Πέμπτη, 16 Δεκεμβρίου 2010

Η δουλεία του δογματισμού και η αρετή της ανεκτικότητας

Η δουλεία του δογματισμού και η αρετή της ανεκτικότητας, δυο κείμενα που δίνουν πολλές αφορμές για ένα ευρύτερο προβληματισμό γύρω από τα θέματα του φανατισμού, της βίας και των συνεπειών τους



1ο ΚΕΙΜΕΝΟ: Η δουλεία του δογματισμού (απόσπασμα από δοκίμιο του Ε.Π. Παπανούτσου
      Από τη φύση του ιδεοπλάστης και ιδεολόγος ο άνθρωπος γίνεται από πνευματική αδράνεια και ηθική δειλία ιδεοληπτικός, αιχμάλωτος των ιδεών δούλος των διανοητικών προϊόντων του. Τέτοιος είναι ο μισαλλόδοξος και ο δογματικός. Εκείνος, που με πείσμα και ακαμψία κλείνεται μέσα στις ιδέες του αρνούμενος και το παραμικρό άνοιγμα στους τοίχους της φυλακής του. Επειδή δεν θέλει να δει, δεν μπορεί πλέον να δει τίποτα πέρα από το στενό πνευματικό του ορίζοντα. Ας θυμηθούμε την περίφημη πλατωνική αλληγορία: τους δεσμώτες του σπηλαίου. Από τη μακρά εγκάθειρξή τους στη σκοτεινή φυλακή έχασαν όχι μόνο τη δύναμη της όρασης, αλλά και τη θέληση να βγουν στο φως και ν’ αντικρίσουν τα ίδια τα πράγματα. Είναι τόσο καλά βολεμένοι, ήσυχοι και μακάριοι στον ίσκιο των ειδώλων του, ώστε εάν κανείς επιχειρήσει να τους τραβήξει έξω, διαμαρτύρονται, εξοργίζονται και είναι ικανοί να διαμελίσουν τον απερίσκεπτο ελευθερωτή τους.
      Τίποτα δεν ενοχλεί τον δογματικό όσο ο έλεγχος, η κριτική των άρθρων της πίστης του. Φοβάται μήπως αναγκαστεί να μετακινηθεί από τις θέσεις του και αμυνόμενος επιτίθεται εναντίον εκείνων που και διακριτικά ακόμη δοκιμάζουν να κλονίσουν την τυφλή βεβαιότητά του. Τους υποπτεύεται, αμφισβητεί τις καλές προθέσεις τους, δεν σκέπτεται καν να τους ακούσει. «Υπάρχουν» λέει, «αρχές, κανόνες έννοιες που βρίσκονται πέρα από κάθε αμφιβολία και είναι καθαρή μωρία να κατεβάζει κανείς από τα βάθρα τους αυτές τις σεβάσμιες ιδέες και να τις παραδίδει στον έλεγχο του τυχόντος». – Αν έμενε με την αντίληψη αυτή ο άνθρωπος, δεν θα είχε απομακρυνθεί πολύ από τα άλλα δίποδα ζώα. Ευτυχώς για τον πολιτισμό μας αποφάσισε νωρίς ν’ απαρνηθεί τις πνευματικές ανέσεις του και να ριψοκινδυνέψει στο πέλαγος της ελεγχόμενης γνώσης. Η ιστορία της επιστήμης (στα πρώτα αποφασιστικά βήματά της την έλεγαν: φυσιολογία και φιλοσοφία) είναι μια μακρά σειρά από τολμηρές πρωτοβουλίες για την απελευθέρωση του σκεπτόμενου ανθρώπου από την ιδεοληψία και το δογματισμό, με το επαναστατικό σύνθημα του «λόγον διδόναι». Παρά την ανευλάβεια που κατηγορείται ότι δείχνει απέναντι στον παραδοσιακό κώδικα των «αναμφισβήτητων αληθειών», ο επιστήμονας απαιτεί από κάθε ιδέα, οποιαδήποτε κι αν έχει σημαία, να δεχτεί τον έλεγχο και να επιδείξει τους τίτλους της. [απόσπασμα από κείμενο του Ε.Π. Παπανούτσου –– βιβλίο ΕΚΦΡΑΣΗ/ έκθεση για όλες τις τάξεις του Λυκείου Σπ. Κόυτρα σελ. 455]






