Τετάρτη, 30 Ιουνίου 2010

Οικονομική κρίση και βιώσιμη ανάπτυξη (άρθρο από τον ημερήσιο τύπο)

Συνέπειες οικονομικής κρίσης στη συμπεριφορά και τον τρόπο ζωής


Η οικονομική κρίση σ' όλο τον κόσμο, και βέβαια στην Ελλάδα, προκαλεί επιδείνωση της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού σε σημαντικό τμήμα του πληθυσμού.


Δημιουργεί όμως, ταυτόχρονα, μια νέα πραγματικότητα στη συμπεριφορά των πολιτών, οι οποίοι συνεχίζουν να βρίσκονται σε σχετικά καλή εισοδηματική κατάσταση. Περιορίζοντας τα διαθέσιμα μέσα, η οικονομική κρίση αλλάζει τη συμπεριφορά τους προς την κατεύθυνση της μείωσης της περιττής ή υπερβολικής κατανάλωσης. Ευνοεί την όσο το δυνατόν αποδοτικότερη αξιοποίηση των χρηματικών μέσων που διαθέτουν και συχνά οδηγεί στην αναθεώρηση κατεστημένων καταναλωτικών συνηθειών ή/και ακόμη στην αναθεώρηση του τρόπου ζωής.


Οι διατροφικές συνήθειες προσαρμόζονται σε λιγότερο δαπανηρά πρότυπα, τα οποία εξασφαλίζουν επίσης ορθότερη διατροφική ισορροπία μεταξύ προϊόντων ζωικής και φυτικής προέλευσης. Ταυτόχρονα, οι μετακινήσεις περιορίζονται, προτιμώνται τα μέσα μαζικής μεταφοράς με θετικά αποτελέσματα στο κόστος του οικογενειακού προϋπολογισμού, ενώ παράλληλα μειώνεται η ρύπανση και η κατανάλωση ενέργειας. Ακόμη και ο τρόπος κατοικίας προσαρμόζεται με στόχο π.χ. τη μείωση του κόστους θέρμανσης με χρησιμοποίηση οικονομικότερων και καθαρότερων μορφών ενέργειας (αέριο αντί πετρέλαιο, μονώσεις κ.λπ.), ενώ περιορίζεται η σπατάλη. Γενικότερα ένας ολόκληρος τρόπος ζωής αλλάζει σταδιακά προς λιγότερο σπάταλες και περισσότερο βιώσιμες, πράσινες ή οικολογικές συμπεριφορές των καταναλωτών, ενώ παράλληλα προσαρμόζονται οι παραγωγοί προϊόντων και υπηρεσιών προκειμένου να ανταποκριθούν στην αυξανόμενη ζήτηση.


Η παραγωγή νέων μορφών ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, η διάθεση συσκευών που εξοικονομούν ενέργεια, και γενικότερα νέων προϊόντων που προκαλούν λιγότερη επιβάρυνση στο περιβάλλον, αρχίζει να αναπτύσσεται με γρήγορους ρυθμούς παγκοσμίως, ενώ βελτιώνεται και η σχετική τεχνολογία, ως αποτέλεσμα προσανατολισμένης έρευνας προς την κατεύθυνση της επονομαζόμενης «πράσινης ανάπτυξης».


Είναι όμως αρκετά όλα τα παραπάνω για να αλλάξει πραγματικά το πρότυπο της ανάπτυξης στον σημερινό κόσμο; Μήπως πρόκειται για συγκυριακό φαινόμενο που είναι απλώς αποτέλεσμα της οικονομικής κρίσης και του περιορισμού των διαθέσιμων μέσων από το μεγαλύτερο μέρος των πολιτών καταναλωτών;


Η πραγματικότητα διαμορφώνει προφανώς τις συνειδήσεις των ανθρώπων, αλλά και οι συνειδήσεις των ανθρώπων διαμορφώνουν μια νέα πραγματικότητα, που μπορεί να είναι πολύ διαφορετική από την προηγούμενη. Σίγουρα αυτό δεν γίνεται με επαναστατικό τρόπο αλλά πολύ αργά και σταδιακά. Βεβαίως, η «ιδεολογία» δεν είναι άμοιρη μιας τέτοιας εξέλιξης. Η διάδοση δηλ. των ιδεών της βιώσιμης/διατηρήσιμης ανάπτυξης στους πολίτες με στόχο τον περιορισμό της σπατάλης πολύτιμων πόρων, με χρήση νέων τεχνολογιών και μεγαλύτερη αξιοποίηση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και κυρίως την υιοθέτηση «λιτότητας» στην κατανάλωση και στον τρόπο ζωής, μπορεί να αποτελέσει σημαντικό παράγοντα δομικής και όχι απλώς συγκυριακής αλλαγής. Για τον λόγο αυτόν τα οικολογικά κινήματα σε κάθε χώρα, τα οποία διαδίδουν παρόμοιες ιδέες και διακηρύσσουν πολιτικές βιώσιμης ανάπτυξης έχουν έναν πολύ σημαντικό ρόλο στην προσπάθεια αλλαγής των συνειδήσεων των πολιτών προς μια τέτοια κατεύθυνση.


Αν, όπως φαίνεται, η οικονομική κρίση περιορίζοντας τα διαθέσιμα μέσα για κατανάλωση, μαζί με τη διάδοση οικολογικών ιδεών από τα οικολογικά κινήματα, ωθήσουν ένα σημαντικό μέρος πολιτών στις ανεπτυγμένες και στις αναπτυσσόμενες χώρες να υιοθετήσουν περισσότερο «οικολογικές» συμπεριφορές, συμβάλλοντας έτσι στη δημιουργία ενός νέου πρότυπου ανάπτυξης, τότε η σημερινή εξαιρετικά δύσκολη περίοδος μπορεί να αποτελέσει μια σημαντική ευκαιρία για τη μεγάλη αλλαγή σ' ολόκληρο τον κόσμο και κυρίως για την επιβίωση των μελλοντικών γενεών.

[Του ΝΑΠΟΛΕΟΝΤΟΣ ΜΑΡΑΒΕΓΙΑ Καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών, ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΗ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ 27-06-2010]

Δευτέρα, 28 Ιουνίου 2010

Μπορεί να μας «σώσει» η Τέχνη; Είναι το αντίδοτο ή η σωτηρία τον καιρό της κρίσης;

Τελικά, μέτρο της τέχνης είναι ο ίδιος ο άνθρωπος


ΙΣΩΣ καμία άλλη ανθρώπινη δραστηριότητα να μην έχει τόσο πολύ μυθοποιηθεί όσο η Τέχνη έτσι καθώς περιβάλλεται από μιαν αύρα που γεννάει, καλλιεργεί επιθυμίες και προσδοκίες. Αποτελεί μέρος του μύθου ότι η Τέχνη έχει τη δύναμη να εξασφαλίσει καταφύγιο, παρηγοριά, ανάταση, λύτρωση, διέξοδο και θεραπεία. Με τέτοιους ρόλους έχουν ανά τον αιώνα συνδέσει την Τέχνη διάφορες κοινότητες, ομάδες, ιδεολογίες, πολιτικά συστήματα ή άτομα, ανάμεσα στα οποία ξεχωριστή θέση κατέχουν οι ίδιοι οι καλλιτέχνες συντηρώντας, ενισχύοντας αλλά και αμφισβητώντας τον μύθο της Τέχνης.
Η παράδοση του ευρωπαϊκού ουμανισμού συνδέθηκε με μια προοπτική της Τέχνης θετική για τον άνθρωπο και τον πολιτισμό. Ευρύτερα επικράτησε η ιδέα ότι η Τέχνη προσφέρεται ως φορέας ελπίδας και αισιοδοξίας ή ότι μπορεί να είναι ένα αποτελεσματικό εργαλείο για τον διαφωτισμό και τη διάδοση ενός ωραίου σκοπού. Γι΄ αυτό και σε κάθε δύσκολη ώρα, κάτω από το βάρος μιας κοινωνικής ή πολιτισμικής κρίσης, επίσης μέσα σε μεγάλες συγκρούσεις, επανακάμπτει το ζήτημα της αναγκαιότητας της Τέχνης μαζί με το αίτημα να αρθρωθεί για ακόμη μία φορά ο λόγος για τον προορισμό, τον προσανατολισμό και τις δυνατότητές της.
Πέρα όμως από τις επιδιώξεις των καλλιτεχνών, πέρα από τις προβολές των ανθρώπων όσον αφορά τα έργα της Τέχνης ή τις συλλογικές παραστάσεις για την κοινωνική λειτουργία της Τέχνης, η πραγματικότητα της καλλιτεχνικής εργασίας και δράσης μέσα στην κοινωνία είναι γεμάτη από παράδοξα, αντιφάσεις, διαλεκτικές αντιθέσεις. Έτσι η Τέχνη μπορεί σε έναν συγκεκριμένο κοινωνικό περίγυρο να βοηθήσει αλλά και να βλάψει. Να ενθουσιάσει αλλά και να απογοητεύσει. Να παρηγορήσει τον κρατούμενο σε στρατόπεδο συγκέντρωσης αλλά και να διασκεδάσει τον δεσμοφύλακά του. Η Τέχνη μπορεί να προωθήσει την κριτική σκέψη του ανθρώπου, μπορεί όμως και να τον τυφλώσει υπηρετώντας μια πολιτική προπαγάνδα. Τελικά, μέτρο της Τέχνης είναι ο ίδιος ο άνθρωπος καθώς μέσα στους μηχανισμούς παραγωγής και κατανάλωσής της κινείται προς τη μία ή την άλλη κατεύθυνση. Προς μια μεταφυσική της Τέχνης ή προς άλλες νοητικές συλλήψεις, προς μια Τέχνη κατευναστική ή προς μια Τέχνη που κάνει την κρίση να φαίνεται βαθύτερη.

«Το Βήμα» στο αφιέρωμα που ακολουθεί ζήτησε από ανθρώπους της Τέχνης να δώσουν τη δική τους απάντηση στο ερώτημα αν η Τέχνη είναι το αντίδοτο ή η σωτηρία τον καιρό της κρίσης.



Γ. Χουβαρδάς: «Η Τέχνη είναι αντίπαλον δέος της κρίσης»
ΣΕ ΕΠΟΧΕΣ δύσκολες η Τέχνη είναι το καταφύγιο των κατατρεγμένων. Αλλά και διέξοδος για τον στριμωγμένο νου, πηγή ανάτασης για την καθηλωμένη ψυχή, ζωογόνος τροφή για το άρρωστο πνεύμα. Και αν όλα αυτά ακούγονται πολύ θρησκευτικά, ας προσθέσω και μια διάσταση πιο υλιστική: με ελάχιστα χρήματα και ελάχιστο κόπο. Αντίθετα με την πραγματική ζωή, όπου μάς λένε ότι όλα γίνονται καθαρά και τίμια ενώ όλα γίνονται βρώμικα και άτιμα, η Τέχνη ξεκινά από την παραδοχή ότι η βάση της συναλλαγής είναι το ψέμα: όλοι ξέρουν συνειδητά ότι εξαπατούν και εξαπατώνται. Ολοι ξέρουν από πριν ότι αυτό που συμβαίνει δεν είναι η αληθινή ζωή αλλά η τεχνητή αναπαράστασή της, μια κατασκευή. Ολοι όμως ταυτόχρονα ξέρουν ότι αυτό το ψέμα, αυτή η κατασκευή, πηγάζει βαθιά μέσα από την ψυχή του καλλιτέχνη και απευθύνεται βαθιά μέσα στην ψυχή του θεατή. Οτι, απελευθερωμένη από την υποκρισία της αληθινής ζωής, η Τέχνη μπορεί να μιλήσει ελεύθερα, με γνησιότητα, τη γλώσσα της αλήθειας.
Ιδωμένη υπό αυτό το πρίσμα η τέχνη είναι η πραγματική πολιτική, η πραγματική επιστήμη της κοινωνικής δημιουργίας και δημιουργικότητας. Σφυρηλατεί την κοινωνική συνοχή, ανανεώνει τις παλιές αξίες, χτίζει καινούργιες, γιατρεύει πληγές. Και δεν αποτελεί απλό αντίδοτο στην κρίση, στην όποια κρίση. Αποτελεί το αντίπαλον δέος της κρίσης, της κοινωνίας των αξιών που καταρρέουν και του πεισιθάνατου κλίματος των ημερών μας. [Ο κ. Γιάννης Χουβαρδάς είναι καλλιτεχνικός διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου.]


Γ. Λούκος «Τέχνη είναι ο καθρέφτης τού μέσα μας»
ΕΓΙΝΕ πρόσφατα μελέτη στη Γαλλία η οποία φανερώνει ότι μετά την εκδήλωση της οικονομικής κρίσης αυξήθηκε η προσέλευση του κόσμου στα μουσεία (Λούβρο, Grand Ρalais κ.λπ.), αυξήθηκαν οι εισπράξεις από εισιτήρια στους κινηματογράφους και πολλά θέατρα εξασφάλισαν μια περίοδο με sold out παραστάσεις. Αντιλαμβάνεται λοιπόν κανείς πως ο κόσμος στη Γαλλία θα αρνηθεί ένα Σαββατοκύριακο διακοπών στη Βρετάνη, θα πάψει να τρώει σε εστιατόρια, θα περιορίσει κάποιες από τις καταναλωτικές δαπάνες του, αλλά δεν θα στερηθεί την ψυχαγωγία του. Γιατί; Μάλλον διότι η Τέχνη θέτει ερωτήσεις που τις έχουμε πολλή ανάγκη αυτήν την εποχή. Ισως διότι αποτελεί έναν καθρέφτη για το πώς βιώνουμε τις καταστάσεις μέσα μας. Ενδεχομένως, γιατί μας οδηγεί σε περισυλλογή. Αναφορικά με την Ελλάδα μένει να δούμε αυτό το καλοκαίρι πώς θα λειτουργήσουν τα πράγματα. Ομολογώ πως στην αρχή φοβόμουν ότι λόγω της γενικότερης κατάστασης θα υπάρξει αισθητή πτώση, όσο όμως περνάει ο καιρός και δεδομένου ότι τα εισιτήρια του Φεστιβάλ Αθηνών είναι φθηνά, είμαι αισιόδοξος για την προσέλευση του κόσμου.
[Ο κ. Γιώργος Λούκος είναι διευθυντής του Φεστιβάλ Αθηνών.]


