Τρίτη, 28 Δεκεμβρίου 2010

Η ΕΙΡΕΣΙΩΝΗ ( Κότινος), πρόγονος του Χριστουγεννιάτικου Δέντρου και προϊστορίες με τα κάλαντα


Από τους «ΑΜΦΙΘΑΛΕΙΣ ΠΑΙΔΑΣ που στην αρχαία Ελλάδα τραγουδούσαν ευχές και παινέματα στα σημερινά κάλαντα


Η Ειρεσιώνη (από το είρος = έριον, μαλλίον) είναι κλάδος αγριελιάς (κότινος) στολισμένος με γιρλάντες από μαλλί λευκό και κόκκινο και τους πρώτους φθινοπωρινούς καρπούς (σύκα, καρύδια, αμύγδαλα, κάστανα, δημητριακά, κ.λ.π., εκτός του μήλου και του αχλαδιού). Ήταν έκφραση ευχαριστίας για την γονιμότητα του λήξαντος έτους και παράκληση συνεχίσεως της γονιμότητας και ευφορίας και κατά το επόμενο έτος και ήταν αφιερωμένη στην Αθηνά, τον Απόλλωνα και τις Ώρες (Ευνομία, Δίκη, Ειρήνη).

Την εβδόμη ημέρα του μηνός Πυανεψιώνος (22 Σεπτεμβρίου - 20 Οκτωβρίου), παιδιά των οποίων και οι δύο γονείς ζούσαν, περιέφεραν την Ειρεσιώνη στους δρόμους της πόλης των Αθηνών τραγουδώντας τις καλένδες (κάλαντα) από σπίτι σε σπίτι, παίρνοντας το φιλοδώρημά τους από τον νοικοκύρη ή την κυρά και όταν έφθαναν στο σπίτι τους κρεμούσαν την Ειρεσιώνη πάνω από την εξώπορτά τους, όπου έμενε εκεί μέχρι την ιδία ημέρα του νέου έτους, οπότε, αφού τοποθετούσαν την νέα, κατέβαζαν την παλιά και την έκαιγαν. Άλλα παιδιά κρεμούσαν την Ειρεσιώνη πάνω από την θύρα του Ιερού του Απόλλωνος.



Ιδού ένα απόσπασμα από τα κάλαντα:
Η Ειρεσιώνη φέρνει κάθε τι καλό, σύκα και αφράτα ψωμάκια που μας τρέφουν και μέλι γλυκό και λάδι απαλό και ξέχειλους κύλικες με καλό κρασί για να μεθύσει και να κοιμηθεί.
"Τα κλαδιά των δέντρων τα στόλιζαν με άνθη, ταινίες (κορδέλες), έρια (μαλλιά) και μικράς σφαίρας εκ μετάλλου, που παρίσταναν τους πλανήτας, τον Ήλιον και την Σελήνην." Ιστορία της λατρείας του Βάκχου. Χ. Ζανμέρ.