2ο ΚΕΙΜΕΝΟ: Η αρετή της ανεκτικότητας
     Χαρακτηριστικό δημιούργημα των νεώτερων χρόνων, η ανεκτικότητα εμφανίστηκε ως αίτημα κατά τη διάρκεια των θρησκευτικών πολέμων που μάστιζαν την ήπειρό μας μετά τη Μεταρρύθμιση. Ο ορθολογικός διαφωτισμός περιέλαβε στον πυρήνα της ηθικής και πολιτικής διδασκαλίας του το καθήκον σεβασμού όποιων ανήκουν σε διαφορετική εθνότητα, ασπάζονται άλλη ή καμιά θρησκεία, μιλούν άλλη γλώσσα, έχουν διαφορετικό χρώμα δέρματος ή απλώς σκέφτονται διαφορετικά από εμάς. Οι αγώνες για ανεξιθρησκία, για κατάργηση των φυλετικών διακρίσεων, για ελευθερία του λόγου και της συνείδησης και, πάνω απ’ όλα, για καθιέρωση φιλελεύθερων και δημοκρατικών θεσμών συνδέονται άρρηκτα με το αίτημα της ανεκτικότητας. Η σημερινή κατάσταση, αλλά και η ευκολία με την οποία ορισμένοι, εν ονόματι μιας δήθεν κριτικής σκέψης, αμφισβητούν ριζικά την ηθική αξία του ορθολογισμού των νεοτέρων χρόνων, κάνει επίκαιρη την υπενθύμιση της σημασίας της ανεκτικότητας και των λόγων που την αναδεικνύουν αναγκαίο θεμέλιο των θεσμών μας.
     Η αξία της ανεκτικότητας προκύπτει ανάγλυφη, αν τη συγκρίνουμε με το αντίθετό της: το φανατισμό και τη μισαλλοδοξία. Καθημερινή εμπειρία όλων μας είναι ότι στον κόσμο δεν επικρατούν ενιαίες θρησκευτικές, πολιτικές, ηθικές αντιλήψεις και ότι στα διάφορα πρακτικά ερωτήματα που απασχολούν ένα μεγαλύτερο ή μικρότερο κύκλο ανθρώπων δε δίνονται συνήθως ομόφωνες απαντήσεις. Αυτό δεν είναι από μόνο του κακό. Το κακό αρχίζει εκεί όπου εμφανίζεται ο φανατισμός και μισαλλοδοξία. Φανατικός και μισαλλόδοξος δεν είναι απλώς όποιος είναι πεισμένος ότι οι δικές του αξίες, απόψεις και προτάσεις είναι ορθότερες. Το αποφασιστικό παραπέρα βήμα που κάνει είναι ότι αποκλείει εκ των προτέρων το να έχουν οι άλλοι ορθές αξίες, απόψεις και προτάσεις. Δεν είναι αυτός που έχει κάνει δικές του ορισμένες απόψεις, επειδή πιστεύει ότι είναι ορθές, αλλά αντίθετα αυτός που προβάλλει ως ορθές τις απόψεις του αποκλειστικά και μόνο επειδή είναι δικές του. Απορρίπτει έτσι τις απόψεις των άλλων όχι για την ουσία τους, αλλά για την προέλευσή τους, τις πολεμά αποκλειστικά και μόνο επειδή δεν είναι δικές του.
      Στο σημείο αυτό φαίνεται η ηθική υπεροχή της ανεκτικότητας, αλλά και άρρηκτος σύνδεσμος της ηθικής με τον ορθό λόγο. Η στάση του φανατικού και του μισαλλόδοξου είναι ακραία, εγωιστική και ανορθολογική. Τοποθετεί τον εαυτό του πριν από οποιαδήποτε άποψη ή αξία, πριν από οποιοδήποτε επιχείρημα. Το πρώτο πράγμα που κάνει είναι να ξεχωρίζει τον κόσμο στα δύο, σε ό,τι είναι δικό του και ό,τι είναι ξένο, σε εχθρούς και φίλους. Στην επικοινωνία του με τους άλλους (που δεν ανήκουν στην ίδια εθνότητα, θρησκευτική ομάδα) αυτό που εξετάζει πρώτο είναι η προέλευση των απόψεων, το αν δηλαδή πηγάζουν από το ατομικό ή συλλογικό εγώ με το οποίο ταυτίζει τον εαυτό του, οπότε οι απόψεις είναι αυτοδίκαια αυτές που πρέπει να επικρατήσουν ή αν προέρχονται από κάπου αλλού, οπότε οι απόψεις αυτές πρέπει αυτοδίκαια να απορριφθούν. Ο φανατισμός και η μισαλλοδοξία είναι αυτό ακριβώς: η ηθική και πολιτική αυτοδικία. Αντίθετα η ανεκτικότητα είναι η στάση εκείνου που, αν επιμένει στις απόψεις του, είναι επειδή έχει προηγουμένως προσπαθήσει να ελέγξει την ορθότητά τους. Είναι η στάση εκείνου που αναγνωρίζει και στους άλλους την ικανότητα να ελέγχουν αντίστοιχα τις δικές του. Είναι η στάση εκείνου που δέχεται εκ των προτέρων ότι μπορεί να έχει κάνει λάθος στις εκτιμήσεις του και που θεωρεί ευπρόσδεκτα τα επιχειρήματα των άλλων, γιατί τον βοηθούν να οξύνει τον έλεγχο του. Ο ανεκτικός είναι έτσι, σε τελευταία ανάλυση, εκείνος που κατά την αναζήτηση του πρακτέου σέβεται τους άλλους ως πρόσωπα ισότιμα μεταξύ τους και με τον ίδιο του τον εαυτό και εξαρτά τη λήψη της σωστής απόφασης από τον αμοιβαίο καλόπιστο έλεγχο των ανταλλασσόμενων επιχειρημάτων.
[απόσπασμα από κείμενο του Π.Κ. Σούρλα –– βιβλίο ΕΚΦΡΑΣΗ/ έκθεση για όλες τις τάξεις του Λυκείου Σπ. Κόυτρα σελ. 458]