Μάνια Παπαδημηρίου «Μια ανάλογη εποχή γέννησε τον Μπρεχτ, τον Χόρβατ »
ΑΝ μπορεί η τέχνη να μας σώσει από την κρίση δεν ξέρω, σίγουρα η κρίση μπορεί να μας σώσει από μια τέχνη που παραμένει ναρκισσιστική, απευθύνεται μόνο στον εαυτό της και αυτολιβανίζεται.
Σε εποχές κρίσης η μεγάλη οικονομική και συναισθηματική πίεση αναγκάζουν τον αληθινό καλλιτέχνη να στύψει το μυαλό του να κατεβάσει ιδέες, να παραγάγει έργο γιατί η τέχνη είναι για αυτόν παρηγοριά. Έπειτα από μια 20ετία λαμπερών χαμόγελων και πανηγυριών (ας κρατήσουν οι χοροί, πάρτι Βουλιαγμένης κτλ.), ίσως ήρθε πάλι στη χώρα μας η ανάγκη για μια εποχή οργισμένων βλεμμάτων και φλογερών πνευμάτων που θα μας ξαναδώσουν ελπίδα, προοπτική.
Να βρούμε τρόπους να υπάρξουμε ερήμην των συνθηκών, να επιβιώσουμε παρά τις πιέσεις. Ακόμη και στον δρόμο, στα πεζοδρόμια, στις στοές. Χρειάζονται γερά πνευμόνια, πολλή οργή και ελεύθερη φαντασία.
Να σταματήσουμε να ασχολούμαστε με τα καλοσιδερωμένα πρόσωπα που δεν ζαρώνουν και να αναζητήσουμε και πάλι τον παλμό μιας ρητορικής που διεκδικεί να προλαβαίνει το μέλλον, να προφητεύει, και όχι να συναινεί κατεβάζοντας το κεφάλι σε ένα χαμένο παρελθόν.
Η Τέχνη θα αναγκαστεί να εμβαθύνει. Η αστραφτερή επιφάνεια θέλει χρήματα για πέταμα και τέτοια δεν υπάρχουν. Μόνο οι βουτιές μάς σώζουν. Οι καταδύσεις στο βάθος των πραγμάτων, εκεί όπου είναι τα συναισθήματα, τα όνειρα και οι ελπίδες των ανθρώπων. Με φτηνά υλικά ακριβή τέχνη παράγεται μόνο από ακριβά πνεύματα και αυτά είναι λίγα, όμως υπάρχουν. Μια ανάλογη εποχή γέννησε τον Μπρεχτ, τον Χόρβατ. Μια ακόμη χειρότερη τον Μεσσιάν. Το έργο τους ταξίδεψε και στον επόμενο αιώνα. Ισως πρέπει να σκεφτόμαστε αυτό που έλεγε ο Αλμπέρ Καμύ: «Ο στοχασμός γεννιέται νύχτα».
[Η κυρία Μάνια Παπαδημητρίου είναι ηθοποιός.]


Λουκία Ρικάκη «Να συστηθούμε στην κοινωνία»
ΜΟΝΟ η επένδυση στην Τέχνη μπορεί να αποφέρει υπέροχους καρπούς. Ευτυχώς υπάρχουν ακόμη εξαιρετικά σημαντικές πρωτοβουλίες και έργα σε όλο τον κόσμο που δίνουν εμπνευσμένη και πολύ πρακτική απάντηση σε όλους εκείνους που ανεύθυνα και ανιστόρητα υποστηρίζουν ότι σε καιρούς κρίσης η επένδυση στην τέχνη είναι ανώφελη.
Η Τέχνη δίνει υπέροχη πνοή ζωής, δίνει στις ψυχές φτερά και πετούν πέρα από τη ζοφερή τους πραγματικότητα. Αυτό προκαλεί η Τέχνη, ανύψωση• αυτό που δεν κάνει ο υλικός πλούτος παγιδευμένος στην εφήμερη φύση του. Η παγκόσμια ιστορία της ανθρωπότητας το έχει επιβεβαιώσει και εξακολουθεί να το επιβεβαιώνει. Υπάρχει όμως και τεράστια ευθύνη της Τέχνης να ξανασυστηθεί άμεσα και ουσιαστικά με την κοινωνία. Να αποποιηθεί τα φτιασίδια που παραμορφώνουν το περιεχόμενό της. Γιατί μας θέλουν να αλληθωρίζουμε προς τα ταμεία.
Το πραγματικό ταμείο της Τέχνης όμως βρίσκεται στην ανάταση και αυτό οφείλει να επιστρέφει στην κοινωνία και όχι να χαϊδεύει τα άρρωστα ένστικτά της. Μόνο έτσι η ανάσταση είναι πιθανή. Να κατακτήσουμε πάλι τα υλικά από τα οποία είναι φτιαγμένη η αληθινή ζωή. Ολοι οι της τέχνης έχουμε τεράστια ευθύνη και υποχρέωση απέναντι σε αυτό.
[Η κυρία Λουκία Ρικάκη είναι σκηνοθέτις.]


Αντώνης Κόκκινος «Επιτέλους, μας χτύπησε η κρίση»
ΕΙΝΑΙ δεδομένο ότι τα τελευταία χρόνια τα έργα τέχνης που κυρίως πριμοδοτούνται σε διεθνές καλλιτεχνικό επίπεδο είναι αυτά που «καταγγέλλουν» κοινωνικά φαινόμενα. Για να συμβεί αυτό θα πρέπει στη χώρα παραγωγής του έργου τέχνης το έδαφος να είναι «εύφορο» σε επίπεδο κοινωνικό, πολιτικό και οικονομικό. Οπου δεν ισχύει αυτή η συνθήκη μοιραία ο καλλιτέχνης στρέφεται στον προσωπικό του μικρόκοσμο για να αντλήσει θέματα, με αποτέλεσμα τις περισσότερες φορές να κατηγορηθεί για ενδοσκόπηση. Αυτή ήταν η κατάσταση στην Ελλάδα εδώ και κάποιες δεκαετίες. Οι καιροί όμως αλλάζουν. Η κρίση χτύπησε και τη δική μας πόρτα. Επιτέλους... η Ελλάδα έγινε πρωτοσέλιδα στις μεγαλύτερες εφημερίδες και πρώτο θέμα στα μεγαλύτερα τηλεοπτικά κανάλια όλου του κόσμου. Ποια ελληνική ταινία, για να μιλήσω για τον κινηματογράφο, θα περάσει πια απαρατήρητη από τα διεθνή φεστιβάλ; Ποιος μπορεί να κλείσει τα μάτια σε όσα δραματικά συμβαίνουν στη χώρα μας; Αρκεί να το εκμεταλλευτούμε. Διότι είναι γνωστό ότι η είσοδος του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου σε μια χώρα δημιουργεί καταστάσεις και κυρίως ήρωες εξόχως κινηματογραφικούς. Οσο μεγαλύτερη η εξαθλίωση που θα επιφέρουν στην κοινωνία τα νέα μέτρα τόσο περισσότερες ευκαιρίες για σωστή θεματική επιλογή θα έχουμε. Θα μπορέσουμε επιτέλους να κοιτάξουμε το κινηματογραφικό Ιράν στα μάτια. Και ίσως όταν αυτή η λαίλαπα θα έχει περάσει το μόνο θετικό που θα βρούμε στον απαραίτητο απολογισμό θα είναι όσα θα έχουμε κερδίσει στον χώρο της Τέχνης. Διότι ναι, η κρίση βοηθά την Τέχνη αλλά όχι τους ανθρώπους.
[Ο κ. Αντώνης Κόκκινος είναι σκηνοθέτης.]

[ΠΗΓΗ EΛΕΝΗ ΒΑΡΟΠΟΥΛΟΥ ΝΕΕΣ ΕΠΟΧΕΣ ΤΟ ΒΗΜΑ Κυριακή 27 Ιουνίου 2010]

Σάββατο, 26 Ιουνίου 2010

Γιατί μας αρέσουν αυτά που μας... αρέσουν

Μικρές και μεγάλες απολαύσεις της καθημερινής ζωής


Γιατί μας αρέσει περισσότερο ένας αυθεντικός από έναν πλαστό Πικάσο, ακόμη και αν μας είναι εντελώς αδύνατο να ξεχωρίσουμε τον ένα από τον άλλο;
Γιατί μας είναι ευχάριστο να βλέπουμε θρίλερ και τραγωδίες;
Ποιοι παράγοντες επιδρούν πάνω στις απολαύσεις που επιλέγουμε και στην ένταση με την οποία τις βιώνουμε;


Αποσπάσματα από μια συνέντευξη του ψυχολόγου Πολ Μπλουμ, που στο νέο του βιβλίο, που μόλις κυκλοφόρησε καταπιάνεται με το θέμα της ευχαρίστησης και απαντά σε παρόμοια ερωτήματα
Υπάρχουν άνθρωποι που θα πλήρωναν ακριβότερα ένα πουλόβερ που έχει φορέσει ο Τζορτζ Κλούνεϊ από ένα ολόιδιο και ολοκαίνουργιο. Και πολλές γυναίκες που θα απολάμβαναν περισσότερο να φορούν ένα φόρεμα του Αρμάνι από ένα άλλο, εξίσου όμορφο αλλά σχεδιασμένο από κάποιον άγνωστο δημιουργό. Και αυτοί οι άνθρωποι μπορεί να χαρακτηρίζονται «ψώνια» -ενδεχομένως ορισμένοι να είναι, ωστόσο τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά. Οι επιλογές τους έχουν εξήγηση, διαβεβαιώνει ο Πολ Μπλουμ, καθηγητής Ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο Γέιλ, του οποίου είναι ιδιαίτερα γνωστές οι έρευνες πάνω σε ζητήματα της ηθικής ψυχολογίας.


Ποιες απολαύσεις απασχόλησαν το ερευνητικό ενδιαφέρον σας;
«Με ενδιέφεραν από την αρχή όλων των ειδών οι απολαύσεις. Γι' αυτό το βιβλίο τις εξετάζει όλες. Αρχίζει με τις απολαύσεις που είναι κοινές σε όλα τα ζώα, όπως εκείνες που συνδέονται με το φαγητό και το σεξ, για να περάσει στη συνέχεια σε απολαύσεις που είναι χαρακτηριστικές αποκλειστικά στο ανθρώπινο είδος, όπως είναι η απόλαυση που παίρνουμε από τη ζωγραφική και τη λογοτεχνία για παράδειγμα. Οπωσδήποτε είναι εντελώς διαφορετικές μορφές ευχαρίστησης και μπορεί κανείς να μιλήσει ξεχωριστά για την καθεμιά, ωστόσο εκείνο που επιχειρώ να αποδείξω είναι ότι μοιράζονται ορισμένα κοινά χαρακτηριστικά. Λέω ότι εκείνο που σε όλες τις περιπτώσεις ισχύει είναι ότι στην πραγματικότητα αντλούμε απόλαυση από εκείνα που πιστεύουμε σχετικά με την πηγή της απόλαυσης και όχι από τις επιφανειακές όψεις των πραγμάτων. Δηλαδή, η απόλαυση συνδέεται με τις πεποιθήσεις μας, όχι με την εμφάνιση του αντικειμένου. Αυτό προφανώς σημαίνει ότι μεγάλο μέρος της απόλαυσης που παίρνουμε ή όχι από κάτι διαμορφώνεται από την κουλτούρα και τις αξίες της κοινωνίας μας. Ταυτόχρονα, όμως, ο τρόπος που λειτουργεί η απόλαυση είναι οικουμενικός. Εγώ μελετώ πολύ τη συμπεριφορά των παιδιών. Στα μικρά παιδιά, λοιπόν, βλέπουμε ότι όλα ανεξαιρέτως αγαπούν τις ιστορίες. Το είδος, όμως, των αγαπημένων τους ιστοριών διαφέρει ανάλογα με την κοινωνία από την οποία προέρχονται».


Αυτό σημαίνει ότι θα έχω την τάση να ευχαριστηθώ περισσότερο φορώντας ένα φόρεμα διάσημου σχεδιαστή, ακόμη κι αν είναι ίδιο με ένα άλλο χωρίς υπογραφή; Και αυτό έχει επιστημονική εξήγηση;
«Ακριβώς. Όταν κοιτάζουμε ή αποκτούμε ένα αντικείμενο, η ευχαρίστηση που μας δίνει εξαρτάται πάντα από όσα γνωρίζουμε για εκείνον που το κατασκεύασε, τους προηγούμενους κατόχους του, δηλαδή την ιστορία του. Κάναμε ένα τεστ - δείξαμε σε μια ομάδα ανθρώπων ένα φούτερ και τους είπαμε ότι ανήκε σε ένα διάσημο πρόσωπο, τον Τζορτζ Κλούνεϊ ή τον Μπαράκ Ομπάμα. Θέλαμε να διαπιστώσουμε πόσα χρήματα παραπάνω θα ήταν διατεθειμένοι να πληρώσουν για να το αποκτήσουν, γνωρίζοντας ότι το έχει φορέσει μια διασημότητα. Και προέκυψε ότι ήταν πρόθυμοι να πληρώσουν περισσότερα από όσα θα έδιναν για ένα ολόιδιο καινούργιο. Και, ακόμη σημαντικότερο, θα αντλούσαν μεγαλύτερη ευχαρίστηση φορώντας το. Ακριβώς διότι γι' αυτούς μετράει η ιστορία του. Η ίδια ακριβώς λειτουργία ισχύει και για τους ανθρώπους υψηλού μορφωτικού επιπέδου και ευρύτερων ενδιαφερόντων. Η οπτική απόλαυση που θα τους προκαλούσε ένας πίνακας του Πικάσο θα μειωνόταν αληθινά αν μάθαιναν ότι είναι πλαστός. Η ιστορία ενός αντικειμένου μετράει πάντα. Εχουμε κάνει το τεστ και σε μικρά παιδιά, τα οποία ακόμη δεν έχουν ενσωματώσει το σύστημα αξιών της κοινωνίας τους. Τους είπαμε ότι υπάρχει δήθεν μια μηχανή που μπορεί να φτιάξει ένα αρκουδάκι ή μια κουβερτούλα που θα είναι ακριβώς ίδια με το αγαπημένο τους αρκουδάκι και την κουβερτούλα τους. Μετά τους δώσαμε από ένα, ολόιδιο με τα δικά τους. Ομως σε όλες τις περιπτώσεις εκείνο που ήθελαν να πάρουν πίσω στο σπίτι ήταν το δικό τους, το πρωτότυπο. Δεν ήθελαν το αντίγραφο».


