προς το πώς κινείται, πώς αντιλαμβάνεται το περιβάλλον, πώς συμπεριφέρεται σε σχέση με τους συνομηλίκους του. Διαφέρει, φυσικά, ως προς τις ανάγκες του και ενδεχομένως ως προς τον τρόπο που κινείται, αντιλαμβάνεται, επικοινωνεί με τους άλλους ανθρώπους. Είναι, ωστόσο, απολύτως ισότιμο ως υποκείμενο δικαιωμάτων έναντι των συνομήλικων παιδιών.
Κατά το σχολικό έτος 2009-2010 ο αριθμός των μαθητών με ειδικές ανάγκες ανήλθε στους 30.006 (αύξηση σχεδόν 90% σε σχέση με το 2004). Γεγονός που αναδεικνύει τη σπουδαιότητα της λειτουργίας των δομών της Ειδικής Αγωγής.