Εκτός από τα κλαδιά της ελιάς, περιέφεραν επίσης και κλαδιά Δάφνης προς τιμήν του Απόλλωνος στα Θαργήλια, εορτή που ετελείτο την Άνοιξη (27 Απριλίου - 26 Μαΐου), όπου πάλι έκαιγαν την παλιά Ειρεσιώνη και κρεμούσαν την νέα έξω από τις πόρτες τους.
Πρόγονος λοιπόν του Χριστουγεννιάτικου δέντρου είναι η Ειρεσιώνη, όπου μέσω αυτής μεταδόθηκε το έθιμο του στολισμένου δέντρου στους βόρειους λαούς από τους Έλληνες ταξιδευτές, οι οποίοι αφού δεν είχαν ελαιόδενδρα, στόλιζαν κλαδιά από τα δέντρα που φύονταν στον κάθε τόπο.
Το έθιμο της Ειρεσιώνης καταδικάστηκε ως ειδωλολατρικό από το θεοκρατικό καθεστώς του Βυζαντίου και απαγορεύτηκε η τέλεσή του. Αιώνες αργότερα το ίδιο έθιμο επανήλθε με την μορφή Χριστουγεννιάτικου και Πρωτοχρονιάτικου δένδρου από τους Βαυαρούς που συνόδεψαν τον Όθωνα στην Ελλάδα, ως δικό τους Χριστουγεννιάτικο έθιμο.
Παρ' όλα αυτά, το έθιμο της Ειρεσιώνης υπήρχε πάντα στην ιστορική μνήμη των Ελλήνων, γι αυτόν τον λόγο, το Χριστουγεννιάτικο δένδρο υιοθετήθηκε αμέσως.
Στα αρχαία Ελληνικά χρόνια υπήρχε το έθιμο της ειρεσιώνης με τους «παίδας τους αμφιθαλείς» (παιδιά που και οι δυο γονείς τους βρίσκονταν στη ζωή) να γυρίζουν από σπίτι σε σπίτι και να εύχονται στους οικοδεσπότες τραγουδώντας ευχές και παινέματα.
Έτσι στη Σάμο, σε κάποια ανοιξιάτικη γιορτή του Απόλλωνα, παιδιά που κρατούσαν την ειρεσιώνη (ένα κλαδί ελιάς ή δάφνης που πάνω του στόλιζαν συνήθως καρπούς, ταινίες, κομμάτια μαλλιού και κρεμούσαν μικρά μπουκάλια γεμάτα κρασί, μέλι και λάδι ) τραγουδούσαν στίχους που παραπέμπουν σε νεοελληνικά κάλαντα, 9 αιώνες πριν από τη γέννηση του Χριστού.
"Δώμα προσετραπόμεσθ' ανδρός μέγα δυναμένοιο, ός μέγα μεν δύναται, μεγα δε βρέμει ,όλβιος αιεί... αυταί ανκλίνεσθαι θύραι...πλούτος γαρ έσεισι πολλός, συν πλούτω δε και ευφροσύνη τεθαλυία , ειρήνη τ' αγαθή" (ΟΜΗΡΟΥ ΒΙΟΙ ,εκδ. OXFORD,V5)


Στην Αθήνα, γιορτάζοντας τα Πυανέψια ή τα Θαργήλια ή τα Διονύσια, το μήνα Ποσειδαίωνα (15 Δεκεμβρίου-15 Ιανουαρίου) κρεμούσαν την ειρεσιώνη στο ιερό του Απόλλωνα και στις εξώπορτες των σπιτιών για ένα χρόνο, ενώ στη συνέχεια την έκαιγαν στην τελεστική φωτιά (κάτι που παραπέμπει στα στεφάνια της Πρωτομαγιάς που τα καίμε στις φωτιές του Αϊ Γιάννη).
Επίσης κρατούσαν τους θύρσους, (ραβδιά ξύλινα ή καλάμια, τυλιγμένα με φύλλα κισσού ή αμπελιού και "κορφή" ένα κουκουνάρι πεύκου) και ομοιώματα πλοίων που συμβόλιζαν τον ερχομό του Διόνυσου.
Στην εποχή μας, συχνά οι καλαντιστές κρατάνε μικρά καράβια, ενώ στη Μακεδονία και στη Θράκη, "παίδες αμφιθαλείς" ("μανοκυρουδάτοι") κρατούν στολισμένα ραβδιά τις σούρβες και αγγίζουν μ' αυτές τους αρρώστους και τα ζώα γιατί πιστεύουν πως έχουν μαγικές ιδιότητες.
Στα ρωμαϊκά χρόνια, τις καλένδες του Ιανουαρίου, την πρώτη μέρα του χρόνου, τις γιόρταζαν με δώρα και ευχές ενώ οι αξιωματούχοι αναλάμβαναν υπηρεσίες. Από τις ρωμαϊκές καλένδες πήραν το όνομα τους τα κάλαντα που πήραν τη σημερινή τους μορφή από τα πρωτοχριστιανικά κιόλας χρόνια. Πολλά στοιχεία και έθιμα της ειδωλολατρικής γιορτής που επιβίωσαν ανάμεσα στους χριστιανούς, καταδικάσθηκαν από την εκκλησία με τον ξβ΄ Κανόνα της ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου.
Οι αντιδράσεις όμως της εκκλησίας δεν μπόρεσαν να αποτελέσουν φραγμό σε συνήθειες αιώνων και κυρίως στα κάλαντα, που καθιερώθηκαν σαν αναπόσπαστο στοιχείο των γιορταστικών εκδηλώσεων για τα Χριστούγεννα , την Πρωτοχρονιά και τα Φώτα.


