Τετάρτη, 3 Νοεμβρίου 2010

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΛΕΞΕΩΝ (περιδιαβάζοντας λεξικά της νεοελληνικής γλώσσας): ψηφίζω, ψήφος, αψηφώ, κουκκί, ρίχνω μαύρο


ψηφίζω, ψήφος, αψηφώ, κουκκί, ρίχνω μαύρο

Ψήφος: η προσωπική προτίμηση την οποία δηλώνει κάποιος όταν ψηφίζει. Δίνω την ψήφο σε κάποιον, τον ψηφίζω. Το ψηφίζω, τώρα, σήμαινε αρχικά «μετρώ, αριθμώ, λογαριάζω», π.χ. ψηφίζω δακτύλοις= λογαριάζω με τα δάχτυλα. Παράλληλα μαρτυρείται μεσαιωνικό επίθετο άψηφος= ανάξιος, περιφρονημένος. Από αυτό προέρχεται το ρήμα αψηφώ= δεν υπολογίζω, δεν δίνω σημασία, αδιαφορώ, περιφρονώ π.χ. αψηφώ τον κίνδυνο
 ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΛΕΞΗΣ: Στην αρχαία Ελλάδα χρησιμοποιούσαν για ψήφους όστρακα, κομμάτια από κεραμίδι κτλ. Με αυτή την έννοια η λέξη ψήφος, αρχικά, προσδιόριζε τη μικρή λεία πέτρα (απ εδώ και το ψηφιδωτό) την οποία χρησιμοποιούσαν για την καταμέτρηση εκλογικών προτιμήσεων. Επομένως η αρχική σημασία της λέξης είναι: πέτρα για αρίθμηση π.χ. για τον υπολογισμό ποσοτήτων που κατόπιν καταγράφονταν. Επειδή λοιπόν από τα αρχαία χρόνια χρησιμοποιούσαν μικρές πέτρες, τις οποίες έριχναν σε υδρία (αργότερα χρησιμοποίησαν κοχύλια ή βότσαλα, τα οποία μάλιστα χρωματίζονταν λευκά ή μαύρα, για να δηλώσουν αθωωτική ή καταδικαστική ψήφος), η λέξη σήμαινε «δήλωση προτίμησης σε ψηφοφορία». Ας σημειωθεί ότι η ψηφοφορία με ψήφους (πετραδάκια) γινόταν κατά κανόνα στα δικαστήρια, ενώ η εκλογή των αρχών γινόταν με τη χρήση κυάμων, δηλαδή κουκιών. Κυαμευτή ψηφοφορία ονομαζόταν η εκλογική διαδικασία για την ανάδειξη αρχόντων με τη χρήση κυάμων. Στα νεότερα χρόνια η ψηφοφορία δεν γινόταν ασφαλώς με κουκιά, αλλά με μολυβένια σφαιρίδια. Οι ψήφοι αυτές ονομάζονταν κουκιά, αποτέλεσαν δηλαδή τους σύγχρονους κυάμους. Από εδώ ίσως προέρχεται η γνωστή λαϊκή έκφραση «κουκιά μετρημένα». Ακόμη και η έκφραση «ρίχνω μαύρο» στις εκλογές ή το ρήμα «μαυρίζω» (για υποψήφιο) έχουν το αντίστοιχό τους στην αρχαία Ελλάδα: κατά την εκλογή αρχόντων με κυάμους και ενίοτε στα δικαστήρια, οι καταδικαστικές ψήφοι ήταν μαύρες.



Τα πρώτα ψηφοδέλτια χρησιμοποιήθηκαν στις Δημοτικές εκλογές του 1914. Μέχρι τότε σε κάθε εκλογικό τμήμα υπήρχαν τόσες κάλπες όσοι υποψήφιοι. Η κάθε κάλπη χωριζόταν εσωτερικά σε δύο μέρη που αντιστοιχούσαν, εξωτερικά, σε δύο χρώματα, το άσπρο (θετική ψήφος) και το μαύρο (αρνητική ψήφος). Απ εδώ και η φράση «τον μαύρισαν»
Ο ψηφοφόρος έπρεπε να περάσει απ΄ όλες τις κάλπες και να πάρει από τον κάθε υπάλληλο, που στεκόταν μπροστά από κάθε κάλπη, το σφαιρίδιο. Ο κάθε υπάλληλος φώναζε δυνατά το όνομα του υποψήφιου. Ο ψηφοφόρος καταψήφιζε ρίχνοντας σε όλες τις κάλπες την ψήφο στο μαύρο τμήμα , ενώ , μόνο, σε μία έριχνε το σφαιρίδιο στη λευκή. Για να γνωρίζουν τον ακριβή αριθμό των “δικών τους” και να αποφύγουν λαθροχειρίες η θετική ψήφος ήταν, συνήθως, δαγκωμένη, για να αναγνωρίζεται στην καταμέτρηση. Απ εδώ και η φράση «θα το ρίξω δαγκωτό» (Γ. Δαμιανός)

[ΛΕΞΙΚΑ: Γ. ΜΠΑΜΠΙΝΙΩΤΗ Λεξικό Νέας Ελληνικής Γλώσσας και Γ. ΜΠΑΜΠΙΝΙΩΤΗ Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας Ιστορία των Λέξεων με σχόλια και ένθετους πίνακες, ΛΕΞΙΚΟ ΤΗΣ ΚΟΙΝΗΣ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ Ιδρύματος Μανώλη Τριανταφυλλίδη ]