Κυριακή, 13 Φεβρουαρίου 2011

ΕΛΛΗΝΙΚΟΙ ΤΟΠΟΙ και ΤΑ ΜΝΗΜΕΙΑ ΤΟΥΣ (πληροφοριακό ύλικό)

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑΚΟ ΥΛΙΚΟ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ελληνικούς τόπους και τα μνημεία τους: πώς πρέπει να προσεγγίζουμε τα μνημεία, η εκπαιδευτική τους αξία, η συμβολή της παιδείας στη συνειδητοποίηση της αξίας τους, αιτίες της καταστροφής και η αρχαιοκαπηλία, το αίτημα για την επιστροφή των ελγίνειων μαρμάρων του Βρετανικού Μουσείου (επιχειρήματα και αντεπιχειρήματα)



1. ΟΡΙΣΜΟΣ: μνημείο είναι μεμονωμένο κτίσμα ή σύνολο κτισμάτων, που έχουν διασωθεί, συνδέονται με την ιστορία της χώρας και παρουσιάζουν αρχαιολογικό ενδιαφέρον
    Η Ελλάδα έχει μακραίωνη πολιτιστική παράδοση. Ίχνη της πολιτιστικής της πορείας στο χρόνο είναι τα μνημεία που βρίσκονται διάσπαρτα σε κάθε γωνιά της ελληνικής γης. Από την αρχαιότητα διασώθηκαν και διατηρούνται ναοί, αγάλματα, τάφοι, επιτύμβιες στήλες, τοιχογραφίες, τείχη, ανάκτορα, θέατρα, στοές, αψίδες, υδραγωγεία, λουτρά κ.ά. Δείγματα βυζαντινού πολιτισμού είναι εκκλησίες, μοναστήρια, τοιχογραφίες, ψηφιδωτά, αγιογραφίες, εικόνες, κάστρα, ανάκτορα. Τέλος, μάρτυρες της νεότερης ιστορίας μας είναι αρχοντικά και νεοκλασικά κτίρια, γεφύρια, φάροι, χάνια, μύλοι, εργοστάσια, κρήνες.



2. Αξία αρχαίων μνημείων
ΙΣΤΟΡΙΚΗ και ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗ ΑΞΙΑ: Τα μνημεία είναι δημιουργήματα μιας συγκεκριμένης κοινωνίας σε μια ορισμένη εποχή και εκφράζουν τις αξίες, τις αντιλήψεις, τα ιδεώδη και την αισθητική της. Δηλαδή με αυτά καταλαβαίνουμε την κοινωνία που τα δημιούργησε και τον πολιτισμό της. Για παράδειγμα οι Πυραμίδες, ο Παρθενώνας, το Κολοσσαίο, η Αγία Σοφία είναι μνημεία/ σύμβολα και αυθεντικά δείγματα του πολιτισμού της φαραωνικής κοινωνίας, του ρωμαϊκού ιμπέριουμ, της αξίας του μέτρου και της χριστιανικής πίστης αντίστοιχα.
ΕΡΓΑ ΤΕΧΝΗΣ με καλλιτεχνική/ αισθητική αξία: κυρίως γιατί, όπως όλα τα έργα τέχνης, εκφράζουν με καλαίσθητο τρόπο χαρακτηριστικά της εποχής που τα γέννησε. Η αισθητική, μάλιστα, αξία πολλών από αυτά είναι τόσο μεγάλη, ώστε να «νομοθετούν», να ορίζουν δηλαδή και να καθιερώνουν αισθητικούς κανόνες. Και όσο πιο λαμπρός είναι ο πολιτισμός που τα δημιούργησε, τόσο πιο μεγάλη είναι η ακτινοβολία τους και η επίδρασή τους στη μεταγενέστερη καλλιτεχνική δημιουργία.
Τέλος, πολλά μνημεία, μπορεί να ξαναμπούν στη ζωή μας και να χρησιμοποιηθούν, ανάλογα με το είδος τους ή τις δυνατότητες που προσφέρουν, για θεατρικές παραστάσεις, για πολιτιστικές εκδηλώσεις ή για θρησκευτικές τελετές (π.χ. θέατρο Επιδαύρου)