 Μοιάζει να δικαιώνεται η άποψη ότι αν κάποιος έχει γνώσεις γύρω από την τέχνη του 20ού αιώνα, έχει περισσότερες πιθανότητες να απολαύσει αληθινά τα έργα του Πικάσο.
«Ετσι είναι. Ενα μεγάλο μέρος της ευχαρίστησης που μας δίνει η ζωγραφική -αλλά και η μουσική- συνδέεται με τις γνώσεις μας. Οσο περισσότερο εντρυφούμε σε μια τέχνη τόσο εντείνεται η απόλαυση που μας προσφέρει. Και δεν εννοώ ότι η ευχαρίστησή μας μεγαλώνει γιατί αυτοθαυμαζόμαστε επαινώντας τον εαυτό μας που είμαστε τόσο έξυπνοι και εκλεκτικοί. Οχι, εννοώ ότι η ίδια η εμπειρία της επαφής που έχει κανείς με ένα έργο τέχνης εξελίσσεται και εμπλουτίζεται όσο οι γνώσεις μας αυξάνονται. Η γνώση εμπλουτίζει την εμπειρία και η απόλαυση είναι πιο έντονη».


Άρα μπορούμε να διδάξουμε τον εαυτό μας έτσι ώστε να έχουμε περισσότερες απολαύσεις;
«Υπάρχουν απολαύσεις που είναι εκεί έξω και μας περιμένουν, αρκεί να προσπαθήσουμε αρκετά ώστε να είμαστε ικανοί να τις αναγνωρίσουμε και να τις βιώσουμε. Κανείς δεν γεννιέται με έμφυτη την αγάπη για την κλασική μουσική. Όμως όταν αρχίζεις να εξοικειώνεσαι με τα μουσικά είδη και να τα μελετάς.... Υπάρχουν οι απολαύσεις που μας δίνονται εύκολα και άκοπα, όπως με το νόστιμο φαγητό. Άλλες απολαύσεις και ηδονές προϋποθέτουν δουλειά και γνώση, προκειμένου να τις γευθούμε. Και μάλιστα, όπως προκύπτει από όλες τις έρευνες και τα πειράματα που διεξάγουμε, οι μεγαλύτερες απολαύσεις στη ζωή απαιτούν ενεργό ενδιαφέρον και προσπάθεια εκ μέρους μας».


Θεωρείτε ότι έχουμε εσφαλμένες αντιλήψεις γύρω από τα πράγματα που μας δίνουν απόλαυση και άρα συντελούν στο επίπεδο της ικανοποίησης από τη ζωή μας;
«Έχουμε πολλές εσφαλμένες αντιλήψεις. Ξέρετε, για παράδειγμα, τείνουμε να ξεχνάμε τις απολαύσεις της ηθικής. Τι εννοώ; Η κυρίαρχη άποψη είναι ότι μια ζωή γεμάτη απόλαυση είναι μια ζωή που βιώνεται εγωιστικά. Λάθος. Όπως αποδεικνύουν όλα τα σχετικά πειράματα, οι άνθρωποι αισθάνονται μεγαλύτερη ευτυχία όταν βοηθούν -όταν κάνουν φιλανθρωπίες και ανακουφίζουν ανθρώπους που έχουν μεγάλη ανάγκη και όταν συμμετέχουν σε εθελοντικά προγράμματα που προσφέρουν βοήθεια σε άλλους. Κι όμως, η πλειονότητα πιστεύει το αντίθετο».


Γράφετε ότι όταν οι άνθρωποι είναι ελεύθεροι να κάνουν ό,τι επιθυμούν, επιλέγουν τον κόσμο της φαντασίας, με την ευρεία έννοια. Δηλαδή βλέπουν τηλεόραση, παίζουν βίντεο γκέιμ, πηγαίνουν στο σινεμά ή διαβάζουν λογοτεχνία. Γιατί, όπως δείχνουν όλες οι σχετικές έρευνες, προτιμάμε πάντα τους φανταστικούς από τον πραγματικό κόσμο;
«Ετσι είναι και θα έλεγα ότι ισχύει παντού. Ακόμη και στον αναπτυσσόμενο κόσμο, όπου η τεχνολογία δεν ευνοεί την παραγωγή βίντεο γκέιμ, οι άνθρωποι απολαμβάνουν να αφηγούνται και να ακούνε φανταστικές ιστορίες. Υπάρχουν πολλοί λόγοι για τους οποίους είναι τόσο ελκυστικά τα προϊόντα της φαντασίας, αλλά θα έλεγα ότι ο λόγος που τα προτιμάμε από την πραγματικότητα είναι γιατί έχουν πολύ μεγαλύτερο ενδιαφέρον. Η καθημερινότητά μας απαρτίζεται από πλήθος βαρετών στιγμών, είναι πεζή και κοινότοπη. Ενώ όταν φτιάχνουμε ιστορίες μπορούμε να παραλείψουμε τα βαρετά κομμάτια, να τις εμπλουτίσουμε με συναρπαστικούς χαρακτήρες, να προκαλέσουμε συναντήσεις μεταξύ τους, να επινοήσουμε σε καθεστώς πλήρους ελευθερίας. Εχουμε ανάγκη να απομακρυνόμαστε από την πραγματικότητα και τα προϊόντα της φαντασίας προσφέρουν ένα θαυμάσιο τρόπο να το πετύχουμε».


Και πώς εξηγείται το γεγονός ότι μας ευχαριστεί να παρακολουθούμε ταινίες με σκηνές έντονης βίας και κυρίως θρίλερ τρόμου;
«Είναι ένα μεγάλο αίνιγμα - γιατί μας αρέσει να βλέπουμε ταινίες που μας τρομάζουν; Εντάξει, ας πούμε ότι μας αρέσουν γιατί ερεθίζουν τη φαντασία μας με έναν τρόπο που η πραγματικότητα αδυνατεί να κάνει. Αλλά η άποψή μου είναι ότι υπάρχει αυτό που ο συνάδελφός μου Πολ Ρόζιν έχει ονομάσει "καλοήθης μαζοχισμός", για να περιγράψει την τάση μας να παρακολουθούμε με ευχαρίστηση δυσάρεστα γεγονότα, τα οποία μπορεί και να μας προκαλούν αυθεντική λύπη. Ενας λόγος για τον οποίο μας συμβαίνει αυτό είναι γιατί πρόκειται για μια μορφή παιχνιδιού. Μέσω του παιχνιδιού προβάρουμε, με μια έννοια, εμπειρίες. Είναι ένας τρόπος να εξασκηθούμε στη λύπη και τον φόβο σε ασφαλές περιβάλλον. Η φαντασία μάς επιτρέπει να δοκιμάσουμε δυσάρεστες καταστάσεις και συναισθήματα, να τα εξερευνήσουμε και να διδαχτούμε».


Αυτό εννοείτε όταν λέτε ότι «η φαντασία είναι μια πραγματικότητα σε λάιτ εκδοχή»;
«Εννοώ κάτι διαφορετικό - αναφέρομαι στο ότι μπορούμε να απολαύσουμε ένα φανταστικό γεγονός με τον ίδιο τρόπο που απολαμβάνουμε ένα αντίστοιχο πραγματικό. Ενα καλό παράδειγμα είναι η πορνογραφία. Ενας από τους λόγους για τους οποίους είναι τόσο δημοφιλής είναι γιατί αναπαράγει στο μυαλό μας την ίδια εμπειρία που συνήθως έχουμε σε μια αληθινή σεξουαλική επαφή. Επίσης, όταν παρακολουθούμε φανταστικά πρόσωπα να ανταλλάσσουν αστεία, ο εγκέφαλός μας αντιδρά όπως θα αντιδρούσε αν παρακολουθούσαμε δύο φίλους μας να λένε αστεία. Ομως οι ταινίες τρόμου και οι τραγωδίες λειτουργούν διαφορετικά, δεν είναι απλώς εκδοχές της πραγματικότητας. Και απευθύνονται σε μια διαφορετική λειτουργία της απόλαυσης, γιατί παρέχουν την ευκαιρία για χρήσιμη άσκηση».


Τι είδους απόλαυση είναι αυτή που παίρνουμε από ένα καλό αστείο ή από μια ταινία του Γούντι Αλεν και, κυρίως, από το πικρό, μαύρο χιούμορ;
«Οσον αφορά το θέμα του χιούμορ, έχουμε να κάνουμε με όλων των ειδών τις απολαύσεις. Είναι περίπλοκο και συναρπαστικό αντικείμενο. Πρώτα απ' όλα υπάρχει η απόλαυση που αντλούμε θαυμάζοντας την πλούσια φαντασία και την ευφυΐα ενός ανθρώπου. Νομίζω, άλλωστε, ότι ένας από τους λόγους ύπαρξης του χιούμορ είναι γιατί αποτελεί έναν πρώτης τάξης τρόπο να κάνουμε επίδειξη λεκτικών και διανοητικών δεξιοτήτων. Γι' αυτό θα έλεγα ότι ένας από τους λόγους για τους οποίους ευχαριστιόμαστε τόσο πολύ ένα καλό αστείο είναι γιατί αληθινά μας ευχαριστεί η διανοητική δύναμη ενός ανθρώπου. Επειτα, βέβαια, προκύπτουν μια σειρά από άλλα ερωτήματα - τι είναι αυτό που κάνει αστείο ένα αστείο; Γιατί γελάμε με κάποια αστεία και όχι με άλλα; Αυτά είναι ακόμη μεγάλα αινίγματα». *

[ΠΗΓΗ ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΟΙΚΟΝΟΜΑΚΟΥ στη Σαββατιάτικη Ελευθεροτυπία 26-06-2010] info:Paul Bloom, "How Pleasure Works. The New Science of Why we like what we like", W.W.Norton & Co

Παρασκευή, 25 Ιουνίου 2010

ΠΑΡΑΜΥΘI για ένα κομμάτι ουρανό πάνω απ’ το κεφάλι σου

Έχτισε το σπιτάκι του
τα θεμέλιά του
τις πέτρες του
τους τοίχους του
τη στέγη του
το τζάκι του και τον καπνό
τη θέα του απ' το παράθυρο.
Έφτιαξε τον κήπο του

τον φράχτη του
το θυμάρι του
το σκουλήκι του
τη βραδινή δροσιά του.


Ξεχέρσωσε
ένα κομμάτι ουρανό πάνω απ' το κεφάλι του.


Και τύλιξε τον κήπο μες στον ουρανό
το σπίτι μες στον κήπο
κι όλα μαζί σ' ένα μαντίλι
και βγήκε μόνος
σαν αρκτική αλεπού
στην παγερή
ατέλειωτη
βροχή
μέσα στον κόσμο.

[Ποίημα του Μίροσλαβ Χόλουμπ, μετάφραση του Σπύρου Τσακνιά που δημοσιεύτηκε στη ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ της ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑΣ στη στήλη της Μαρίας Λαϊνά ΠΕΝΤΑΛ, Παρασκευή 25-06-2010]

Πέμπτη, 24 Ιουνίου 2010

Νίκος Δήμου, Για το χαμένο ελεύθερο χρόνο (επιφυλλίδα)

Και μια επιφυλλίδα του Νίκου Δήμου για το χαμένο ελεύθερο χρόνο, δημοσιευμένη στο προσωπικό ιστολόγιο του



Είμαι ακόμη στο γραφείο, η ώρα περίπου 8 και βραδιάζει. Τα παράθυρα ανοιχτά, η δροσιά των τελευταίων ημερών μας επέτρεψε να κλείσουμε για λίγο τον κλιματισμό και να αναπνεύσουμε επιτέλους ελεύθερα. Απ’ έξω ακούγονται οι συνήθεις θόρυβοι της Μεσογείων, αυτοκίνητα πάνε κι έρχονται, με μεγάλες ταχύτητες (μου παίρνει περίπου 3 λεπτά να περάσω απέναντι, σε ώρα αιχμής). Όλοι, μα όλοι ανεξαιρέτως, βιάζονται.