Ασκήσεις
1. ΠΕΡΙΛΗΨΗ: Να ενημερώσεις τη τάξη σου για το περιεχόμενο του 2ου κειμένου με γραπτή περίληψη σε 90-110 λέξεις.
2. ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΙΔΕΑΣ ΣΕ ΠΑΡΑΓΡΑΦΟ: με θεματική πρόταση την ιδέα από το πρώτο κείμενο «χάσμα χωρίζει τον επιστήμονα από το φανατικό», να γράψεις μια παράγραφο με σύγκριση και αντίθεση.
3. ΚΡΙΣΕΩΣ: γιατί, κατά την άποψή σου, ο συγγραφέας του 2ου κειμένου χαρακτηρίζει τη στάση του φανατικού και μισαλλόδοξου «ακραία, εγωιστική και ανορθολογική»;
4. Υποστηρίζεται ότι το δοκίμιο έχει διδακτικό χαρακτήρα, δεν του ταιριάζει όμως ο δογματισμός. Επαληθεύονται αυτά τα χαρακτηριστικά του δοκιμίου στα κείμενα που διάβασες;
5. ΛΕΞΙΛΟΓΙΚΗ (και από τα δύο κείμενα): ποια είναι η ετυμολογία των παρακάτω σύνθετων λέξεων: ιδεοληπτικός, αιχμάλωτος, αλληγορία, σύνθημα, άρρηκτα, μισαλλοδοξία, απόφαση, άποψη
6. ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΚΕΙΜΕΝΟΥ: με αφορμή τα δύο κείμενα που διάβασες, να γράψεις κι εσύ ένα δοκίμιο 400-500 λέξεων για τα αίτια του φανατισμού, τις συνέπειες που μπορεί να έχει στο άτομο και την κοινωνία και να προτείνεις τρόπους με τους οποίους μπορεί να αποφευχθεί. Για επιβεβαίωση των απόψεων σου μπορείς ν’ αναφερθείς σε ιστορικά και σύγχρονα παραδείγματα.