3. Τι μπορεί να προσφέρει στο σύγχρονο άνθρωπο η επίσκεψη στα ελληνικά μουσεία
Ο σύγχρονος άνθρωπος μπορεί πολλαπλώς να ωφεληθεί από την επίσκεψή του σε ελληνικά μουσεία. Τα εκθέματα των ελληνικών μουσείων του δίνουν την ευκαιρία μιας θερμής και άμεσης συνομιλίας με αισθητικές μορφές που δημιουργήθηκαν από τις απαρχές του πολιτισμού, καθόρισαν και επέβαλαν αισθητικούς κανόνες για τις μεταγενέστερες εποχές. Η αμεσότητα της επικοινωνίας αυτής, και μάλιστα στο γενέθλιο τόπο των μνημείων, συμβάλλει στην κατανόηση και στην αφομοίωση του ελληνικού πολιτισμού. Η συνομιλία με το έργο τέχνης κάνει απτή πραγματικότητα το μακρινό ελληνικό παρελθόν. Επειδή όμως, ο αρχαίος ελληνικός πολιτισμός αποτελεί αρχέτυπο του σύγχρονου ελληνικού – και ευρωπαϊκού- πολιτισμού, η επίσκεψη στα ελληνικά μουσεία αποτελεί για το σύγχρονο άνθρωπο ένα γοητευτικό, όσο και πολύτιμο, ταξίδι στις ρίζες του παγκόσμιου πολιτισμού.


4. Εκπαιδευτική αξία μνημείων
Τα μνημεία είναι εθνική περιουσία και καύχημα ενός λαού. Απλά ή επιβλητικά, ταπεινά ή μεγαλοπρεπή, ακέραια ή σπαράγματα, στέκουν σιωπηλά και μας υπενθυμίζουν ποιοι είμαστε και από πού ερχόμαστε. Υποβάλλουν συναισθήματα, προκαλούν συνειρμούς, προβληματίζουν και διδάσκουν όποιον μπορεί να καταλάβει καλύτερα τη «γλώσσα» τους. Απαραίτητη προϋπόθεση γι’ αυτό είναι να έχει συνειδητοποιήσει κανείς τη λειτουργία και την αξία τους. Το έργο αυτό είναι ευθύνη της εκπαίδευσης. Πρέπει να φέρει τους μαθητές σε επαφή με τα πολιτιστικά επιτεύγματα του ανθρώπου, σύγχρονα και παρελθόντα. Για να επιτευχθεί ο σκοπός αυτός, το βάρος της εκπαιδευτικής προσπάθειας πέφτει κυρίως στη μετάδοση θεωρητικών γνώσεων για το εθνικό μας και για τον παγκόσμιο πολιτισμό. Λείπει η άμεση βιωματική σχέση με το παρελθόν. Τη δυνατότητα αυτή προσφέρει η επίσκεψη, η συστηματική εξέταση και γνώση των μνημείων. Οι θεωρητικές γνώσεις σε συνδυασμό με τη βιωματική σχέση με το παρελθόν, είναι πολύ πιθανόν να γίνουν αφορμή για ένα ταξίδι στο χρόνο, όπου με τη δημιουργική φαντασία του ο μαθητής θα προσπαθήσει να αναβιώσει σκηνές και γεγονότα από τη ζωή του παρελθόντος, να μεταφερθεί νοερά σε αυτή, να νιώσει πρωτόγνωρα συναισθήματα, να συγκρίνει, να προβληματιστεί και να καταλήξει σε συμπεράσματα που ξεπερνούν τα όρια της σχολικής γνώσης.
      Η άμεση επαφή των μαθητών με τα μνημεία θα τους βοηθήσει να κατανοήσουν τη σχέση που υπάρχει ανάμεσα σ’ αυτά και στις συνθήκες της εποχής που τα γέννησε. Επίσης με αυτό τον τρόπο μπορεί ν αντιληφθούν καλύτερα την αρχιτεκτονική τους και το διάκοσμό τους, δηλαδή την αισθητική τους. Θα κατανοήσουν πως όλα αυτά αντανακλούν την ιδεολογία, την οικονομική και κοινωνική κατάσταση καθώς και το πολίτευμα που επικρατούσαν την εποχή που δημιουργήθηκαν. Έτσι, οι μαθητές οξύνουν την κρίση τους, διαμορφώνουν διαλεκτική σκέψη και συγκροτούν ολοκληρωμένη άποψη για την έννοια της ιστορικής εξέλιξης και αλλαγής. Τέλος, όταν οι μαθητές έρχονται σε επαφή με τα μνημεία, με την ομορφιά που έχουν αυτά και το περιβάλλον μέσα στο οποίο βρίσκονται, καλλιεργούν τα αισθητικά τους κριτήρια. Μαθαίνουν, επομένως, να εκτιμούν την αξία τους, να απολαμβάνουν την παρουσία τους, να τα συνδέουν με τη ζωή και να νιώθουν την ανάγκη να τα σέβονται, να τα προβάλλουν και να προστατεύουν.


