Τρίτη, 15 Φεβρουαρίου 2011

ΜΝΗΜΕΙΑ τρία κείμενα και κριτήριο ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ

Η ΜΟΡΦΩΤΙΚΗ ΑΞΙΑ ΤΟΥ ΑΡΧΑΙΟΥ ΚΟΣΜΟΥ κριτήριο στη ΓΛΩΣΣΑ (Έκφραση- Έκθεση) της Γ΄ Λυκείου



α. ΚΕΙΜΕΝΟ:
… Κάθε έργο μεγάλο της τέχνης και της επιστήμης, του νου και του χεριού, που ζει μέσα στην ιστορία του ανθρώπου – ποίημα της Σαπφώς, μια βυζαντινή εκκλησία, ένα επιστημονικό σύγγραμμα, μια πολιτική πράξη, είτε ειρηνική είτε πολεμική έχει τη δύναμη να μορφώσει μια γενιά νεώτερη. Από καμιάς εποχής καμιά μεγάλη δημιουργία δε λείπει η απορροή στοιχείων μορφωτικών, για τις ψυχές βέβαια που κλείνουν μέσα τους τη δυνατότητα να μορφωθούν. Τότε όμως θα ήθελε κανείς να ρωτήσει: υπάρχουν μήπως στον παλιό Έλληνα κλασικό στοιχεία αναντικατάστατα;
    Κανένας λαός δεν αγάπησε και δεν πίστεψε τόσο στον άνθρωπο όσο ο αρχαίος ελληνικός. Τον άνθρωπο, που δεν είναι μόνο σώμα ούτε πάλι ψυχή μόνο, που το σώμα του δεν το απαρνιέται για να σώσει τάχα την ψυχή, ούτε πάλι πουλάει την ψυχή του την αποκλειστική χαρά του κορμιού, μόνο παλεύει να χαρεί τις ευτυχίες και του κορμιού και της ψυχής, σε μιαν όσο γίνεται πιο τέλεια αρμονία. Η ξεχωριστή μορφωτική δύναμη του ελληνικού κόσμου βρίσκεται σ’ αυτήν την ανθρωπολατρεία, σ’ αυτήν την απέραντη αισιοδοξία ότι ο άνθρωπος αξίζει όχι τόσο γι’ αυτό που είναι, όσο γι’ αυτό που πρέπει και μπορεί να γίνει…..
     Περισσότερο από κάθε άλλο λαό ο αρχαίος ελληνικός καταφάσκει τον άνθρωπο, τον πιστεύει δυνατό όχι ν’ απαρνηθεί τον εαυτό του, αλλά να τον ξεπεράσει. Κι απ’ την εξαίσια αυτή πίστη κινημένος πλάθει πλήθος μυθικές μορφές με το λόγο και με τη σμίλη και με το πινέλο, μορφές που παλεύουν για την τελείωση, μορφές πλαστικές, ζωντανές, αναστημένες πάνω στο μάρμαρο, στο απλό αγγειογράφημα, στο στίχο μέσα, στο ιστορικό έργο, στο φιλοσοφικό διάλογο. Μέσα στους λαούς, είπαν, ο Έλληνας στάθηκε ανθρωποπλάστης. Κι είναι μια πολύ πικρή αλήθεια, λαός που πάει να χάσει το μύθο του, πάει να χάσει και την ύπαρξή του.
    Ο νέος άνθρωπος που μπαίνει στη ζωή, αγνός και αδιάφθορος καθώς είναι, δεν μπορεί παρά να κλείνει στην ψυχή του το μύθο ενός ανθρώπου καλύτερου. Όμως είναι φυσικό να μην έχει και τόση αντοχή, όση χρειάζεται για να κρατήσει το μύθο αυτό αλώβητο μπροστά στη σκληρότητα της ζωής. Το πιο μεγάλο στήριγμα τέτοιες ώρες θα του σταθεί η πίστη του αρχαίου Έλληνα στον άνθρωπο. Εδώ βρίσκεται η δικαίωση της κλασσικής παιδείας. Η κλασική παιδεία δεν ζητάει να ασκήσει μια ειδική ικανότητα του ανθρώπου, όπως να πούμε τα μαθηματικά ασκούν το λογικό. Ο κύριος σκοπός της τουλάχιστο δεν είναι μια εξάσκηση. Εκείνο που θέλει, είναι να φέρει το νέο σ’ επαφή μ’ ένα πλήθος ψυχές δυνατές και μεγάλες, κι έτσι να του δυναμώσει τη χαρά και τη πίστη στον άνθρωπο, κι ακόμα να κρατήσει ζωντανό μπροστά του το όραμα ενός μυθικού ανθρώπου, αν είναι η ζωή του νέου αυτού να έχει κάποιο σκοπό και να μην παραδέρνει ακυβέρνητη, χωρίς να ξέρει για πού τραβάει.
      Αν η κλασική παιδεία κατορθώνει να δυναμώσει μέσα μας την πίστη και την αγάπη του ανθρώπου, αν βοηθήσει και πλαστούν άνθρωποι που να μπορούν να πουν γι’ αυτούς, όταν πεθαίνουν, ότι σ’ όλη τους τη ζωή «περιποιήσαντο εαυτοίς το καλόν», ότι σε όλη τους τη ζωή περπάτησαν με δύναμη και πίστη πάνω στο δρόμο που τον φωτίζει το άστρο ενός μύθου, ότι ως την ώρα του θανάτου τους πάλεψαν να επαληθέψουν το μυθικό τους άνθρωπο, αν η κλασική παιδεία βοηθήσει να πλαστούν τέτοιες ψυχές, έχουμε τίποτα άλλο να της ζητήσουμε; [ Ι.Θ. Κακριδή]