     Που πάνε όλοι αυτοί οι άνθρωποι, προς τα που κατευθύνονται με τέτοια αδημονία; Τους παρατηρώ μέσα από το ταξί τα πρωινά, ή περπατώντας στο κέντρο της πόλης, να διαλέγει ο καθένας την ευθεία του και να πηγαίνει, άλλος κουνώντας τα χέρια του νευρικά, άλλος κοιτάζοντας αποφασιστικά μπροστά, άλλος αφηρημένα, έχοντας χαθεί σε μια σκέψη ή σε μια εικόνα που περνάει δίπλα του. Και κοιτάζω τα πρόσωπά τους. Μου αρέσει πολύ να κοιτάζω τα πρόσωπα όλων αυτών των άγνωστων που κάθε μέρα προσπερνάω και με προσπερνούν, προσπαθώντας να μαντέψω τον κόσμο που κουβαλούν μέσα τους, τις σκέψεις που ορίζουν την κίνησή τους και τη φορά του βλέμματος. Όλα τα βρίσκεις σε αυτά τα βλέμματα. Βιασύνη. Προσμονή. Χαρά. Ελαφρότητα. Πονηριά. Φόβο. Συστολή. Γλύκα. Απελπισία. Λύπη. Μοναξιά. Συστολή. Αβεβαιότητα. Ελευθερία. Μερικές φορές και τίποτε από όλα τα παραπάνω. Μηδέν.
    Όλα αυτά τα βλέμματα, όλοι αυτοί οι άνθρωποι, που μερικές φορές βιάζονται τόσο που πέφτουν πάνω σου, σκοντάφτουν στο πεζοδρόμιο, χτυπάνε με τη τσάντα τους τη τσάντα σου, σε πατάνε για να μπουν πρώτοι, γρήγορα-γρήγορα, στο μετρό ή το λεωφορείο. Και μετά, αφού εισέλθουν βίαια για μερικά δευτερόλεπτα στη ζωή σου, φεύγουν για πάντα. Εξαφανίζονται μυστηριωδώς, για να αντικατασταθούν από άλλους, που με μαθηματική ακρίβεια θα συμπεριφερθούν πάνω-κάτω με τον ίδιο τρόπο. Χωρίς όμως να είναι οι ίδιοι.
    Όλοι αυτοί οι άνθρωποι. Που όταν βρίσκονται πολλοί μαζί, ανάμεσα σε τόνους από τσιμέντο και γυαλί, κακόγουστα χυμένα όπου να’ ναι, με τα αυτιά τους να δέχονται επίθεση από κύματα θορύβου, και τα μάτια τους να σκανάρουν μηχανικά τα θραύσματα των εικόνων που καταφθάνουν από παντού, είναι σαν να τους περισσεύει το εγώ τους. Σαν να μην έχουν τι να το κάνουν, σαν να μην ξέρουν πώς να το χωρέσουν σ’ ένα σχήμα που να τους εκφράζει, χωρίς να προσβάλλουν, χωρίς να γίνονται αιχμηροί για τους Άλλους. Τους γύρω-γύρω. Και απαντούν στην επίθεση, με σφοδρότερη επίθεση. Και ξαφνικά, τα πρόσωπά τους και τα βλέμματα που ψάχνω να ανιχνεύσω, υποχωρούν, και αντικαθίστανται από τεράστια ρολόγια, με τους δείκτες να προχωρούν ακάθεκτοι, και το χρόνο να περνάει από πάνω τους αμείλικτος, χωρίς να τους αφήνει μια τόσο δα χαραμάδα διαφυγής. Είναι οι περιπτώσεις αυτές όπου ο Χρόνος παύει να γιατρεύει και να λυτρώνει, γίνεται εχθρός, γιατί περνάει άσκοπα, μέσα σε μια διαρκή κούρσα προς την επόμενη μέρα, που θα έρθει και θα είναι σχεδόν ίδια με την προηγούμενη. Σαν τη σταγόνα που πέφτει με τον ίδιο ρυθμό από τη βρύση που ξέχασες να κλείσεις εντελώς, και μέσα στη νύχτα έχει βαλθεί να παίξει με τα νεύρα σου. Τη βρύση σηκώνεσαι και την κλείνεις, αυτούς τους δείκτες όμως, σε αυτά τα τεράστια ρολόγια που έχουν εγκατασταθεί ύπουλα, με θράσος μέσα στο κεφάλι σου, δεν μπορείς να τους σταματήσεις.
    Πριν από κάμποσα χρόνια, όταν ακόμη είχα την πολυτέλεια να ασχολούμαι με τέτοια πράγματα, έκανα το εξής πείραμα. Ξεκίνησα να περπατάω με κατεύθυνση από την Ομόνοια προς το Σύνταγμα, την ώρα που οι περισσότεροι κινούνταν αντίθετα (ναι, υπήρχαν ακόμη τότε - γιατί για το σήμερα δεν είμαι τόσο σίγουρη, κάτι ώρες μέσα στη μέρα, που η φορά των πολλών ήταν συγκεκριμένη). Και προσπαθούσα να κοιτάζω όσο το δυνατόν περισσότερους ανθρώπους κατευθείαν μέσα στα μάτια. Το αποτέλεσμα, απογοητευτικό. Οι περισσότεροι είχαν βλέμμα σκυθρωπό, κουρασμένο ή τσαντισμένο, ένιωθες τον αέρα πάνω από την Πανεπιστημίου γεμάτο από αυτόν τον τσαμπουκά, που σε γονατίζει. Γύρισα στο σπίτι καταβεβλημένη, ένιωθα το σώμα μου να έχει ανοίξει τρύπες, και από παντού να χάνω ενέργεια, σαν το τρύπιο λάστιχο που χάνει αέρα, και γρήγορα φλατάρει. Αργότερα βεβαίως σοφίστηκα διάφορους τρόπους να αμύνομαι σε τέτοιες πιθανές απώλειες, αλλά εκείνη την αίσθηση δεν θα την ξεχάσω ποτέ.
    Και χωρίς να χρειαστεί να το πολυαναλύσω, είχα καταλήξει με ενστικτώδη σχεδόν βεβαιότητα στο συμπέρασμα πως ο μεγαλύτερος εχθρός του ανθρώπου είναι ο χρόνος που περνάει άσκοπα, μηχανιστικά. Και όταν λέω άσκοπα, δεν εννοώ χωρίς κάποιον συγκεκριμένο, πρακτικό σκοπό, αλλά όταν ο σκοπός στερείται βαθύτερης ουσίας. Όταν υπηρετεί απλώς θέματα επιβίωσης, αλλά δεν αρκεί για να θρέψει το πνεύμα, την ψυχή σου, το σώμα σου με τα δώρα της ζωής.
     Όταν οι μέρες, οι εβδομάδες, οι μήνες, οι εποχές, χρόνια ολόκληρα περνούν από πάνω σου και εσύ έχεις ξεχάσει πια να χαίρεσαι το πρωί όταν ξυπνάς. Να απομονώνεις το θεσπέσιο κελάηδισμα ενός πουλιού που, το άτιμο, βρέθηκε να τραγουδάει στον ακάλυπτο της πολυκατοικίας στο κέντρο της πόλης. Να παρατηρείς το άνθισμα των δέντρων που φαίνονται μετά βίας από το παράθυρό σου. Να απαντάς με ένα ευγενικό βλέμμα σε αυτόν που σου ζητάει τον αναπτήρα, την ώρα που στέκεσαι μπροστά σε μια βιτρίνα. Να ερωτεύεσαι. Να σμίγεις με τον άλλο και να χάνεσαι με τις ώρες στο κορμί του, μέσα στο βλέμμα του. Να περπατάς στο δρόμο και να μην θυμίζεις απειλή, αλλά μια γλυκιά υπόσχεση. Να μην στέκεσαι αμήχανα μέσα σ’ ένα μπαρ, κρατώντας ένα ποτό στο χέρι και ανταλλάσοντας κοινότοπες ανοησίες με τους υπόλοιπους, αλλά να χορεύεις, να φλερτάρεις, να μοιράζεσαι, να επικοινωνείς. Να κάνεις το χρόνο που περνάει να έχει μια κάποια αξία, και κάθε λεπτό που φεύγει από πάνω σου να φεύγει γεμάτο, πλήρες, χορτασμένο. Να μην περιμένεις μια μεγάλη απώλεια για να ξυπνήσεις. Να παραμένεις ζωντανός στις επάλξεις, έτσι κι αλλιώς.
      Να κάνεις το χρόνο σύντροφο και φίλο, που μπορεί έτσι κι αλλιώς να είναι σχεδόν πάντα σκληρός μαζί σου, αλλά φίλος, όχι εχθρός.
     Σκεφτόμουν όλα αυτά, όταν λίγο νωρίτερα σήμερα, ξεκινώντας να γράψω ένα κείμενο που δεν είχα ιδέα για τι θα μιλάει, άκουσα μέσα από τους θορύβους της Μεσογείων, τα τζιτζίκια στα δέντρα από κάτω, να λένε τα δικά τους και να προμηνύουν μια μέρα πιο ζεστή από τις προηγούμενες.
Που ελπίζω να μην χρειαστεί πάλι να κλείσουμε εντελώς τα παράθυρα στο γραφείο και να βάλουμε τα κλιματιστικά να δουλέψουν στο φουλ. Ελπίζω αυτό το Σαββατοκύριακο που έρχεται, να βρεθώ πάλι κοντά στη θάλασσα, και να μην είμαι περιτριγυρισμένη από ένα σωρό ανθρώπους που δεν τα πάνε καθόλου καλά με το χρόνο που περνάει, δυστυχώς για αυτούς αμείλικτος. Να αφήσω το βλέμμα να πέσει απαλά πάνω σε ένα άλλο ήρεμο βλέμμα και να γεμίσω για λίγο θάλασσα, να ονειρευτώ.
     Και να πάψω να βλέπω στον ύπνο μου ότι καβαλάω ένα ποδήλατο, όπως όταν ήμουν έφηβη, και ξεχύνομαι με όση ταχύτητα μπορώ, με κατεύθυνση άγνωστη, σε μια άγνωστη γη, που ακόμη δεν μου έχει αποκαλυφθεί. Την terra incognita που κρύβεται από το φως και μου αποκαλύπτεται μόνο τα βράδια, όταν πια έχω πέσει σε βαθύ ύπνο, και τα όνειρά μου μού θυμίζουν τι ακριβώς είναι αυτό από το οποίο προσπαθώ να ξεφύγω, για να πάω εκεί που πάντα ποθούσα να είμαι.

(ΠΗΓΗ: Νίκος Δήμου http://doncat.blogspot.com/2006/07/blog-post_07.html )

Αναζητώντας το χαμένο (ελεύθερο) χρόνο [πληροφοριακό υλικό και ιστορική αναδρομή με ΚΛΙΚ εδώ]
http://ta4mx.blogspot.com/2010/06/blog-post_24.html

Πού πήγε η μητέρα των τεχνών και των ευγενικών αρετών; Τι απέγινε το κοινωνικό πρόσταγμα του ελεύθερου χρόνου, της ανθρώπινης χειραφέτησης μέσα από την κατάργηση της εργασίας; Άσος στο μανίκι του καπιταλισμού, θα έλεγε κάποιος με μπόλικο κυνισμό. Εφιάλτης στην εποχή της ανεργίας και της ελαστικής εργασίας. Κάποιος μας δουλεύει – Κι αυτός δεν είναι οι φιλόσοφοι και στοχαστές…

Αναζητώντας το χαμένο (ελεύθερο) χρόνο

Πού πήγε η μητέρα των τεχνών και των ευγενικών αρετών;
Τι απέγινε το κοινωνικό πρόσταγμα του ελεύθερου χρόνου, της ανθρώπινης χειραφέτησης μέσα από την κατάργηση της εργασίας; Άσος στο μανίκι του καπιταλισμού, θα έλεγε κάποιος με μπόλικο κυνισμό. Εφιάλτης στην εποχή της ανεργίας και της ελαστικής εργασίας. Κάποιος μας δουλεύει – Κι αυτός δεν είναι οι φιλόσοφοι και στοχαστές…


Καλά το είπε ο Αριστοτέλης: «ο ελεύθερος χρόνος δεν είναι το τέλος της δουλειάς, αντίθετα η δουλειά είναι το τέλος του ελεύθερου χρόνου». Σάμπως ο Μαρξ είχε άδικο μιλώντας για τη μισθωτή σκλαβιά; ή ο γαμπρός του, ο Πολ Λαφάργκ, που διεκδίκησε το δικαίωμα στην τεμπελιά; Κι εκείνη η προτροπή του Γκι Ντεμπορ, «μη δουλεύετε ποτέ», είχε τους λόγους της.
Χρόνος για ζωή: μια ιστορική αναδρομή