5. Είναι, όμως, επαρκώς αξιοποιημένες οι δυνατότητες της εκπαίδευσης για την επαφή της νέας γενιάς με τα πνευματικά επιτεύγματα του πολιτισμού;
Το σίγουρο είναι ότι το εκπαιδευτικό σύστημα δε μένει αδιάφορο μπροστά στη δυνατότητα να γνωρίσει στους νέους τη σημασία των μνημείων, που είναι το πνευματικό αποτύπωμα και το υλικό ίχνος στο χώρο και το χρόνο του πολιτισμού μας. Είτε άμεσα (με επισκέψεις) είτε έμμεσα (με τη μετάδοση γνώσεων) προσπαθεί να γνωρίσει στη νέα γενιά τα μνημεία του τόπου. Εύλογα όμως υπάρχει κάποιος προβληματισμός για το αν είναι επαρκώς αξιοποιημένη η όλη προσπάθεια και αν, τελικά, αποδίδει το επιθυμητό αποτέλεσμα. Δυστυχώς, στις περισσότερες απ’ τις επισκέψεις στους αρχαιολογικούς χώρους κυριαρχούν γνωρίσματα που αντίκεινται στη δυνατότητα ουσιαστικής επικοινωνίας με τα μνημεία. Θόρυβος, προχειρότητα και βιασύνη κρατούν τους μαθητές σε απόσταση και προσδίδουν στην περιήγησή τους το χαρακτήρα μιας ανάλαφρης εκδρομής. Τις πιο πολλές φορές, λείπουν από τους μαθητές δύο βασικά στοιχεία: αφενός η προεργασία, ώστε να γνωρίζουν τι θα δουν, και αφετέρου η εξερεύνηση, ώστε να ανακαλύψουν ό,τι θα δουν. Έτσι, απροετοίμαστοι και παθητικοί κοιτάζουν αλλά δεν βλέπουν, πληροφορούνται αλλά δεν μαθαίνουν, διδάσκονται αλλά δε βιώνουν. Και αυτό σημαίνει ότι η τυποποιημένη ατμόσφαιρα της σχολικής αίθουσας διαπερνά τη σχέση των νέων και με τα μνημεία μην αφήνοντας πολλά περιθώρια για ουσιαστική και βιωματική επαφή μαζί τους. Απ’ την άλλη, οι γνώσεις που τα σχολικά εγχειρίδια περιέχουν για τα μνημεία είναι εκ των πραγμάτων ανεπαρκείς. Όχι μόνο γιατί χαρακτηρίζονται από αποσπασματικότητα, αλλά κυρίως γιατί στο πλαίσιο ενός βαθμοθηρικού και εξετασιοκεντρικού συστήματος παραμένουν γνώσεις κενές νοήματος, που δεν είναι, δηλαδή, σε θέση ούτε το ενδιαφέρον να κινήσουν ούτε το βίωμα να γεννήσουν [απόσπασμα από το ΚΡΙΤΗΡΙΟ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ ΜΝΗΜΕΙΑ και ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ στο βιβλίο του Πανανγιώτη Χατζημωϋσιάδη σελ.251]