Β. ΚΕΙΜΕΝΟ: Πέτρες…
Πάνε πεντέξι χρόνια. Επισκέπτης στον αρχαιολογικό χώρο του Δίου, αρκετά κοντά στη Βεργίνα – οι κάτοικοι της οποίας διαδηλώνουν τούτες τις μέρες, με το αίτημα να μην εγκατασταθεί βουστάσιο, δίπλα στις τούμπες με τους τάφους των Μακεδόνων – θαύμασα πρώτα τα ευρήματα του Μουσείου και του κεντρικού, φυλασσόμενου χώρου, κι ύστερα προχώρησα στη γειτονική, «υποδεέστερη» αρχαιολογική περιοχή, επίσης προστατευόμενη, πλην με πρόχειρο φράχτη. Σε λίγο ακούστηκαν κουδούνια και βελάσματα. Ο τσοπανάκος έσυρε την ταπεινή αμπάρα και το κοπάδι πέρασε δίπλα στα υπολείμματα του ναού της Ίσιδας, ομολογώ με κάποια συστολή, αποκτημένη έπειτα από ποιος ξέρει πόσες φωνές του βοσκού. Μάλλον φυσική η ενόχληση, καταπραΰνθηκε κάπως από την παρατήρηση του πιτσιρίκου μου: «Έλα μωρέ μπαμπά, πέτρες είναι. Κι από πού να περάσουνε τ’ αρνάκια»
      Για αιώνες ολόκληρους, σκλαβωμένους αιώνες, κι όσο το όνομα Έλλην χανόταν μέσα στις στοές της μνήμης, πέτρες ήταν, σωριασμένες οι πιο πολλές από την επιθετική νέα θρησκεία. Τις έτρωγε ο χρόνος, η ανάγκη έλιωνε τα μάρμαρα και κέρδιζε ασβέστη, κέρδιζε φάρμακο δηλαδή. Κι όταν με τον καιρό ακούστηκε το μακρυγιάννειο εκείνο «για τούτες εδώ τις πέτρες πολεμήσαμε», για σαλό θα τον πέρασαν πολλοί το στρατηγό, όπως σήμερα ακόμη περνάμε εμείς για σαλούς τους Γιαπωνέζους ή τους Γερμανούς που ξεφυτρώνουν και στα ερείπια εκείνα που δεν τα υποδεικνύει κανένας χρηστικός τουριστικός χάρτης.
       Ώσπου αποδείχθηκε πως οι πέτρες δεν είναι μόνο κειμήλια και παρακαταθήκη και αίγλη, δεν είναι μόνο πόρος της μνήμης αλλά και πόρος του χρήματος. Πόσα μέρη της Ελλάδος δεν χρωστάνε τη μισή του τουλάχιστον φήμη, άρα και τους μισούς επισκέπτες τους, στα μάρμαρά τους; Και κάπως έτσι, πήρε ελαφρώς το χρώμα της ιδιοτέλειας η αγάπη μας γι’ αυτά. Τα έχουμε ανάγκη, άρα τα νοιαζόμαστε, κι ας μη μας φέρνει πολύ συχνά ο δρόμος μας ως αυτά, γεγονός πάντως που δεν μας απαγορεύει να οργιζόμαστε για τα ποικίλα ελγίνεια. «Πόσοι ανεβαίνουν ως εδώ;», ρώτησα λίγα χρόνια πριν το φύλακα στο θαυμαστό Επικούρειο Απόλλωνα –μια πρόκληση προς το ύψος των θεών-, στα βουνά της Πελοποννήσου. «Πες χίλιοι τον Ιούλιο και άλλο τόσοι τον Αύγουστο. Οι εφτακόσιοι ξένοι. Κι έχουν και τα βιβλία τους με όλη την ιστορία. Ενώ εμείς, ένα δίφυλλο δίνουμε, κι αν δεν έχει τελειώσει». Κι οι πέτρες, πέτρες μένουν, φόντο σε αναμνηστικές φωτογραφίες. [του Παντελή Μπουκάλα από τους ΘΕΜΑΤΙΚΟΥΣ ΚΥΚΛΟΥΣ ΓΙΑ ΤΟ ΛΥΚΕΙΟ σελ. 304]