«Δεν έχουμε δικό μας, παρά μόνο το χρόνο» αποφαινόταν ο Μπαλτάσαρ Γκραθιάν, ο ισπανός ιησοίτης του 17ου αιώνα. Κι αυτός ακριβώς ο μόνος πλούτος του ανθρώπου εκφυλίστηκε από την εργασία. Η έννοια του ελεύθερου χρόνου, η σχόλη, το Non working time των Αμερικανών, το loisir των Γάλλων, το musse των Γερμανών, «ο χρόνος για ζωή» ξεπήδησε κατά την περιβόητη οργάνωση της εργασίας που ακολούθησε τη Βιομηχανική Επανάσταση. Είναι το κομμάτι ζωής που παραχωρείται ως διάλειμμα μέσα στην πραγματικότητα που δημιουργεί η εργασία. Το κομμάτι του χρόνου που επινοήθηκε όταν η τεμπελιά κηρύχθηκε εκτός νόμου.
     «Ο ελεύθερος χρόνος δεν είναι το τέλος της δουλειάς, αντίθετα η δουλειά είναι το τέλος του ελεύθερου χρόνου» Αυτός πρέπει να αφιερώνεται στην τέχνη, την επιστήμη και κατά προτίμηση στη φιλοσοφία» δίδασκε ο Αριστοτέλης. Ήταν, όμως, η εποχή των δουλοκτητικών κοινωνιών, όταν ήταν εύκολο να ελέγχεις το χρόνο αν δεν ήσουν στη θέση των δούλων. Όπως ήταν εύκολο την εποχή της αναγέννησης ο αιρετικός φιλόσοφος Τζορντάννο Μπρούνο να μιλάει με αποστροφή για την «περίεργη κούραση», τη δουλειά, «που έθεσε τους λαούς σε ελεύθερη τροχιά και τους οδήγησε στην πτώση, αφού προηγουμένως τους ανύψωσε στην αλαζονεία και στο πάθος του νεωτερισμού».
    Πάνω σ’ αυτήν τη φιλοσοφία θα βασιστούν και οι πρώτοι δημιουργοί ουτοπιών. Εκεί «οι άνθρωποι εργάζονται μόνο έξι ώρες την ημέρα», στις 54 πόλεις της Ουτοπίας του Τόμας Μουρ. Ή εργάζονται μόνο τέσσερεις ώρες στην «Πολιτεία του Ήλιου» και τις υπόλοιπες ώρες της μέρας τις αφιερώνουν στη μόρφωση και στις βόλτες στη φύση. Οι ουτοπίες δείχνουν το δρόμο. Όμως, η διεκδίκηση του ελεύθερου χρόνου θα γίνει πραγματικότητα μόνο με την είσοδο των μηχανών στην παραγωγή.
    Κατά το Μεσαίωνα όσοι δούλευαν ως εργάτες γης ή ως τεχνίτες είχαν απάνθρωπο ωράριο, 15 και 16 ώρες την ημέρα. Ελεύθερος χρόνος απλώς δεν υπήρχε. Όμως δεν υπήρχε ούτε η αυτοματοποίηση του εργοστασίου, που θα έρθει με την επανάσταση των μηχανών. Όταν εισβάλλουν στην παραγωγή, η κατάσταση περιπλέκεται. Το εργοστάσιο, αντί να απελευθερώσει τον εργάτη, τον αναγκάζει να υποταχθεί σε μια εντατική και τυποποιημένη εργασία. Γι’ αυτό και οι λουδίτες, οι άγγλοι εργάτες που εξεγείρονται ενάντια στις κλωστοϋφαντοργικές μηχανές την αυγή της Βιομηχανικής Επανάστασης, είναι διορατικοί. Καταστρέφουν τις μηχανές, πυρπολώντας τες σε μια πανηγυρική ατμόσφαιρα – γιατί έχουν συνειδητοποιήσει ότι οι μηχανές λεηλατούν όλο το χρόνο του εργάτη.
     Όταν συντριβούν αυτοί οι αρνητές και το εργοστάσιο γίνει πραγματικότητα, τότε θα αρχίσουν οι αγώνες για το δικαίωμα στη ζωή, σε εποχές που ο ελεύθερος χρόνος έχει καταστεί παράνομος. «Η πολιτική οικονομία» έγραφε με οξυδέρκεια ο Καρλ Μαρξ «δεν ασχολείται με τον άνθρωπο τις ώρες που δεν εργάζεται. Αφήνει αυτήν την ασχολία στην ποινική δικαιοσύνη, στην ιατρική, στη θρησκεία, στους πίνακες της στατιστικής, στην πολιτική…». Όσοι διεκδικούν περισσότερο χρόνο από όσο τους παρέχουν γενναιόδωρα τα αφεντικά είναι οι παρίες της κοινωνικής οργάνωσης. Το βεβαιώνουν όλοι, από τη θρησκεία που εξυμνεί την εργατικότητα ως αρετή μέχρι τους κυρίαρχους που θεωρούν τους αρνητές της εργασίας εγκληματίες. Στο κάτω-κάτω, όπως βεβαιώνουν και οι μελέτες της εποχής, η εργασία αναμορφώνει, απομακρύνει τις κακές έξεις και απαλλάσσει από αλλόκοτα πάθη.
     Κάπως έτσι, μαζί με τη Βιομηχανική Επανάσταση, ξεκινάει ο αγώνας για τη μείωση του ωραρίου, αφού ο ελεύθερος χρόνος φτάνει στον εργάτη μόνο για ύπνο. Σε καιρούς, λοιπόν, που οι νεόκοποι αστοί ξεκινούσαν τις οργανωμένες διακοπές τους στα θέρετρα της εποχής, οι εργάτες στις βιομηχανικές χώρες (όπως είναι η Αγγλία, η Γαλλία και οι ΗΠΑ), αγωνίζονται για τη μείωση του ωραρίου. Στις ΗΠΑ μάλιστα η διεκδίκηση του οκταώρου βάφεται με αίμα στην πλατεία Χεϊμάρκετ του Σικάγου. Και οι πέντε αναρχικοί που απαγχονίζονται ως υπεύθυνοι για την εξέγερση θεωρούνται «μάρτυρες της μάχης για τον ελεύθερο χρόνο.
     Παράλληλα, κυκλοφορούν μπροσούρες, όπως η φημισμένη του Πολ Λαφάργκ για το «Δικαίωμα στην τεμπελιά». Εκεί ο γαμπρός του Μαρξ, αηδιασμενος από τις επαναστατικές διακηρύξεις της εποχής του που έχουν διαποτιστεί από το δόγμα της εργασίας, προτείνει μόνο τρεις ώρες δουλειάς. Οι υπόλοιπες θα είναι αφιερωμένες στον έρωτα, το ποτό και τις άλλες εκλεκτές ηδονές.
    Στις αρχές του 20ου αιώνα θα τεθεί ξανά το δικαίωμα του ελεύθερου χρόνου. Αποτελεί, όμως, διακήρυξη μόνο πρωτοποριακών ομάδων που αποστρέφονται κάθε αξία της αστικής κοινωνίας. Έτσι, για παράδειγμα, οι ντανταϊστές διεκδικούν «το δικαίωμα στην ανεργία για όλη την ανθρωπότητα». Με άλλα λόγια, το μέγιστο δυνατό ελεύθερο χρόνο για όλους. Ενώ οι σουρεαλιστές κηρύττουν με ζέση ότι «κάθε είδους εργασία –ακόμα και η καλλιτεχνική- είναι υποτιμητική και κατακριτέα. Το 1925 ο Λουί Αραγκόν, σ’ ένα απίστευτα επιθετικό κείμενο, διακηρύσσει ότι επιθυμεί μια τεράστια έκρηξη που θα ξαναφέρει επιτέλους την ανθρωπότητα στην τεμπελιά – τη μόνη αληθινή πατρίδα της σκέψης.
      Όμως η μάχη για τον ελεύθερο χρόνο χάθηκε και τότε. Ούτε η εκβιομηχάνιση της παραγωγής ούτε η ψηφιακή επανάσταση τα τελευταία χρόνια του 20ου αιώνα εκπλήρωσαν την προσδοκία για άφθονο ελεύθερο χρόνο. Και ακόμα χειρότερα, η αεργία, ο ελεύθερος χρόνος δεν έγινε «η μητέρα των τεχνών και των ευγενικών αρετών», όπως προανήγγειλε ο Λαφάργκ…
     Από τη βιομηχανία της ψυχαγωγίας, που αναπτύχθηκε για να μεταμορφώσει τον άεργο σε καταναλωτή, μέχρι την ελαστικοποίηση της εργασίας, που ολοένα κυριαρχεί, ο ελεύθερος χρόνος ως χρόνος για δημιουργία παραμένει ουτοπία.

Και μια επιφυλλίδα του Νίκου Δήμου για το χαμένο ελεύθερο χρόνο, δημοσιευμένη στο προσωπικό ιστολόγιο του [με ΚΛΙΚ εδώ]
http://ta4mx.blogspot.com/2010/06/blog-post_5999.html

Δευτέρα, 21 Ιουνίου 2010

Χρόνος: οργανωθείτε και κάντε τον… σύμμαχό σας

Ο ΧΡΟΝΟΣ ΕΙΝΑΙ ΧΡΗΜΑ;Η κάθε μέρα έχει ακριβώς 24 ώρες – και αυτό ισχύει για όλους τους ανθρώπους.
Τότε γιατί κάποιους ο χρόνος… τους κυνηγάει και τους πιέζει λίγο περισσότερο;
Πώς μπορούμε να μάθουμε να τον διαχειριζόμαστε πιο αποτελεσματικά;
Στην πραγματικότητα δεν μπορούμε να διαχειριστούμε τον χρόνο, παρά μόνο τον εαυτό μας και τη σχέση μας με αυτόν. Άλλωστε, το πώς χρησιμοποιούμε (ή τρώμε) τον χρόνο μας είναι σε μεγάλο βαθμό θέμα συνήθειας. Και οι συνήθειες -αν και δύσκολα- αλλάζουν…



     Η οργάνωση του χρόνου -και γενικότερα της ζωής μας- προϋποθέτει να ξεκαθαρίσουμε ποιοι είναι οι στόχοι μας, ποια είναι αυτά που θέλουμε να οργανώσουμε, πού θέλουμε να φτάσουμε, ώστε να αποδεχτούμε και να «ανεχτούμε» και το κόστος… Για να μπορέσουμε όμως να αλλάξουμε τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούμε, χρειάζεται πρώτα να τον «μελετήσουμε» και να τον κατανοήσουμε, να δούμε δηλαδή πώς χρησιμοποιούμε τώρα τον χρόνο μας.


Τι σας τρώει συνήθως τον χρόνο:
- Διακοπές από άλλους (τηλεφωνήματα – επισκέψεις)
- Εργασίες που θα έπρεπε να έχουν ανατεθεί σε άλλους
- Αναβλητικότητα / αναποφασιστικότητα
- Έλλειψη επαρκούς πληροφόρησης γι’ αυτά που έχετε αναλάβει να κάνετε
- Ασαφείς προτεραιότητες
- Έλλειψη σχεδιασμού
- Στρες και κούραση
- Αδυναμία να λέτε «όχι»
- Έλλειψη οργάνωσης στον χώρο, που σας αποδιοργανώνει κι εσάς
- Έλλειψη ευελιξίας – πολύ αυστηρός, άκαμπτος και ανέφικτος προγραμματισμός κ.λπ. είναι μερικοί παράγοντες που έχουν την ικανότητα να… καταβροχθίζουν ύπουλα τον χρόνο σας!
   Παράλληλα, η αποδιοργάνωση και η αναβλητικότητα μπορεί να ενισχύονται και να συντηρούνται από ορισμένες δυσλειτουργικές αντιλήψεις:
- Για μια μέρα ακόμα δεν πειράζει, θα τα κάνω όλα αύριο
- Αποδίδω καλύτερα υπό πίεση
- Και οι άλλοι καθυστερούν, γιατί όχι εγώ;
- Δεν μπορώ να ξεκινήσω κάτι αν δεν ξέρω ακριβώς πώς να το ολοκληρώσω
- Δεν πρέπει να πιέζομαι, θέλω να είμαι ελεύθερος
- Δεν μπορώ να αρνούμαι στους άλλους τη βοήθειά μου / την παρέα μου κ.λπ.
- Καλύτερα να τα κάνω όλα εγώ, για να τα έχω υπό έλεγχο
- Δεν έχω χρόνο να ασχοληθώ με την οργάνωση του χρόνου μου…
Το «χάος» και η αποδιοργάνωση μπορεί να σημαίνουν ακόμα έλλειψη κινήτρων ή αποφυγή ανάληψης ευθυνών (όταν για όλα φταίνε οι συνθήκες, οι άλλοι, η τύχη -ή η ατυχία, όταν το «χάος» σημαίνει: «Θα σου δείξω εγώ, θα αποτύχω για να μάθεις»!).

ΠΗΓΗ: Ευθυμίας Παυλάτου (*) http://www.in2life.gr/

κι άλλα σχετικά links
Τεχνικές και στρατηγικές για σωστή διαχείριση χρόνου
http://www.studygs.net/timman.htm 

Οδηγός για σωστή διαχείριση χρόνου
http://www.time-management-guide.com/

Σάββατο, 19 Ιουνίου 2010

Διαμάχη για την παραχώρηση του θωρηκτού ΑΒΕΡΩΦ για τη διοργάνωση μιας «γαμήλιας» εκδήλωσης

Επιφυλλίδα του Ευγένιου Αρανίτση στη Σαββατιάτικη ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ 19-06-2010


Ανεξαρτήτως του κατά πόσον συμμερίζεται κανείς το κύρος των εθνικών συμβόλων, είναι ηλίου φαεινότερο ότι ένα πολεμικό πλοίο, φορτισμένο με ισχυρές ιστορικές αναμνήσεις, κάθε άλλο παρά προσφέρεται για γαμήλιο πάρτι, όπου μοντέλα θα φωτογραφηθούν με φόντο τα κανόνια.
ΩΣΤΟΣΟ, η παραχώρηση του θωρηκτού «Αβέρωφ» στον εφοπλιστή Λεό Πατίτσα και στη γυναίκα του, πρώην σταρ Ελλάς Μαριέττα Χρουσαλά, για να γιορτάσουν τον έρωτά τους με ναυτικές πινελιές βαλκανικού κοσμικού οίστρου, πολύ απέχει, εντέλει, απ' το να βλάπτει τους μεγάλους συμβολισμούς περισσότερο απ' όσο τους υπηρετεί: διότι, εδώ, συμβολίζεται πανηγυρικά η συνολική παρακμή μιας κοινωνίας, πρωτίστως τηλεοπτικής, της οποίας το θεμελιώδες χαρακτηριστικό είναι η αναζήτηση ενός ελάχιστου κοινού παρονομαστή (εν προκειμένω, του χρήματος) για ΟΛΑ αδιακρίτως τα πράγματα, ηθικά και ανήθικα, παλιά και καινούργια, σοβαρά και γελοία, οικεία και εξωτικά, όμορφα και κακόγουστα, ιερά και ανίερα. Τέτοιο ήταν το νόημα της δύναμης που εμψύχωσε κάποτε το αμερικάνικο όνειρο -οι πυραμίδες μεταφέρθηκαν στο Λας Βέγκας.

     ΑΠ' ΑΥΤΗ την άποψη, τα δάκρυα για την ιεροσυλία που διαπράχθηκε αποδεικνύονται κροκοδείλια: στην πραγματικότητα, το mix'n'match έσπαγε όλα τα ρεκόρ θεαματικότητας ήδη από την εποχή που ο Γκορμπατσόφ διαφήμιζε τα γευστικά πλεονεκτήματα μιας ορισμένης πίτσας, ενώ αργότερα ο Παρθενώνας θα παραχωρούνταν σε διάσημο σχεδιαστή. Με τον συσσωρευμένο τους αντίκτυπο, τα άπειρα παραδείγματα αυτού του είδους καλλιέργησαν δραστικά την αδιαφορία ενός πολίτη αθεράπευτα απαθούς. Αυτός, σήμερα, δεν σοκάρεται στ' αλήθεια ΑΠΟ ΤΙΠΟΤΑ και ΚΑΜΙΑ ανορθογραφία δεν είναι αρκετά ενοχλητική ώστε να τον βγάλει από τη νάρκη του, εφόσον το βλέμμα του έχει προ πολλού εκπαιδευτεί απ' την τηλεόραση, της οποίας η παντελώς ανήθικη λογική εδραιώνεται ακριβώς στη νομιμοποίηση της συμπαράταξης ολοκληρωτικά ανομοιογενών ή αντιθετικών στοιχείων, που συνυπάρχουν στη ροή των πλάνων. Εκτοτε, εκκλησιαστικά ζητήματα αναμειγνύονται με διαφημίσεις για απολυμαντικά τουαλέτας και ανυπόφορες τραγωδίες αιματηρών δυστυχημάτων έρχονται σε άμεση γειτνίαση με σκανδαλώδεις αποκαλύψεις εκσπερματίσεων μέσα σε αφρόλουτρα.
     Ο ΣΥΜΒΟΛΙΣΜΟΣ, λοιπόν, αντιστρέφεται με τη σειρά του και θα έλεγε κανείς ότι δεν ήταν το κυνικό κιτς της γκλαμουριάς που βεβήλωσε το θωρηκτό αλλά ότι, αντίστροφα, ήταν το θωρηκτό που ξύπνησε από έναν παγωμένο κόσμο κινηματογραφικών επικαίρων και διεμβόλισε τα οχυρά του λαϊφστάιλ με την εκδικητική επιστροφή της ωμότητας που αυτά έκρυβαν: πάνω στις γκρίζες μεταλλικές επιφάνειες του πλοίου, οι αστραφτερές γόβες έμοιαζαν μ' αυτό που ήταν ανέκαθεν, δηλαδή: επώνυμες.