6. Πώς πρέπει να προσεγγίζουμε τα μνημεία
Πρέπει να προσεγγίζουμε τα μνημεία του τόπου μας έχοντας συνείδηση της εποχής, του κόσμου και του πολιτισμού που τα δημιούργησε. Ο Χ. Καρούζος επισημαίνει: «δεν ανήκει στις εύκολες και πρόχειρες απολαύσεις ο ελληνικός τόπος με τα μνημεία του. Χρειάζεται αργό περπάτημα, συγκέντρωση, σιγανή μελέτη». Θα στρεβλώσουμε τη μοναδικότητά τους, αν προσπαθήσουμε να τα προσεγγίσουμε και να τα ερμηνεύσουμε με τα δικά μας κριτήρια. Αξίζει να προσέχουμε την ομορφιά τους, την υποβλητικότητά τους, την καλλιτεχνική τους αξία. Επίσης μπορεί (και πρέπει) να μας συγκινεί το γεγονός ότι είναι πολιτιστική μας κληρονομιά και να μας προκαλούν προβληματισμό για την ανθρώπινη ύπαρξη, για τον πολιτισμό, για τη σχέση του παρελθόντος με το παρόν. «Αν περάσουμε βιαστικοί», συμπεραίνει ο Χρήστος Καρούζος, «ή με έστω και υποσυνείδητη περηφάνια για το πόσο εμείς έχομε προοδεύσει, όχι μόνο δεν θα κερδίσουμε τίποτε από τον πλούτο των μνημείων, αλλά και θα φύγουμε ζημιωμένοι. Πολλές φορές ο τόπος τούτος και η ιστορία του, δηλαδή η ζωή του, μας βάζει αινίγματα. Και ο γέρος παιδαγωγός στον «Ίωνα» του Ευριπίδη μας έχει προειδοποιήσει «δύσκολα τα μαντεία». Αλλά δεν έχει αμφισβητηθεί ως τώρα ποτέ, ότι η ποιότητα (ακόμη και το μέγεθος) της χαράς και της ωφέλειας του ανθρώπου είναι κατευθείαν ανάλογη με τον κόπο του» [από το κείμενο του Χρήστου Καρούζου Ο ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΤΟΠΟΣ ΚΑΙ Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΕΧΝΗ, διάβασέ το στους ΘΕΜΑΤΙΚΟΥΣ ΚΥΚΛΟΥΣ ΓΙΑ ΤΟ ΛΥΚΕΙΟ σελ. 294]


7. Ο τόπος μας ως πολιτισμός: πώς αντιμετώπιζαν τον τόπο τους οι παλιοί και πώς τον αντιμετωπίζουν οι σύγχρονοι άνθρωποι
Για αιώνες ολόκληρους, σκλαβωμένους αιώνες, πέτρες ήταν, σωριασμένες οι πιο πολλές… τις έτρωγε ο χρόνος, διαβάζουμε στο άρθρο του Παντελή Μπουκάλα. Κι όταν με τον καιρό ακούστηκε το μακρυγιάννειο εκείνο «για τούτες εδώ τις πέτρες πολεμήσαμε», για σαλό θα τον πέρασαν πολλοί το στρατηγό, όπως σήμερα ακόμη περνάμε εμείς για σαλούς τους Γιαπωνέζους ή τους Γερμανούς που ξεφυτρώνουν και στα ερείπια εκείνα που δεν τα υποδεικνύει κανένας χρηστικός χάρτης. Ώσπου αποδείχθηκε πως οι πέτρες δεν είναι μόνο κειμήλια και παρακαταθήκη και αίγλη, δεν είναι μόνο πόρος της μνήμης αλλά και πόρος του χρήματος. Πόσα μέρη της Ελλάδος δεν χρωστάνε τη μισή του τουλάχιστον φήμη, άρα και τους μισούς επισκέπτες τους, στα μάρμαρά τους;». Και η Ελεονόρα Σκουτέρη συνοψίζοντας τονίζει πως είναι πολύ διαφορετική «… μια κοινωνία με ιστορική συνείδηση, δηλαδή ένας πολιτισμός που σέβεται αυτό που βρίσκει και σκέφτεται αυτό που θα αφήσει, κι αλλιώς εγγράφεται ένας πολιτισμός που θεωρεί τη φύση ως απλό πλαίσιο, το χώρο ως πεδίο δραστηριοτήτων, τα μνημεία και τις μνήμες των πολιτισμών που προηγήθηκαν ως εξάρτημα και την ιστορία ως πάρεργο, ως πολυτέλεια, ως διασκέδαση ή απλώς ως ανιαρή υποχρέωση…» [διάβασε το άρθρο ΠΕΤΡΕΣ του Παντελή Μπουκάλα και κείμενο της Ελεονόρας Σκουτέρη Ο ΤΟΠΟΣ ΜΑΣ ΩΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ στους ΘΕΜΑΤΙΚΟΥΣ ΚΥΚΛΟΥΣ σελ. 304 και 305 αντίστοιχα]