Η λαϊκή παράδοση από τις αρχαίες καλένδες ήθελε την Πρωτοχρονιά μια μέρα σημαδιακή για την εξέλιξη της χρονιάς, έτσι, έδωσε στον "Αϊ Βασίλη" (που ο θάνατος του συνέπεσε με την Πρώτη του Γενάρη του379 μ.Χ.) όλες εκείνες τις ιδιότητες που ανταποκρίνονταν στους πόθους και τις ανάγκες της.
Μπορεί ο Άγιος Βασίλειος στα κάλαντα να παρουσιάζεται πότε σαν ζευγολάτης πότε σαν σοφός λόγιος , πάντα όμως ο «ρόλος» του έχει σχέση με τη γονιμότητα της γης.


Τις «μαγικές» ιδιότητες του ραβδιού του άλλοι τις συσχετίζουν με του ραβδιού του Ααρών της Παλαιάς Διαθήκης , άλλοι με τα κλωνάρια που «πέταξε» η ιερή ελιά της Ακρόπολης αμέσως μετά την πυρπόλυσή της από τους Πέρσες (Ηρόδοτος) , ενώ σ' αυτές τις δοξασίες παραπέμπει και το έθιμο της σούρβας που προαναφέραμε.


Κάτι ανάλογο έγινε και με το έθιμο των μεταμφιέσεων στη γιορτή των Σατουρναλίων που γιορταζόταν στα τέλη του Δεκέμβρη. Από αυτό προήλθαν οι μεταμφιέσεις που συνηθίζονται τις μέρες αυτές σε χωριά της Βόρειας Ελλάδας και λέγονται ρογκάτσια ή ρογκατσάρια.


Από τα Σατουρνάλια (Κρόνεια , 17 - 25 Δεκεμβρίου) προέρχεται και το έθιμο των χοιροσφαγίων (οι γεωργοί θυσίαζαν χοίρους στον Κρόνο και τη Δήμητρα για να γίνει εύφορη η γη τους) όπως και της «βασιλόπιτας» που το έφεραν στο Βυζάντιο οι Φράγκοι , οι οποίοι σε περιστάσεις θανάτου του βασιλιά τους σε καιρό πολέμου, ανακήρυσσαν αυτόν που θα εύρισκε το νόμισμα.

(Πηγές : Λεξικό LIDDEL & SCOTT, Ιστορία του Ελληνικού Έθνους της ΕΚΔΟΤΙΚΗΣ ΑΘΗΝΩΝ, Φινέα Γιορτές Αρχαίων Ελλήνων, περιοδικό ΙΧΩΡ, Γ. Λεκάκης)
Σημείωση : Κότινος = αγριελαία - κοτινάς είναι ο καρπός του κοτίνου.
Κότινος ή Ειρεσιώνη - Κλάδος ελαίας στολισμένος με τούφες λευκού ερίου (μαλλιού) που έδιναν ακριβώς την εντύπωση του "βάμβακος". "Είρια από ξύλου", "δενδρόμαλλον"
Cotton ή coton διεθνώς σημαίνει το βαμβάκι, βαμβακερόν κ.λ.π
Στην Γερμανική είναι Baum-Wolle .Δηλαδή "έριον δένδρου". Ο συνειρμός είναι εκ του Κοτίνου : "είρια από ξύλου".
Πηγή : ΕΛΛΗΝ ΛΟΓΟΣ-ΠΩΣ Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΟΝΙΜΟΠΟΙΗΣΕ ΤΟΝ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΛΟΓΟ της ΑΝΝΑΣ ΤΖΙΡΟΠΟΥΛΟΥ-ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