Γ. ΚΕΙΜΕΝΟ: Να δεις και να νιώσεις την Ελλάδα
Το πρόσωπο της Ελλάδας είναι ένα παλίμψηστο από δώδεκα κύριες απανωτές γραφές. Σύγχρονη, του Εικοσιένα, της Τουρκοκρατίας, της Φραγκοκρατίας, του Βυζαντίου, της Ρώμης, της Ελληνιστικής εποχής, της Κλασικής, του Δωρικού Μεσαίωνα, της Μυκηναϊκής, της Αιγαιακής, της Λίθινης.
      Στέκεσαι σε μια σπιθαμή ελληνικής γης και σε κυριεύει αγωνία. Μνήμα βαθύ, δώδεκα πατωσιές, κι ανεβαίνουν φωνές και σε κράζουν. Ποια να διαλέξεις; Κάθε φωνή και ψυχή, κάθε ψυχή λαχταρίζει το σώμα της, κι η καρδιά σου ταράζεται και δεν αποφασίζει. Για έναν Έλληνα το ταξίδι στην Ελλάδα είναι γοητευτικό, εξαντλητικό μαρτύριο. Οι φωνές που περισσότερο γοητεύουν δεν είναι εκείνες που ξυπνούν μέσα στα φρένα του τις πιο ψηλές και ακατάδεκτες έγνοιες. Και πάλι ντρέπεται να κάμει χατίρι και να ξυπνήσει τους πιο ασήμαντους και πιο αγαπημένους νεκρούς. Όταν σταθείς σε μιαν ανθισμένη ροδοδάφνη του Ευρώτα, ανάμεσα Σπάρτης και Μυστρά, αρχίζει η φοβερή προαιώνια πάλη ανάμεσα καρδιάς και νου. Όλη η καρδιά σου ορμάει ν’ αναζητήσει ένα χλωμό θανατογραμμένο κορμί και θέλει να ξαναγυρίσει πίσω τον τροχό του καιρού, στις 6 του Γενάρη 1449 , που εδώ πάνω στο Μυστρά δέχτηκε το κορμί τούτο τη μαρτυρική λιγόζωη κορόνα. Πλήθος πατρικοί στεναγμοί και μουρμουρίσματα από δημοτικά τραγούδια και λαχτάρες του Γένους σε σπρώχνουν να κάμεις χατίρι, μα ο νους αντιστέκεται, γυρίζει κατά τη Σπάρτη, αγριεύει, μάχεται να νικήσει την αισθηματική τούτη νοσταλγία και να σμίξει με τους αιώνιους έφηβους.
     Για έναν ξένο, το προσκύνημα στην Ελλάδα είναι εύκολο, γίνεται χωρίς μεγάλο σπαραγμό, γιατί ο νους του, λυτρωμένος από αισθηματικές περιπλοκές, ορμάει και βρίσκει την ουσία της Ελλάδας. Μα για τον Έλληνα, το προσκύνημα τούτο περιπλέκεται με ελπίδες και φόβους, με στενοχώριες και με οδυνηρή σύγκριση. Ποτέ δεν βγαίνει καθαρή, χωρίς υστεροβουλία, η σκέψη, ποτέ αναίμαχτη η εντύπωση. Ένα ελληνικό τοπίο δεν δίνει σ’ εμάς –αν ξέρουμε ν’ ακούμε και ν’ αγαπούμε- μιαν αφιλόκερδη ανατριχίλα ωραιότητας. Έχει ένα όνομα το τοπίο, συνδέεται με μιαν ανάμνηση –εδώ ντροπιαστήκαμε, εδώ δοξαστήκαμε, αίματα ανεβαίνουν ή θεία αγάλματα από τα χώματα, και μονομιάς το τοπίο μεταμορφώνεται σε πλούσια, πολυπλάνητη Ιστορία, κι όλη η ψυχή του Έλληνα προσκυνητή αναστατώνεται.
     Ανήλεα ερωτήματα ανεβαίνουν και μαστιγώνουν το μυαλό μας. Πως δημιουργήθηκαν τόσα θάματα και τι κάνουμε εμείς; Γιατί η ράτσα ξεθύμανε; Πώς θα συνεχίσουμε πάλι; Ρωτάς, ξαναρωτάς, σκύβεις και κοιτάζεις τις ζωντανές φυσιογνωμίες που συναντάς στο δρόμο, τεντώνεις το αυτί ν’ ακούσεις τι λεν, κρατάς την αναπνοή σου προσδοκώντας να συλλάβεις μιαν κίνηση, μια σκέψη, μιαν κραυγή που να σου δίνει κουράγιο.
     Το ταξίδι στην Ελλάδα μετατρέπεται σε επίπονη, επίμονη αναζήτηση της ελπίδας. Περπατάς στην Κόρινθο, στο Άργος, στην Ολυμπία, στη Μεγαλόπολη, στη Σπάρτη, και μια απροσδόκητη ευθύνη βαραίνει τους ώμους σου, βαραίνει τους ώμους όλων των ζωντανών Ελλήνων γύρα σου. Τα ονόματα έχουν μυστική ακαταμάχητη δύναμη, όποιος γεννηθεί στην Ελλάδα θέλει δεν θέλει αναλαμβάνει μεγάλη ευθύνη. [Νίκος Καζαντζάκης ΤΑΞΙΔΕΥΟΝΤΑΣ – περιέχεται ως κριτήριο αξιολόγησης στο βιβλίο ΕΚΦΡΑΣΗ-έκθεση Νεοελληνική Γλώσσα του Παναγιώτη Χατζημωυσιάδη σελ. 248]