8. Στοχασμοί Σεφέρη για τον τρόπο προσέγγισης των αρχαίων μνημείων: άλλοι βλέπουν έναν κόσμο τελειωτικά παρωχημένο, που ξεψύχησε κι άλλοι τη ζωντανή ανάσα ενός πολιτισμού
…. Όμως συλλογίζομαι πως το θέμα θα ’πρεπε να το ιδεί κανείς από τις δυο του όψεις. Πρόκειται για δυο κατηγορίες είδους, όχι ποιού: η μια είναι του ξενόγλωσσου, και, καθώς τον συλλογίζομαι, θέλω να τονίσω αμέσως ότι δεν έχω διόλου στο νου τόσους επιστήμονες που με θαυμαστή γνώση και με λεπτότατες αισθήσεις αναλώθηκαν στην εξερεύνηση του αρχαίου κόσμου, αλλά εκείνους που βλέπουν ένα κόσμο τελειωτικά παρωχημένο, που ξεψύχησε, ένα περίτεχνο φέρετρο. Το φέρετρο εύκολα το μετακινάει κανείς, αλλά τους ζωντανούς είναι πολύ δύσκολο, γιατί πονούν, να τους αλλάξει, ή να τους ξεριζώσει για να τους μεταφυτέψει. Τη γλώσσα μας λ.χ. είναι αδύνατο να την αντικρίσει κανείς αλλιώς παρά σαν ανάσα ζωντανών ανθρώπων, όχι σαν τον ναυαγοσωστικό ζήλο γραμματικών. [διάβασε το απόσπασμα από τις ΔΟΚΙΜΕΣ του Γ. Σεφέρη στο σχολικό βιβλίο της ΕΚΦΡΑΣΗΣ/ έκθεσης σελ. 133]


9. Αίτια καταστροφής των μνημείων: εγκατάλειψη, οικιστική ανάπτυξη, αρχαιοκαπηλία
Όσο πιο παλιό είναι ένα μνημείο, τόσο πιο πολλές είναι, συνήθως οι αλλοιώσεις και οι καταστροφές που εμφανίζει με το πέρασμα του χρόνου, ιδίως όταν παύει να χρησιμοποιείται και να ενδιαφέρει τους ανθρώπους. Έπειτα και οι άνθρωποι με τη στάση τους απέναντι στα μνημεία μπορούν να επιταχύνουν και να κάνουν μεγαλύτερη αυτή τη φθορά και την καταστροφή τους. Τα μνημεία εξυπηρετούσαν την εποχή που δημιουργήθηκαν συγκεκριμένες ανάγκες των ανθρώπων σχετικές με τη λατρεία τους, τη ψυχαγωγία τους, με τις καθημερινές πρακτικές ανάγκες κ.ά. Μια αιτία καταστροφής είναι η εγκατάλειψη. Η συντήρηση πολλών μνημείων είναι ιδιαίτερα δαπανηρή γι’ αυτό εγκαταλείπονται οπότε η καταστροφή τους είναι αναπόφευκτη. Σημαντικό αίτιο καταστροφής των μνημείων αποτέλεσαν οι ανάγκες οικιστικής ανάπτυξης (ειδικά στα μεγάλα αστικά κέντρα). Το καταστροφικό έργο των ανθρώπων σε βάρος των μνημείων συμπληρώνει και η αρχαιοκαπηλία. Τα μνημεία και ειδικότερα ο διάκοσμός τους, γλυπτικός και ζωγραφικός, είναι σπάνια έργα τέχνης και έχουν μεγάλη καλλιτεχνική και εμπορική αξία. Τα εποφθαλμιούν, επομένως, ιδιώτες συλλέκτες και μουσεία και είναι διατεθειμένοι να πληρώσουν αμύθητα ποσά, για να τα αποκτήσουν και να τα εντάξουν στη συλλογή τους. Γι’ αυτό, κλέφτες, βέβηλοι και ιερόσυλοι δε διστάζουν να τα αρπάξουν και να τα πουλήσουν.


10. Οι εντυπώσεις του Οδυσσέα Ελύτη από την επίσκεψή του στο Βρετανικό Μουσείο
«Όταν αντίκρισα τα μάρμαρα στο Βρετανικό Μουσείο, αν και χωρίς φανατικό εθνικισμό, με πλημμύρισε ένα συναίσθημα θλίψης, όπως όταν αντικρίζεις κάποιον στην εξορία. Σίγουρα τέτοια αντικείμενα ανήκουν σ’ έναν και μοναδικό τόπο, όπου κυριαρχεί άπλετο φως κι η ατμόσφαιρα είναι ταιριαστή. Νομίζω πως στο Λονδίνο, ίσως να φταίει ο καθαρισμός, έχουν κιτρινίσει. Πιστεύω πάντως πως όταν μια μέρα επιστρέψουν, ο ήλιος θα τους ξαναδώσει το αρχικό τους χρώμα… Δεν μπορώ να πω πως και τα οχτώ εκατομμύρια των Ελλήνων έχουμε συνειδητοποιήσει τη σημασία τους, είμαι όμως σίγουρος πως ένα μεγάλο ποσοστό τη γνωρίζει, κι όχι μονάχα οι πνευματικοί μα και οι απλοί άνθρωποι. Κατανοώ βέβαια τη δυσκολία τη δική σας να ενδώσετε (απευθύνεται στους άγγλους). ΑΝ όμως γίνει κάτι τέτοιο θα είναι νίκη για την τέχνη κάθε χώρας. [Θεματικοί κύκλοι Λυκείου σελ. 308]


