Δευτέρα, 1 Νοεμβρίου 2010

Πάσχει το μάθημα της νεοελληνικής λογοτεχνίας στο σχολείο


Οι «κακές» σχέσεις των μαθητών με το λογοτεχνικό βιβλίο και πώς θα μπορούσε ν’ αλλάξει ολόκληρη η φιλοσοφία για τη διδασκαλία της λογοτεχνίας


Στο «νέο σχολείο» που οραματίζεται η ηγεσία του υπουργείου Παιδείας από φέτος κιόλας «καθιερώνεται ο θεσμός της φιλαναγνωσίας»: Ένα πρόγραμμα που θα εφαρμόζεται στις δύο πρώτες τάξεις του δημοτικού, με στόχο τη «σταδιακή εδραίωση μιας φιλικής σχέσης των μικρών μαθητών με το λογοτεχνικό βιβλίο».
Από μόνη της, η κίνηση είναι καλοδεχούμενη. Ποιο είναι όμως το γενικότερο πλαίσιο μέσα στο οποίο εντάσσεται; Και κατά πόσο μια τέτοια παρέμβαση μπορεί ν' απαλλάξει την ανάγνωση από τη ρετσινιά της αγγαρείας;
Χιλιάδες ελληνόπουλα, χωμένα για τα καλά στον υπολογιστή τους, είναι ανύποπτα για τον ρόλο που θα μπορούσε να παίξει η λογοτεχνία στην καθημερινή τους ζωή



Τους κερδίζει ο υπολογιστής
Το ότι οι έφηβοι, ειδικά τ' αγόρια, δεν διατηρούν και τις καλύτερες σχέσεις με τη λογοτεχνία το έχουμε διαπιστώσει εδώ και χρόνια, τουλάχιστον εμπειρικά. Αν κρίνουμε όμως από τ' αποτελέσματα πρόσφατα δημοσιευμένης έρευνας του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου, η παραπάνω διαπίστωση επιβεβαιώνεται πανηγυρικά. Η μεγάλη πλειονότητα των μαθητών του γυμνασίου από κάθε γωνιά της Ελλάδας που συμμετείχαν σ' αυτήν -συμπληρώθηκαν πάνω από 25.000 ερωτηματολόγια- δεν το κρύβουν: σε ποσοστό 75% ομολογούν πως διαβάζουν λίγο ή καθόλου λογοτεχνικά βιβλία και ένας στους τέσσερις εμφανίζεται να διαβάζει πολύ, βασικά πεζογραφία.
     Τα κείμενα που διδάσκονται στο σχολείο, μολονότι ανταποκρίνονται αρκετά στα ενδιαφέροντά τους (έτσι δήλωσε το 45%), σπανίως τους ανοίγουν την όρεξη για ν' ανακαλύψουν κι άλλα έργα των συγγραφέων που ανθολογούνται στα εγχειρίδια (47%). Και, ενώ τα κορίτσια δείχνουν να έχουν πιο ζεστή επαφή με το αντικείμενο, όσο περνούν κι αυτά από τη μία τάξη στην άλλη, όλο και απομακρύνονται από το εξωσχολικό διάβασμα. Το παιχνίδι μοιάζει να έχει χαθεί. Πράγμα που σημαίνει ότι χιλιάδες ελληνόπουλα, χωμένα για τα καλά στον υπολογιστή τους, είναι ανύποπτα για τον ρόλο που θα μπορούσε να παίξει η λογοτεχνία στην καθημερινή τους ζωή -στο ν' αποκτήσουν θετικά πρότυπα, να τονώσουν την αυτοπεποίθησή τους, να ξεκαθαρίσουν τα συναισθήματά τους, να κατανοήσουν συμπεριφορές που τους ξενίζουν, να συμφιλιωθούν με το ότι η ανθρώπινη φύση είναι αντιφατική.
     Η έρευνα του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου πραγματοποιήθηκε με την ευθύνη της δόκτορος φιλολογίας Χριστίνας Αργυροπούλου την περίοδο 2004-2006, με στόχο να προσδιοριστεί σε ποιον βαθμό πάσχει το μάθημα της νεοελληνικής λογοτεχνίας στο γυμνάσιο και με τι τρόπους θα μπορούσε η διδασκαλία του να γίνει πιο αποδοτική. Δεν στάλθηκαν όμως μόνο στα παιδιά ερωτηματολόγια αλλά και σε 2.803 καθηγητές. Όλως παραδόξως, οι τελευταίοι εμφανίζονται λάτρεις της λογοτεχνίας: Ένας στους τρεις δηλώνει πως διαβάζει πολύ για την προσωπική του απόλαυση, το 57% απαντάει αρκετά, μόνο το 11% λίγο, ενώ το ποσοστό εκείνων που δεν διαβάζουν καθόλου παρουσιάζεται μηδενικό... Αν όμως η λογοτεχνία είναι τόσο σημαντική για τους ίδιους, πώς και δεν καταφέρνουν να την κάνουν ελκυστική και για τους μαθητές; Μήπως το εκπαιδευτικό μας σύστημα τους σπρώχνει να λειτουργούν διεκπεραιωτικά;