• [ΠΗΓΗ: ΕΥΓΕΝΙΟΣ ΑΡΑΝΙΤΣΗΣ στη μόνιμη σαββατιάτικη στήλη του ΕΙΣΟΔΟΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ, Ελευθεροτυπία 19-06-2010]

ΑΣΚΗΣΕΙΣ
1. ΠΕΡΙΛΗΨΗ: ν’ αποδώσετε το παραπάνω κείμενο σε μια παράγραφο 80-100 λέξεων
2. Το κείμενο του Ευγένιου Αρανίτση (επιφυλλίδα ή άρθρο) αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα άρθρου που σχολιάζει ένα γεγονός της επικαιρότητας. Να συνοψίσετε το πρόβλημα που θέτει ο αρθρογράφος, τη βασική θέση του σχετικά με το γενικότερο θέμα που ανακινείται με αφορμή την παραχώρηση του θωρηκτού ΑΦΕΡΩΦ για μια ιδιωτική εκδήλωση
3. ΠΑΡΑΛΛΗΛΟ ΚΕΙΜΕΝΟ: Το άρθρο του Ν. Μουζέλη «ΤΙ ΘΕΛΕΙ Η ΑΛΕΠΟΥ ΣΤΟ ΠΑΖΑΡΙ», με το οποίο ο συγγραφέας το 1998 σχολίαζε ένα γεγονός με παρόμοιες προεκτάσεις, δηλαδή την παραχώρηση του Ηρωδείου στον σχεδιαστή Κάλβιν Κλάιν για μια επίδειξη μόδας (βιβλίο ΕΚΦΡΑΣΗΣ/ έκθεσης Γ΄ Λυκείου σελ. 172)


4. ΘΕΜΑΤΑ για συζήτηση και αντίστοιχη ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΚΕΙΜΕΝΟΥ: Σε έναν παραδοσιακό χώρο της περιοχής σας με καλλιτεχνική αξία (θέατρο, παλιό αρχοντικό, ανοιχτό αρχαιολογικό χώρο) προγραμματίζεται μια καλλιτεχνική εκδήλωση από μια εμπορική εταιρεία. Υποθέστε ότι συμμετέχετε στο Δημοτικό Συμβούλιο: ετοιμάστε την πρότασή σας, η οποία μπορεί να είναι θετική ή αρνητική για την παραχώρηση του χώρου στην εταιρεία, αρκεί να είναι τεκμηριωμένη με τα κατάλληλα επιχειρήματα. Στην επιχειρηματολογία σας μπορείτε να λάβετε υπόψη την ιστορία του τόπου, τα οικονομικά οφέλη, την προβολή της περιοχής κλπ.

Παρασκευή, 18 Ιουνίου 2010

Ταξίδι στην ενηλικίωση

ΤΟ ΝΟΗΜΑ, μια νουβέλα της Έλενας Μαρούτσου


Συμβαίνει συχνά: οι προσδοκίες που τρέφουμε στην εφηβεία δεν επαληθεύονται, είτε κυνηγάμε στόχους μεγαλόπνοους είτε αρκούμαστε σε όνειρα πολύ πιο ταπεινά.
     Υπάρχουν, για παράδειγμα, κορίτσια που, έχοντας απομυθοποιήσει εγκαίρως μέσα τους τον... πρίγκιπα, συμφιλιώθηκαν με την προοπτική μιας ζωής βαρετής και προβλέψιμης που θα διακόπτεται από μικρές χαρές, και τα οποία, κάποια στιγμή, μάλλον απότομα, συνειδητοποιούν πως τα ώριμα χρόνια τους δεν θα είναι εύκρατα όπως τα περίμεναν, αλλά γεμάτα κυκλώνες, χιονοστιβάδες και καταιγίδες. Ένα τέτοιο «κορίτσι» ζωντανεύει στη νουβέλα της Έλενας Μαρούτσου «Το νόημα» (εκδ. Κέδρος), ως τριανταεννιάχρονη γυναίκα πια, αντιμέτωπη με μιαν αναπάντεχη εγκυμοσύνη που επισπεύδει μέσα της την ανάγκη μιας ουσιαστικής ενηλικίωσης, μ' ό,τι κόστος κι αν τη συνοδεύει.



Εμμονές και επιθυμίες
Το ίδιο πάνω κάτω μοτίβο διαπερνούσε και το προηγούμενο βιβλίο της Μαρούτσου, το μεταμοντέρνας υφής μυθιστόρημα «Μεταξύ συρμού και αποβάθρας», που τιμήθηκε με το Athens prize for Literature του περιοδικού «δέκατα» πέρσι, και του οποίου η πλοκή καθρεφτιζόταν μέσα στους στίχους του Τάσου Λειβαδίτη και τους σουρεαλιστικούς πίνακες του Μαγκρίτ. Το «Νόημα» καλύπτει λίγους μήνες από τη ζωή μιας ευαίσθητης γυναίκας που δεν έχει αποκτήσει ακόμα δική της οικογένεια και βιοπορίζεται ως ωρομίσθια εκπαιδευτικός, από την ημέρα που η τύχη της διασταυρώνεται με τους ενοίκους μιας κηφισιώτικης βίλας, με τους οποίους θα μοιραστεί την πρωτόγνωρη εμπειρία της, όσο αυτή μέλλει να διαρκέσει. Ενώ με διαρκή πισωγυρίσματα στο χρόνο, η συγγραφέας φωτίζει το οικογενειακό κι ερωτικό παρελθόν της ηρωίδας της, αποκαλυπτικό των εμμονών και των ματαιωμένων επιθυμιών της.
     Γραμμένο με προορισμό την ένταξή του στη σειρά «Εμείς και οι άλλοι» του «Κέδρου», το «Νόημα» έχει τη μορφή ενός ακόμα ψηφιδωτού από θραύσματα ονείρων, αναμνήσεων και εκπλήξεων, που αυτή τη φορά, όμως, συνδιαλέγεται με το κλασικό παραμύθι «Η Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων» του Λούις Κάρολ. Το παραμύθι χάρη στο οποίο σφυρηλατείται η σχέση της ηρωίδας μ' ένα αλμπινάκι κοριτσάκι που μ' έναν τρόπο την μυεί στη διαδικασία της μητρότητας, το παραμύθι στο οποίο θα καθρεφτίζεται και ο δικός της ταραγμένος εαυτός όσο το σώμα της φιλοξενεί ή δέχεται την επίθεση -όπως το δει κανείς- από έναν «άλλον».


Διάλογος με εικόνες
Γεννημένη το 1967, απόφοιτη της Φιλοσοφικής Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στη λογοτεχνία και τις εικαστικές τέχνες στο βρετανικό πανεπιστήμιο του Reading, και με δύο παλιότερες συλλογές ιστοριών στο ενεργητικό της, η Μαρούτσου συνεχίζει και εδώ τον διάλογό της όχι μόνο με λογοτεχνικά κείμενα αλλά και με εικόνες, όπως οι φωτογραφίες ψυχωσικών ασθενών που αιχμαλωτίζουν το βλέμμα του νέου της alter ego. Τραβηγμένες από έναν μυστηριώδη ψυχίατρο σε κατασκήνωση ατόμων με ειδικές ανάγκες, οι τελευταίες αποτελούν έναν ακόμη καθρέφτη στον οποίο η κοπέλα θ' ανιχνεύει τις νευρώσεις της, στην ιδιότυπη αυτο-ανάλυσή της. Κι όσο αλλόκοτα κι αν φαίνονται εκ πρώτης όψεως τα υλικά αυτής της νουβέλας -το αλμπινάκι, η «Αλίκη» του Λ. Σ. Κάρολ, οι φωτογραφίες των σαλεμένων, η «απειλή» του εμβρύου- τόσο αρμονικά μπλέκονται στις σελίδες του «Νοήματος», επιφυλάσσοντας μια ιστορία που υποκλίνεται στο αγαθό της συντροφικότητας, και μ' ένα τέλος ανακουφιστικό για όλους.*

[πηγή ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ, ΕΠΤΑ Ελευθεροτυπίας 13-06-2010]

Κυριακή, 13 Ιουνίου 2010

«Μεγάλοι (και) συμβιβασμένοι, ακούστε μας»

Δυστυχώς πτωχεύσαμε και οικονομικά και ηθικά.


Έκκληση νέων προς την ελληνική κοινωνία: να σταματήσει να σκοτώνει τους νέους


«Δεν είμαστε οι βολεμένοι νέοι του i-Ρod, του Facebook και της καλοπέρασης. Δεν θέλουμε όμως να είμαστε ούτε η «αξιολύπητη γενιά των 700 ευρώ», όπως μας ονομάζουν. Και σ΄ αυτή την προσπάθεια δεν θέλουμε να είμαστε μόνοι μας».
Οι συμμαθητές του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου κατακρίνουν την απάθεια της ελληνικής κοινωνίας  



Με ειλικρίνεια και αμεσότητα, οι μαθητές της Σχολής Μωραΐτη απευθύνουν έκκληση προς την ελληνική κοινωνία να σταματήσει να «σκοτώνει» τους νέους - « είτε με μία σφαίρα του κρατικού μηχανισμού είτε με την καθημερινή αδιαφορία». Το κείμενό τους, που συντάχθηκε από το Κεντρικό Κοινοτικό Συμβούλιο του Λυκείου ύστερα από διεξαγωγή συζητήσεων σε όλες τις τάξεις του σχολείου, δεν θυμίζει ούτε οργισμένες άναρθρες κραυγές ούτε ξύλινο συνδικαλιστικό λόγο. Με ύφος απλό και μεστό, οι συμμαθητές του αδικοχαμένου Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου δείχνουν να αντιλαμβάνονται πλήρως τις παθογένειες της ελληνικής κοινωνίας, παρά το νεαρό της ηλικίας τους. Και έτσι ξεκινούν με μια τραγική παραδοχή: «Δυστυχώς επτωχεύσαμεν- και οικονομικά και ηθικά».


Σιωπή και ενοχή
Οι νεαροί μαθητές δεν ξεχνούν τον άδικο θάνατο του συνομηλίκου τους, ούτε σταματούν να ρωτούν τα «γιατί που πονάνε» και σχετίζονται όχι μόνο με την άδικη δολοφονία του συμμαθητή τους, αλλά και με τη γενικότερη κατάσταση της χώρας μας. «Κανείς δεν μιλάει, κανείς δεν αναλαμβάνει ευθύνες. Όπως τότε, πριν από ενάμιση χρόνο, όταν κανείς δεν μπόρεσε να εξηγήσει στον Αλέξανδρο Γρηγορόπουλο τον λόγο που δεν βρίσκεται πια ανάμεσά μας...Ή όπως και σήμερα, που κανείς δεν τολμά να εξηγήσει στη νέα γενιά τον λόγο που δεν μπορεί να ελπίζει» αναφέρουν χαρακτηριστικά, προσθέτοντας ότι η κοινωνία μοιάζει να έχει ξεχάσει εντελώς τη νεολαία. Και όταν αυτή η παραγκωνισμένη νεολαία βγήκε οργισμένη στους δρόμους τον Δεκέμβριο του 2008, κατάφερε να ταρακουνήσει και να προκαλέσει, μάλλον επειδή «κάποιοι φοβήθηκαν ότι θα αναγκαστούν να απαρνηθούν τη βολική καθημερινότητα, επειδή οι «επαναστάτες χωρίς αιτία» (ένας χαρακτηρισμός που τόσο αβίαστα μας προσάπτουν) ξύπνησαν, απέκτησαν αιτία να διαμαρτυρηθούν».
    Στον χαρακτηρισμό «επαναστάτες χωρίς αιτία» οι μαθητές απαντούν με ένα δριμύ κατηγορώ ενάντια στις συνθήκες που καταπνίγουν τη δημιουργική συμμετοχή των νέων στα κοινωνικά δρώμενα, κυρίως εκείνες που επικρατούν στην Παιδεία. Με τις πανελλαδικές εξετάσεις να έχουν γίνει αυτοσκοπός, την παραπαιδεία να έχει αναδειχθεί βασικός εκπαιδευτικός μοχλός και τις ιδιαίτερες κλίσεις των μαθητών να περιθωριοποιούνται, η εκπαίδευση έχει μετατραπεί «σε εμπορικό προϊόν που θεμελιώνει με κάθε ευκαιρία τις κοινωνικές ανισότητες». Τα βέλη τους στρέφουν άλλωστε και προς τα μέσα μαζικής ενημέρωσης: «Οι μεταποιημένες πληροφορίες, η χειραγωγούμενη ενημέρωση και η καλλιέργεια του αισθήματος φόβου το μόνο που κατορθώνουν είναι να απωθούν εμάς, τη νέα γενιά» σημειώνουν, τονίζοντας ότι το μόνο που ζητούν είναι αξιοπρέπεια και σεβασμό στον δέκτη της ενημέρωσης.