11. Γιατί πρέπει να επιστραφούν τα μάρμαρα του Παρθενώνα
Είναι πλέον σε όλους γνωστό ότι ο λόρδος Έλγιν κατά τη διάρκεια της διπλωματικής θητείας του στην Κωνσταντινούπολη (1792-1802), βρήκε τον τρόπο κυριολεκτικά ν’ αρπάξει 253 γλυπτά έργα τέχνης από τον Παρθενώνα και την Ακρόπολη Η αφαίρεση αυτή –κομψή διατύπωση της κλοπής- σύμφωνα με τους Άγγλους έγινε με άδεια που εκδόθηκε από τη νόμιμη εξουσία της εποχής, δηλαδή το σουλτάνο. Πέρα, όμως, από το γεγονός ότι τέτοιο φιρμάνι δεν βρέθηκε ποτέ, ποιος σουλτάνος, ακόμα κι αν έχει ως κατακτητής το τυπικό δικαίωμα, νομιμοποιείται ηθικά να δίνει τέτοια άδεια και προπαντός με ποιο δικαίωμα ο Έλγιν απογύμνωσε τον τόπο μας από τα μνημεία του και απορφάνισε το έθνος μας από την παράδοση και την ιστορία του;
     Η Ελλάδα την εποχή εκείνη δεν είχε, βέβαια, ούτε τον έλεγχο του εδάφους της ούτε και τη δύναμη να το προστατέψει. Σήμερα, όμως, διακόσια χρόνια μετά, η Ελλάδα μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, είναι σε θέση, να ξαναβάλει τα μάρμαρα στη φυσική τους θέση και να τα συντηρεί. Είναι πια καιρός τα μνημεία αυτά να παλιννοστήσουν και να αποκατασταθεί η ηθική τάξη. Το αίτημα αυτό δεν είναι μόνο ελληνικό, αλλά προσυπογράφεται και στηρίζεται από διακεκριμένους επιστήμονες, καλλιτέχνες και από την παγκόσμια κοινή γνώμη. Δεν μπορεί πια η αγγλική κυβέρνηση να κωφεύει στις εκκλήσεις που ακούγονται από παντού.
Η φυσική θέση των μνημείων αυτών είναι ο βράχος της Ακρόπολης, η ελληνική γη, το φως του αττικού ήλιου. Γιατί οι ναοί, τα αγάλματα και τα γλυπτά που τους κοσμούσαν είναι σε αρμονία με το φυσικό τοπίο, είναι μέρος του και κανείς, παρόλη την τεχνική του τελειότητα, δεν μπορεί να τα αποχωρίσει απ’ αυτό, χωρίς να καταστρέψει την καλλιτεχνική αρτιότητά τους. Τα μνημεία αυτά είναι ο καθρέπτης της ελληνικής ψυχής. Ποιος μπορεί να ξεχωρίσει τον τόπο από τα δημιουργήματα, αλλά και τους ανθρώπους που τα δημιούργησαν;
      Πρέπει, τέλος, να επισημανθεί ότι το αίτημα της επιστροφής τους δεν είναι εθνικιστικό. Είναι αίτημα λογικό. Δεν μπορεί η Ευρωπαϊκή κοινότητα να συμμετέχει με ειδικά προγράμματα στην αποκατάσταση των μνημείων της Ακρόπολης και ταυτόχρονα να δέχεται ότι τα μισά από τα αρχιτεκτονικά μέλη, και όχι απλώς ο γλυπτός διάκοσμος των μνημείων, θα βρίσκονται στο Λονδίνο και τα άλλα μισά στην Αθήνα. Είναι έργα που συμπληρώνουν το ένα το άλλο και πρέπει να βρίσκονται όλα μαζί δίπλα στα μνημεία στα οποία ανήκουν.