«Όταν μπαίνει στη διδασκαλία το στοιχείο του καταναγκασμού, κάθε απόλαυση χάνεται»
Για τον πολυσχιδή Σάκη Σερέφα -ποιητή, ανθολόγο, δραματουργό και φιλόλογο, με δεκαετή θητεία στα θρανία της μέσης εκπαίδευσης- η όλη στρέβλωση ξεκινάει από την ένταξη του μαθήματος της λογοτεχνίας στην εξεταστέα ύλη. «Όταν μπαίνει το στοιχείο του καταναγκασμού, κάθε απόλαυση χάνεται». Τι κι αν το περιεχόμενο των σχολικών εγχειριδίων έχει από το 2006 ανανεωθεί; «Ενα ρετούς έγινε» υποστηρίζει ο ίδιος. «Η λογική των θεματικών ενοτήτων και της αποσπασματικότητας των κειμένων παραμένει. Στην πραγματική μας ζωή διαβάζουμε τα βιβλία ολόκληρα. Γιατί η αναγνωστική συμπεριφορά των παιδιών πρέπει να είναι διαφορετική;»
    Πράγματι, στα «Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας» και των τριών τάξεων του Γυμνασίου, η ύλη διαρθρώνεται γύρω από ενότητες όπως «Ο άνθρωπος και η Φύση», «Θρησκευτική ζωή», «Λαογραφία», «Οι φίλοι μας τα ζώα», «Εθνική ζωή», «Παλαιότερες μορφές ζωής», «Η βιοπάλη» ή «Ο καημός της ξενιτιάς»... Σ' αυτές εντάσσονται αποσπάσματα από ευρύτερες ποιητικές ή αφηγηματικές συνθέσεις που καλύπτουν από τον Σολωμό ή τον Δροσίνη ως τον Ελύτη και τον Ρίτσο, από τον Τέλλο Αγρα και τον Αργύρη Εφταλιώτη ως τον Καρούζο και τη Δημουλά, από τον Καζαντζάκη, τον Θεοτοκά και τον Βενέζη ως τους Βαλτινό, Ζέη και Θέμελη, και από τον Καρκαβίτσα, τον Ουράνη ή τον Κρυστάλλη ως τη Μέλπω Αξιώτη και τον Δημήτρη Χατζή.