Ολοι φταίμε
«Εσείς φταίτε» είναι μια φράση συχνή στα στόματα των νέων- με το «εσείς» να αναφέρεται στους γονείς, στους δασκάλους, στους «μεγάλους», στους πολιτικούς, σε οποιαδήποτε μορφή εξουσίας. Ωστόσο οι συμμαθητές του νεκρού Αλέξανδρου κατορθώνουν να κάνουν ένα βήμα παραπέρα και αναγνωρίζουν ότι πίσω από τα προβλήματα δεν κρύβεται ένας αόρατος φταίχτης, αλλά όλοι εμείς. « Εμείς οι ίδιοι και ο παθολογικός μεσσιανισμός που μας καταδιώκει... Έχουμε όλοι βολευτεί, όλοι φοβόμαστε να θυσιάσουμε κάτι από την αποχαυνωμένη και βολεμένη ζωή μας» γράφουν.
   Το απρόσωπο κράτος οι μαθητές το αντικαθιστούν με το δικό τους όνειρο: μια κοινωνία «που δεν είναι ανταγωνιστική αλλά συναγωνιστική, δεν είναι βίαιη αλλά ειρηνική, δεν είναι ωφελιμιστική αλλά συλλογική». Και γνωρίζουν καλά ότι μια τέτοια κοινωνία δεν χτίζεται μόνο από τους νέους (όσο ορμητικοί και αν είναι) και γι΄ αυτό δεν επιδιώκουν να «ανατρέψουν το σύστημα», απλώς ζητούν τον σεβασμό των μεγαλύτερων γενεών. «Η απόρριψη μας πληγώνει. Μας καθηλώνει, γιατί χωρίς συνεργασία δεν μπορούμε να πάμε μακριά. Ας σταματήσουν λοιπόν πια οι «μεγάλοι» (και πιθανότατα συμβιβασμένοι) να μας καταδικάζουν και ας κάνουμε επιτέλους ένα βήμα προς την ουσιαστική πρόοδο». Και καταλήγουν, απλώνοντας το χέρι: «Εμείς σας σεβόμαστε, σας ακούμε, είμαστε πρόθυμοι. Εσείς;».
[Πηγή ΤΟ ΒΗΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ, 13 Ιουνίου 2010]

Παρασκευή, 11 Ιουνίου 2010

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΛΕΞΕΩΝ (περιδιαβάζοντας λεξικά της νεοελληνικής γλώσσας): σκιές

Γερνάνε ποτέ οι σκιές; Οι σκιές ταξιδεύουν στο πέρασμα του χρόνου μέσα από τα τραγούδια και τη λογοτεχνία, μέσω συγγραφέων, όπως ο Σαίξπηρ, ο οποίος σε πολλά από τα έργα του συνδυάζει τη φαντασία με την πραγματικότητα, με πολλές σκιές να κάνουν συχνά την παρουσία τους στα έργα του, κυρίως με τη μορφή φαντασμάτων.


Ο πιο πιστός σύντροφος κάθε ανθρώπου είναι αναμφισβήτητα ...η σκιά του, που δεν την αποχωρίζεται ποτέ.
Παράλληλα, σε αντίθεση με τον καθρέφτη που δεν λέει ποτέ ψέματα, κάτω από φυσιολογικές συνθήκες, η σκιά μέχρι τα βαθιά γεράματα σε ξεγελάει και σου δίνει μια σταθερή εικόνα του εαυτού σου, η οποία διαφέρει ελάχιστα από αυτήν που έχει κάποιος έφηβος.


Αρκετές είναι οι διαφορετικές έννοιες για τη σκιά που χρησιμοποιούμε στο καθημερινό λεξιλόγιό μας.
«Μου έγινε σκιά», εννοώντας ότι δεν με αποχωρίζεται και συνέχεια με ακολουθεί.
«Σκίασε τις σχέσεις μας», για μία όχι επιθυμητή εξέλιξη σχέσεων. Ο εθνικός μας ποιητής Διονύσιος Σολωμός συνδύασε το σκιάζω με το φοβίζω στον εθνικό μας ύμνο.
Η «σκιώδης κυβέρνηση» δημιουργείται συχνά από την εκάστοτε αντιπολίτευση προκειμένου να ελέγχει τη λειτουργία τής κάθε κυβέρνησης.
«Έχει γίνει σκιά του παλιού του εαυτού» λέμε συχνά για κάποιον που έχει αρρωστήσει.
Το καλοκαίρι βέβαια αξιοποιούμε με τον καλύτερο τρόπο τη σκοτεινή περιοχή που σχηματίζεται στη μία πλευρά ενός αντικειμένου όταν μία φωτεινή πηγή, όπως είναι ο Ήλιος, το φωτίζει από την άλλη πλευρά.


Για την ιστορία της λέξης:
Η σκιά σε λαογραφικές δοξασίες έχει άυλη υπόσταση, ως υπερφυσικό ον, φάντασμα, αερικό, καθώς και ως μεταθανάτια επιβίωση ανθρώπου ή της ψυχής του. Όλα αυτά προέρχονται από την έλλειψη ικανότητας ερμηνείας του φαινομένου της σκιάς, κάτω βέβαια από την κυριαρχία του φόβου και ίσως της μοναξιάς στη διάρκεια της νύχτας, εξού και το ρήμα σκιάζομαι (=φοβάμαι). Ο Μέγας Αλέξανδρος, προκειμένου να εκπαιδεύσει το άγριο άλογό του, τον Βουκεφάλα, το γύριζε προς τον Ήλιο για να μη βλέπει τη σκιά του τη στιγμή που το ίππευε και να σκιάζεται!
Τα μόνα αστρονομικά σώματα που μπορούν να παράγουν σκιές που να είναι ορατές στη Γη, είναι ο Ήλιος, η Σελήνη και, κάτω από προϋποθέσεις, οι πλανήτες Ερμής και Αφροδίτη.
Για πολλές θρησκείες η σκιά παρομοιάζεται με φάντασμα και είναι κι ένας τρόπος για να δείχνει ο Θεός την παρουσία του. Οι ανατολικές θρησκείες δίνουν μεγάλη σημασία στο φωτοστέφανο και θέλουν να πιστοποιήσουν με αυτό την παρουσία του Θεού.


Οι σκιές και οι τέχνες
Στον κινηματογράφο ο Άνθρωπος-σκιά είχε παρουσία σε μία σειρά από πετυχημένες ταινίες στη δεκαετία του '30 και επανήλθε και στο τέλος του περασμένου αιώνα. Το 1926 ο Lon Chaney ήταν πρωταγωνιστής στο Shadows και το 1959 καλλιτεχνική επιτυχία για τον John Cassavetes ήταν οι Σκιές.
Στη μουσική αρκετά τραγούδια χρησιμοποιούν, με διάφορες αιτίες, τη λέξη σκιά και γνωρίζουν επιτυχία.
Ο Σωκράτης Μάλαμας για το άλμπουμ του Παραμύθια, που κυκλοφόρησε το 1991, έγραψε, για τη φωνή της Μελίνας Κανά, το Κυνηγάω τη σκιά μου:
Κυνηγάω τη σκιά μου
κι όσο ψάχνω μακριά μου, σε χάνω,
είσαι εικόνα που σβήνει στο κενό
και μ' αφήνει να ψάχνω πιο κάτω.
Ο ίδιος τραγουδά στα Ξωτικά:
Σε ποια σκιά τα μάτια σου θολώνουν
μικρό πουλί σ' αγάπησα πολύ,
τα βήματα στα κύματα βουλιάζουν,
να 'σουν εδώ να σε βρει η ανατολή.
Το 2002 ο Σωκράτης θα επανέλθει με τη σκιά στο άλμπουμ Ένα.
Ο Νότης Σφακιανάκης έχει τακτική σχέση με τις σκιές και τις χρησιμοποιεί συχνά σε τραγούδια του όπως το Ένα γράμμα που έγραψε ο Γιώργος Μουκίδης:
Έπεσα χθες μέσα σε θάλασσες παλιές,
μέσα σε κρύα πρωινά και σ' εκδρομές,
έπεσα χθες μες στου μυαλού μου τις σκιές
κι εσύ μου έγνεφες και μου 'λεγες μηv κλαις:
Στο Οι σκιές, σε μουσική Αλέκου Χρυσοβέργη και στίχους Σπύρου Γιατρά, τραγουδά:
Δεν είσαι εσύ το καλοκαίρι πια για μένα,
είσαι σιωπή, ντροπή και όνειρα καμένα,
δεν θα σου δώσω εγώ το σώμα μου ξανά,
να συμπληρώνεις τα δικά σου τα κενά.
Οι σκιές δεν αγαπάνε γιατί δεν έχουνε ψυχή,
οι σκιές δεν αγαπάνε, μια σκιά ήσουν κι εσύ.
Ο Κώστας Λειβαδάς έγραψε για το Πώς θα πεθάνω εγώ για σένα, που τραγούδησε ο Γιάννης Κότσιρας
Ποια σκιά κυνηγάει, το μυαλό μου;
Μακριά, μακριά, πού το στέλνει.
Μες στο ίδιο κελί η καρδιά,
μια στιγμή κυνηγάει να πιστέψει.
Είμαι σκιά που γυρνά τραγουδά ο Μιχάλης Χατζηγιάννης, σε μουσική δική του και στίχους του Θανάση Βούτσινου:
Είμαι σκιά που γυρνά,
στη λογική σου αλλάζω σειρά,
στις άδειες ώρες σου βάζω φωτιά,
τον πόθο η νύχτα ξυπνά.
Είμαι σκιά που γυρνά.
Σε μία από τις διασκευές που έκανε η Ελευθερία Αρβανιτάκη σε τραγούδι των Night Ark, σε στίχους του Μιχάλη Γκανά, με τίτλο Σκιές και χρώματα, τραγουδά:
Είναι σπίτια που έχασα και ποτέ δεν τα ξέχασα,
ένα σχήμα που μπόρεσα -σώμα μου-
κι άλλα που δεν χώρεσα.
Είναι κάτι στον άνεμο,
μυστικό και παράνομο,
που τρελαίνει τα σώματα -πόνα τα- με σκιές και χρώματα.
Η Δήμητρα Γαλάνη, σε μουσική των Βασίλη Τσιτσάνη και Βλάχου και σε στίχους του Κώστα Βίρβου, τραγούδησε το Η σκιά μου και εγώ:
Η σκιά μου κι εγώ κάθε βράδυ πικρό σε ζητάμε,
και ρωτάμε αν ζεις αν σε είδε κανείς και πονάμε,
μες στον ύπνο να 'ρθεις όνειρό μου γλυκό σε προσμένω
κι απ' αγάπη τρελή να σε σφίξω αγκαλιά περιμένω.
Ζω στη σκιά σου, σε στίχους του Νίκου Ελληναίου, από τη Βίκυ Λέανδρος, γι' αυτούς που δεν παίρνουν την αγάπη που επιθυμούν.
Ζω στη σκιά σου πρωί και βράδυ χωρίς κανένα σκοπό
κι αν ζητιανεύω ένα σου χάδι είναι γιατί σαν τρελή σ' αγαπώ.
Σκιές στο περιστύλιο λέγεται το τραγούδι που έγραψε ο Σταμάτης Κραουνάκης για την Αλκηστη Πρωτοψάλτη το 2002.
Ο Μπάμπης Στόκας στην προσωπική του καριέρα έχει το Σκιές στο φως, το Δεν μ' ένοιαξε να χάσω, που έχει γράψει ο Μίλτος Πασχαλίδης και αναφέρεται σε σκιές, και με τους Πυξ Λαξ το Να χαθώ στα βήματά σου:
Να κρυφτώ μες στη σκιά σου,
να χαθώ στα βήματά σου,
να χαθώ όπως δεν μ' έχασες ποτέ σου, να χαθώ.
Να κρυφτώ μες στη σκιά σου
για ν' αγγίξω την καρδιά σου, να κρυφτώ στους εφιάλτες σου,
σαν ίσκιος να κρυφτώ.
Σκιές για τον Δημήτρη Σταρόβα, Γυμνή σκιά από τον Χάρη και τον Πάνο Κατσιμίχα και Μια σκιά με τις Σκιές και τους Domenica, Η σκιά Νίκος Πορτοκάλογλου, Ποιο κορμί σε ταξιδεύει και Γιατί ζω με την Ηρώ και αναφορά στις σκιές, όπως και το Ασε με να φύγω της Αλέκας Κανελλίδου.
Γέρνεις και ο ίσκιος σου μ' αγγίζει τραγουδούν Μαρινέλλα και Κώστας Χατζής στο Σύνορα η αγάπη δεν γνωρίζει, Ο ίσκιος έπεσε βαρύς, με τη Μαρία Φαραντούρη από το Ματχάουζεν του Μίκη, σε στίχους του Γερ. Σταύρου. Ο Μίκης έγραψε μαζί με τον Λουκά Θάνο και το Κι αν έσβησε ο ίσκιος, σε ποίηση του Κώστα Καρυωτάκη, και ερμηνευτή τον Νίκο Ξυλούρη.
Στον διεθνή χώρο: In The Shadows από τους Φινλανδούς Rasmus, Moon Shadow, από τον Cat Stevens, Have You Seen Your Mother Baby Standing In The Shadows, με τους Rolling Stones, το βραβευμένο με Οσκαρ The Shadow Of Your Smile, Shadow Dancing-Andy Gibb, Shadow Play-Rory Gallagher, Shadows Of The Night-Pat Benatar, Shadows and Light από το ομώνυμο άλμπουμ της Joni Mitchell, Standing In The Shadows Of Love-Four Tops, Sillhouttes-Diamonds, White Shadow-Peter Gabriel, Me and My Shadow με τον Frank Sinatra, με πρώτο ερμηνευτή τον Al Jolson το 1927 και πρόσφατο τον Robbie Williams στον αιώνα που διανύουμε, Shadow-Britney Spears, Shadows-Rufus Wainwright, The Shadow-Prodigy.
Η πιο εντυπωσιακή παρουσία είναι αυτή του συγκροτήματος των Shadows, με δεκάδες επιτυχίες, καθώς και το συγκρότημα Last Shadow Puppets και ο DJ. Shadow.