12. Ελγίνεια μάρμαρα: Επιχειρήματα των Βρετανών, αντεπιχειρήματα και το αίτημα για την επιστροφή τους (επιγραμματικά)
 Η κατοχή των γλυπτών του Παρθενώνα (σύμφωνα με τους Βρετανούς) είναι νόμιμη, με την έννοια ότι η αφαίρεση και η μεταφορά έγινε ύστερα από επίσημη άδεια που εξασφάλισε ο Έλγιν από το σουλτάνο. Αυτή η σουλτανική άδεια όμως δεν έχει επαληθευτεί ιστορικά αφού δεν έχει σωθεί επίσημο φιρμάνι
 Η προστασία τους στο Βρετανικό μουσείο, εδώ και δύο αιώνες, αποδεικνύεται αποτελεσματική, τη στιγμή που, αν είχαν μείνει στην Ελλάδα μάλλον θα είχαν καταστραφεί. Βέβαια, σε παλιότερες εποχές υπήρχε αυτός ο κίνδυνος καταστροφής και σίγουρα υπήρχε αντικειμενική αδυναμία για την ουσιαστική και αποτελεσματική έκθεση και προβολή τους. Σήμερα όμως, και ειδικά μετά την κατασκευή του υπερσύγχρονου μουσείου της Ακροπόλεως, κάτι τέτοιο δεν μπορεί να ευσταθεί.
 Η καλλιτεχνική και αισθητική αξία των γλυπτών του Παρθενώνα ξεπερνά τα συμβατικά χρονικά και τοπικά όρια και με αυτή την έννοια αποτελούν μέρος της παγκόσμιας κληρονομιάς. Η επιστροφή τους όμως στη χώρα μας, στον τόπο, δηλαδή, που γέννησε αυτά τα ανυπέρβλητα δημιουργήματα δεν αναιρεί την παραπάνω ιδιότητα αλλά ίσα-ίσα την αναδεικνύει καλύτερα.
 Η απόφαση για την επιστροφή τους θα δημιουργήσει ένα «κακό» προηγούμενο που θα το αξιοποιήσουν κι άλλες χώρες διατυπώνοντας παρόμοια αιτήματα για αρχαιολογικούς θησαυρούς της ιστορίας τους που αυτή τη στιγμή «φιλοξενούνται» στα μεγάλα και διάσημα μουσεία του κόσμου (Βρετανικό, Λούβρο κλπ). Το δίκιο όμως της υπεράσπισης του πλούτου των μουσείων δεν μπορεί να είναι ισχυρότερο από το δίκαιο της ιστορίας, από την ισοτιμία και το σεβασμό, που πρέπει να επικρατούν μεταξύ των κρατών στο πλαίσιο του παγκόσμιου πολιτισμού.


13. Επιχειρήματα της ελληνικής πλευράς (επιγραμματικά)
 Αποτελούν αναπόσπαστο στοιχεί της πολιτιστικής κληρονομιάς του τόπου και πρέπει να επιστραφούν, για να αποκατασταθεί η κατάφωρη αδικία που διαπράχθηκε σε βάρος του λαού μας, της ιστορίας μας και του πολιτισμού μας.
 Η πλειοψηφία της παγκόσμιας κοινής γνώμης (ακόμα και της αγγλικής) αναγνωρίζει το δίκαιο του αιτήματος, η δε εκπλήρωσή του θα ικανοποιήσει τους πόθους ενός ολόκληρου λαού και θα δικαιώσει τις προσπάθειες σύσσωμης της πνευματικής του ηγεσίας.
 Τα γλυπτά του Παρθενώνα φιλοτεχνήθηκαν για το αισθητικό όλο του αρχιτεκτονικού και φυσικού πλαισίου της Ακρόπολης και μόνο εντός του επιτελούν το δεδομένο αισθητικό τους ρόλο.