Θεσμός φιλαναγνωσίας
Τι κι αν 95% των καθηγητών -στην ίδια πάντα έρευνα- πιστεύουν πως η αξιοποίηση της μελοποιημένης ποίησης θα έκανε το μάθημα πιο ενδιαφέρον; Τέτοια ενότητα δεν προστέθηκε στα νέα βιβλία. Αν μη τι άλλο, υπάρχουν στίχοι του Σαββόπουλου, δείγματα γραφής περισσότερων μεταπολεμικών συγγραφέων -Ταχτσής, Κουμανταρέας, Σωτηρίου, Γαλανάκη, Σκαμπαρδώνης, Σουρούνης κ.ά.- καθώς και κείμενα με ξένες υπογραφές, όπως των Τσέχοφ, Μπρεχτ, Πρεβέρ, Χικμέτ ή Αντουάν ντε Σεντ-Εξιπερί. Οι ερωτήσεις εν τούτοις που συνοδεύουν το μάθημα είναι κατά κανόνα φιλολογικού-γραμματολογικού τύπου, ενώ η λεπτομερής ανάλυση του κειμένου λειτουργεί συνήθως απωθητικά. Όπως και στα υπόλοιπα μαθήματα έτσι κι εδώ, τα θέματα SOS τα αναζητούν τα παιδιά στο τέλος της χρονιάς. Κι όπως φάνηκε από ακόμα πιο πρόσφατη έρευνα του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου (2008), το 59% των μαθητών του γυμνασίου θεωρούν πως τα λογοτεχνικά τους εγχειρίδια δεν τους προσφέρουν ιδέες για δημιουργικές δραστηριότητες.
     Μέσα σ' αυτό το τοπίο, όπου ως γνωστόν και οι σχολικές βιβλιοθήκες καρκινοβατούν, φιλοδοξεί να επέμβει διορθωτικά το υπουργείο Παιδείας, αρχής γενομένης από το δημοτικό σχολείο. Ας σημειωθεί ότι στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση, αυτόνομο μάθημα λογοτεχνίας δεν υφίσταται κι ας κρίνεται απαραίτητο απ' όλους σχεδόν τους δασκάλους. Ενώ λοιπόν τα λογοτεχνικά κείμενα εξακολουθούν να προσεγγίζονται στο πλαίσιο της διδασκαλίας της «γλώσσας» (βλ. σύνταξη, γραμματική κ.ο.κ), από τη φετινή χρονιά, στα 800 ολοήμερα δημοτικά της επικράτειας, «καθιερώνεται ο θεσμός της φιλαναγνωσίας» για τα παιδιά που μένουν στο σχολείο ως το απόγευμα, με μία διδακτική ώρα τη βδομάδα για την Α' και τη Β' τάξη.
    Ουσιαστικά πρόκειται για μια σύμπραξη του υπουργείου Παιδείας με το Εθνικό Κέντρο Βιβλίου, που θα χρηματοδοτηθεί από κοινοτικά κονδύλια -μέσα στον Νοέμβριο θα πέσουν οι τελικές υπογραφές για την ένταξή του στο ΕΣΠΑ- το οποίο «δεν αποκλείεται να επεκταθεί σταδιακά στις υπόλοιπες τάξεις του δημοτικού, ενδεχομένως και στο γυμνάσιο» λέει ο Σάκης Σερέφας, υπεύθυνος σήμερα για τον συντονισμό του προγράμματος σε επτά νομούς της κεντρικής Μακεδονίας: «Στόχος είναι η εξοικείωση των μαθητών με το λογοτεχνικό βιβλίο, ως αντικείμενο πρώτα απ' όλα. Ο δάσκαλος θα βρίσκεται στο ίδιο επίπεδο με τα παιδιά, θα τους διαβάζει χαλαρά ιστορίες και, μέσα από παιγνιώδεις δραστηριότητες, όπως ζωγραφιές, κατασκευές, τραγούδια ή παντομίμα, θα τους μυεί στην απολαυστική εμπειρία της ανάγνωσης. Μια αρχή γίνεται. Γιατί το θέμα είναι ν' αλλάξει ολόκληρη η φιλοσοφία για τη διδασκαλία της λογοτεχνίας».

[ΠΗΓΗ: ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ στο Επτά της ΚΥΡΙΚΑΤΙΚΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑΣ 31/10/2010]