[Από τον Κώστα Ζουγρή – ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑΣ 11/06/2010]

Τρίτη, 8 Ιουνίου 2010

Κοσμογράφημα του μήνα: Σκόρπιες σκέψεις για την κρίση κι ένας μονόλογος

Πώς θα χαρακτηρίζεται, ύστερα από μερικές δεκαετίες, η εποχή μας; Ως ο έσχατος παραλογισμός, ή μήπως η αυτοκατάργηση ενός πολιτισμού;

‘Ένα διαφορετικό κείμενο για την κρίση με τις σκόρπιες σκέψεις του Γ. Γραμματικάκη (ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ 29/05/2010)


  Καιρό τώρα σκεφτόμουνα να γράψω ένα κείμενο για την «κρίση». Το κείμενο όμως αυτό δεν προχωρούσε. Ίσως επειδή η κάθε μέρα ανέτρεπε την προηγούμενη, η κάθε πρόβλεψη διαψευδόταν από τα γεγονότα, την κάθε διαβεβαίωση έπαιρνε το πρωί ο άνεμος.  Έμοιαζε να είμαστε θεατές μιας τραγωδίας, που ενώ παιζόταν σε κάποια παράδοξη σκηνή, μας αφορούσε και μας συνέτριβε. Είμαστε θεατές, ταυτόχρονα όμως ηθοποιοί και σκηνοθέτες. Ο συγγραφέας της τραγωδίας παρέμενε ωστόσο άγνωστος, και ούτε θα τον μάθουμε ίσως ποτέ. Να 'ναι άραγε ο κακός μας εαυτός, οι πολιτικοί που μας εκπροσωπούν ή κάποιοι άλλοι πίσω από οθόνες υπολογιστών, που μας επιβουλεύονται;
    Δεν είναι λοιπόν ένα ακόμα κείμενο για την κρίση, αλλά οι σκόρπιες σκέψεις που προκάλεσαν ορισμένες πτυχές της. Σκόρπιος είναι άλλωστε και ο εαυτός μας, και το μέλλον θρυμματισμένο και αβέβαιο. Αυτόν τον εαυτό προσπαθούν να αποτυπώσουν οι γραμμές που ακολουθούν.


1. Όλους αυτούς τους μήνες αφθονεί ο λόγος ο χειμαρρώδης, ο καταγγελτικός. Ποιοι ή πώς μας έφεραν εδώ, η κλοπή του δημόσιου χρήματος, η κλοπή της ελπίδας, οι υπεύθυνοι που δεν φυλακίζονται, οι ανάξιοι πολιτικοί -τόσα λόγια, επιδερμικά λόγια, λόγια του συρμού. Δεν ωφελούν. Ζούσαμε σ' ένα ψεύτικο σκηνικό. Τώρα, καθώς το σκηνικό καταρρέει, μόνον η σιωπή μοιάζει ειλικρινής. Αισθάνεται κανείς ότι πρέπει να σιωπήσει, επειδή τα λόγια έχασαν το νόημά τους.
2. Πόσο λοιπόν καλύτερα θα ήταν τα πράγματα αν, ως πρώτο από τα πολλά «μέτρα» για την κρίση, υπήρχε η δυνατότητα επιβολής της σιωπής! Μία μέρα την εβδομάδα ή τέσσερις ώρες την ημέρα, ένα πρωί ή ένα βράδυ, να σιγούσαν τα ραδιόφωνα και οι τηλεοράσεις, να έλειπαν τα σχόλια και οι συνεντεύξεις, να αφηνόταν ο πολίτης μόνος με τον εαυτό του, περίφροντις. Η χώρα δεν υφίσταται μόνον ένα καταιγισμό «μέτρων», που μέχρι να αφομοιωθούν έρχονται άλλα. Αναγκάζεται να υποστεί κι έναν καταιγισμό, ανελέητο, από αναλυτές και αναλυόμενους, από ενόχους και αθώους, από «εκπροσώπους» και συνδικαλιστές. Η σιωπή - πόσο πιο εκφραστική! Η σιωπή - πόσο πιο αληθινή!
3. Αλλοι θρηνούν για τα επιδόματα ή τον δέκατο τέταρτο μισθό, πολλοί για την ακρίβεια και την αύξηση των φόρων, άλλοι πάλι για τις συντάξεις που δεν επαρκούν. Αληθινά όλα -αλλά τόσο κοντόφθαλμα, τόσο εγωιστικά! Έχω την αίσθηση ότι πολύ γρήγορα η μόνη πραγματική διάκριση θα είναι: Εμείς όλοι που έχουμε κάποια μόνιμη δουλειά, κάποιο μικρό μισθό να τρέχει - και όλοι οι άλλοι, οι άνεργοι και οι μετέωροι, εκείνοι που φοβούνται ότι θα κλείσει η επιχείρηση ή το μαγαζί τους, τα νέα παιδιά που είδαν τις ελπίδες τους να σβήνουν πριν καν δημιουργηθούν.
4. Η ισοπέδωση της ιστορίας: Τόσο άδικη! Μοιάζει ότι δεκαετίες τώρα σαν να υπήρχαν μόνον άφρονες πολιτικοί, μόνον άρπαγες του δημόσιου χρήματος, μόνον ύποπτοι άνθρωποι με βίλες και ακριβά αυτοκίνητα. Υπήρχαν αυτοί - και ασφαλώς σε αφθονία. Υπήρχαν όμως και οι άλλοι, πολλοί άλλοι. Δίπλα στην Ελλάδα της διαφθοράς και της ευκολίας, υπήρχε πάντα η παράλληλη Ελλάδα. Δάσκαλοι που δίδασκαν με ευσυνειδησία και πάθος, άνθρωποι της Τέχνης και δημιουργοί σπουδαίοι, άξιοι επιχειρηματίες και δημόσιοι υπάλληλοι, βιοπαλαιστές με πείσμα και ήθος. Κτίστηκαν Νοσοκομεία και ιδρύθηκαν Πανεπιστήμια, έγιναν δρόμοι και ζωντάνεψαν χωριά, η «ανάπτυξη» ήταν ορατή με τα χίλια στραβά της - καθημερινά ωστόσο βελτίωνε τη ζωή μας. Όταν η ισοπέδωση της ιστορίας γίνεται από τους ξένους, δείχνει άγνοια και τυποποιημένη σκέψη. Όταν εξασκείται από γηγενείς, ισοδυναμεί με έναν παράδοξο, ανομολόγητο εθνικό μαζοχισμό.
5. Έλεγα πάντα ότι η Ελλάδα είναι η χώρα των υποκριτικών εκπλήξεων. Κάποια στιγμή ένα θέμα, συχνά για λόγους τραγικούς, έρχεται στην επιφάνεια. Αρχίζει ο χορός της εκπλήξεως, των επιφωνημάτων και της καταδίκης. Ότι ωστόσο κάποια στιγμή θα φτάναμε εκεί ήταν, στις περισσότερες των περιπτώσεων, αυτονόητο. Οι πλημμύρες δεν είναι δυνατόν να αποφευχθούν, αφού τσιμεντώνονται τα ρέματα• οι πυρκαγιές θα φουντώνουν, όσο κτίζονται οι καμένες εκτάσεις• την παρερμηνεία του ακαδημαϊκού ασύλου θα ακολουθούσαν έκτροπα και καταστροφές• η άλωση του κράτους από τα κόμματα θα οδηγούσε στη διόγκωση και στην αβελτηρία του. Κάθε φορά, ωστόσο, που κυριαρχούσε στην επικαιρότητα μια καινούργια υποκριτική έκπληξη, περίσσευαν οι κραυγές για την αναζήτηση ευθυνών και την τιμωρία όσων έφταιξαν. Το πολιτικό ωστόσο και κοινωνικό μας πλέγμα είχε μικρή την ικανότητα αντιδράσεως. Ετσι κι αλλιώς, ο θρήνος δεν διαρκούσε πολύ. Απλώς μέχρι την επόμενη έκπληξη, την επόμενη υποκρισία. Τώρα, ωστόσο, η έκπληξη είναι πραγματική. Δεν κρύβει υποκρισία, αλλά οδύνη. Κανείς δεν το περίμενε: Ότι η «υπερήφανη» Ελλάδα, που συμβάδιζε στα χαρτιά με την Ευρώπη, θα έφτανε σήμερα να επαιτεί και να ταπεινώνεται. Η έκπληξη τώρα δεν είναι υποκριτική, δεν το ξέραμε, είναι δύσκολο να το συλλάβουμε. Ξέραμε για τα ρυάκια: Ότι η Παιδεία μας ήταν λειψή, ότι το κράτος έπασχε, ότι η επιφανειακή μας ευμάρεια έκρυβε ανομίες και κυνισμό. Ξέραμε ότι τα ρυάκια είχαν γεμίσει σκουπίδια και πέτρες, όχι όμως ότι το ποτάμι που κατέληγαν φούσκωνε διαρκώς, και τώρα κινδυνεύει να πνίξει χωριά και ανθρώπους. Οι υποκριτικές εκπλήξεις δεν ωφελούν πια. Ξέρομε ότι στα ρυάκια, που είχαν αφεθεί να γεμίσουν σκουπίδια, βρίσκεται η πηγή των δεινών μας. Ίσως, όμως, αν η ροή τους αποκτήσει διαύγεια και ορμή, να αποτελούν και τη μόνη ελπίδα.
6. Μήτε η κακόγουστη γελοιογραφία ενός γερμανικού εντύπου, ούτε εκείνοι οι άνθρωποι χωρίς πρόσωπο που μοιάζουν να ρυθμίζουν τις τύχες μας, είναι η πιο πικρή στιγμή, το πιο εξοργιστικό φαινόμενο της κρίσεως. Αυτά τα ξένα, δεν είναι δικά μας, δεν μας ανήκουν. Τα άλλα, τα πικρά και εξοργιστικά, μας ανήκουν. Όπως εκείνη η μόνιμη, κουραστική επωδός του πολιτικού κόσμου: Ακόμα και αυτές τις στιγμές, γι' αυτούς προέχει το μικροκομματικό συμφέρουν. Τη δική του τη γλώσσα μιλούν όπως πάντοτε, εκείνο υπερασπίζονται. Το έδαφος φεύγει κάτω από τα πόδια μας -και τα δικά τους όμως πόδια- κι εκείνοι χειρονομούν εναντίον αλλήλων, κατηγορούν ο ένας τον άλλο για τις ευθύνες που ποτέ δεν αισθάνθηκαν, υπερηφανεύονται για αρετές που ποτέ δεν είχαν. Εκείνοι μάλιστα που πρόσφατα κυβέρνησαν τον τόπο, με τον ηγέτη τους ήδη σε αφάνεια, μοιάζουν φιγούρες γραφικές που σκιαμαχούν σ' ένα τοπίο έρημο κι ωστόσο εκδικητικό.
7. Είναι ένας πόλεμος χωρίς ορατούς εχθρούς, ο πρώτος πόλεμος στην ιστορία χωρίς μάχες στο έδαφος ή στον αέρα. Το μέτωπο μοιάζει να είναι άλλο: Η ψηφιακή ανθρωπότητα εναντίον της πραγματικής ανθρωπότητας. Από τη μια μεριά, οθόνες υπολογιστών, πίνακες χρηματιστηρίων που συνεχώς μεταβάλλονται, άυλα όπλα. Από την άλλη, άνθρωποι φοβισμένοι ή σε απόγνωση, έντρομα έθνη και κυβερνήσεις που παραπαίουν. Πώς θα χαρακτηρίζεται, ύστερα από μερικές δεκαετίες, η εποχή μας; Ως ο έσχατος παραλογισμός, ή μήπως η αυτοκατάργηση ενός πολιτισμού; Αν η πραγματική ανθρωπότητα -και όχι η ψηφιακή- ανακαλύψει κάποιο δρόμο επιβίωσης, θα δυσκολεύεται να αναγνωρίσει τον σημερινό εαυτό της.


Κι ένας μονόλογος:
Τότε άρχισα να ξαναχτίζω τον δικό μου κόσμο. Όπως γινόταν παλιά, αποτελείται κυρίως από λέξεις, λέξεις ωστόσο με αξία αδιαπραγμάτευτη και διαρκή. Είναι -όπως λέει ο ποιητής, «λέξεις-χρησμοί, λέξεις ενώσεως αψιδωτής και κορυφαίας, λέξεις με σημασίαν απροσμέτρητον διά το παρόν και διά το μέλλον...».
Άρχισα λοιπόν πάλι να συλλέγω κάποιες λέξεις, για να ξανακτίσω -να ξανακτίσομε- τον δικό μας κόσμο. Είναι έργο επίπονο και δύσκολο.


Μήτε από ταμειακές μηχανές προέρχονται οι λέξεις, μήτε σε μέτρα, έκτακτα ή τακτικά, αντιστοιχεί το περιεχόμενό τους. Λέξεις όπως Παιδεία ή Αλληλεγγύη, η αξία της Τέχνης και η αξία της Γνώσεως, το βλέμμα ενός παιδιού και η σιωπή του μετανάστη - κι ακόμα το βλέμμα εκείνης ή το τραγούδι της θάλασσας, η ποιότητα ζωής, και η χειραψία με τον Άλλο. Η συμπόρευση με τους άλλους. Έγραφα χωρίς σταματημό, έκτιζα πάλι τον κόσμο. Η Τέχνη, η Μουσική, το βλέμμα ενός ανέργου, η συγκίνηση του θεατή, η έγνοια για τη φύση -δίπλα στην κάθε λέξη σημείωνα την κρυφή αξία της, «την απροσμέτρητον σημασία της διά το παρόν και διά το μέλλον». Έμεινα γρήγορα έκπληκτος: Λίγες μόνον λέξεις είχαν καταγραφεί, και η αξία τους υπερέβαινε κατά πολύ το έλλειμμα το ελληνικό, υπερέβαινε όλα μαζί τα ελλείμματα των ευρωπαϊκών χωρών, ξέφευγε από τους περιορισμούς του ΔΝΤ, άγγιζε τα ελλείμματα της ψυχής και της ζωής μας.

[ άρθρο του Γιώργο Γραμματικάκη, καθηγητής του Πανεπιστημίου Κρήτης και συγγραφέας – ΣΑΒΒΑΤΙΑΤΙΚΗ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ 29-5-2010]