14. Η σημασία των αρχαίων και η διαφύλαξή τους
Για τη σημασία των αρχαίων και την προσπάθεια ανάδειξής τους, ενδιαφέρον παρουσιάζει η γνώμη ενός ειδικού, του Μανόλη Ανδρόνικου. Τη διαβάζουμε ως κατακλείδα
      «….Τα ελληνικά μουσεία βρίσκονται σκορπισμένα σε όλες τις περιοχές της ελληνικής γης, από την Κρήτη ως τη Θεσσαλονίκη και από τη Σάμο ως την Κέρκυρα. Όλα σχεδόν φυλάγουν τους θησαυρούς της περιοχής τους, με εξαίρεση το Εθνικό αρχαιολογικό Μουσείο της Αθήνας, όπου έχουν μεταφερθεί πολύτιμα έργα από πολλές ελληνικές περιοχές. Αυτό σημαίνει πως σε όλα σχεδόν τα ελληνικά μουσεία υπάρχουν έργα που ανήκουν σε όλες τις περιοχές του αρχαίου κόσμου.
      Όμως η κάθε περιοχή της αρχαίας Ελλάδας είχε μια δική της φυσιογνωμία και, ενώ αποτελούσε αναπόσπαστο κομμάτι του ελληνικού κόσμου, πορευόταν έναν ιδιαίτερο δρόμο και δημιουργούσε τη δική της πολιτιστική ιστορία& αυτά τα πολυάριθμα ρεύματα κινήθηκαν πολύ συχνά παράλληλα και ισότιμα, όμως μέσα στους αμέτρητους αιώνες που πέρασαν είχαν το καθένα και τη δική του πλημμυρίδα και άμπωτη, κάποτε μερικά χάθηκαν τη στιγμή που άλλα δυνάμωσαν, κάποτε μετατοπιζόταν η κοίτη τους, οπωσδήποτε η συνολική διαδρομή τους δεν έχει πουθενά την ίδια έκταση. Έτσι το κάθε ελληνικό μουσείο προσφέρει στον επισκέπτη του ένα κομμάτι της κοινής καλλιτεχνικής δημιουργίας, την ίδια όμως στιγμή συγκεντρώνει έργα που εκφράζουν με ξεχωριστή έμφαση είτε μια ορισμένη χρονική περίοδο είτε μια πιο πλούσια εκδήλωση σ’ έναν ιδιαίτερο τομέα του ελληνικού πολιτισμού.
      Θα νόμιζε κανείς πως ο αρχαίος ελληνικός κόσμος είχε για πάντα ξεχαστεί στη μνήμη των ανθρώπων. Όταν όμως ύστερα από αιώνες οι Ευρωπαίοι αναζητούν νέες δυνάμεις, για να οδηγηθούν σε χώρους όπου το πνεύμα θα κινηθεί με ελευθερία για την κατάκτηση της ομορφιάς και της αλήθειας, θα ανακαλύψουν τα κλασσικά πρότυπα της τέχνης και του λόγου και θα οικοδομήσουν τη σύγχρονη πνευματική και καλλιτεχνική Ευρώπη επάνω σ’ αυτά. Τα ελληνικά αγάλματα και τα ρωμαϊκά τους αντίγραφα, τα ελληνικά αγγεία και τα ελληνικά μικροτεχνήματα θα στολίσουν πλούσια παλάτια και συλλογές και θα δημιουργήσουν τον πυρήνα των μεγάλων μουσείων.
      Παράλληλα οι αρχιτεκτονικές μορφές των ελληνικών ναών θα χρησιμοποιηθούν σε τέτοια έκταση και με τέτοιο πάθος, που θα προκαλούν κάποτε τον κόρο της πλησμονής (= τον κορεσμό της αφθονίας, του πλήθους). Και οι ελληνικοί μύθοι θα εικονογραφήσουν και πάλι ύστερα από αιώνες κτίρια και βιβλία και θα τροφοδοτήσουν πλούσια τη νεώτερη ευρωπαϊκή λογοτεχνία. Οι μορφές της Αθηνάς και του Ερμή, του Ηρακλή και του Οιδίποδα είναι τόσο οικείες στο σύγχρονο κόσμο, όσο ήταν και στην κλασική Ελλάδα. Έτσι η επίσκεψη στα ελληνικά μουσεία σημαίνει για όλους τους σύγχρονους ανθρώπους μια άμεση και ποθητή γνωριμία με τα αρχέτυπα του πολιτισμού μας, μια συνομιλία θερμή με τις πνευματικές μορφές που μας γαλούχησαν, ένα άγγιγμα της γενέθλιας γης, όπου βυθίζονται οι ρίζες μας και από όπου αντλούμε ακόμα ζώπυρους χυμούς (= που ζωογονούν).
     «Γιατί γνωρίσαμε τόσο πολύ τούτη τη μοίρα μας στριφογυρίζοντας μέσα σε σπασμένες πέτρες, τρεις ή έξι χιλιάδες χρόνια». [απόσπασμα από δοκίμιο του Μανόλη Ανδρόνικου στους ΘΕΜΑΤΙΚΟΥΣ ΚΥΚΛΟΥΣ ΓΙΑ ΤΟ ΛΥΚΕΙΟ σελ. 308]