Θέματα εξέτασης
Α. Να γράψετε στο τετράδιό σας την περίληψη του πρώτου και του τρίτου κειμένου που σας δόθηκε (100 λέξεις μόρια 25)
Β1. Με ποια συλλογιστική μέθοδο (παραγωγική – επαγωγική) αναπτύσσεται η δεύτερη παράγραφος του πρώτου κειμένου (σελ. 1η) («Κανένας λαός δεν αγάπησε… γι’ αυτό που πρέπει και μπορεί να γίνει») Μ.5


Β2. Άρθρα ή δοκίμια; Να κατατάξετε κάθε κείμενο σε μια κατηγορία δικαιολογώντας την απάντησή σας με στοιχεία από τα ίδια τα κείμενα [βλέπε απάντηση στο τέλος]


Β3 ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ: α] καταφάσκει, αλώβητο, κυριεύει, σπρώχνουν, μάχεται, συνδέεται, απροσδόκητη: να δοθούν συνώνυμα για τις παραπάνω λέξεις (από το πρώτο και τρίτο κείμενο)
β] απορροή, αρμονία, τελείωση, δικαίωση: να συντάξετε προτάσεις χρησιμοποιώντας τις λέξεις έτσι ώστε να δηλώνεται η σημασία τους Μ.10
γ] Να εντοπίσετε στο τρίτο κείμενο λέξεις ή φράσεις, στις οποίες ο λόγος χρησιμοποιείται συνυποδηλωτικά.


Β4 ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΙΔΕΑΣ ΣΕ ΠΑΡΑΓΡΑΦΟ: «Κι είναι μια πολύ πικρή αλήθεια, λαός που πάει να χάσει το μύθο του, πάει να χάσει την ύπαρξή του» (1ο κείμενο τέλος 3ης παραγράφου σελ.1: να αναπτυχθεί η συγκεκριμένη άποψη σε μια παράγραφο 70-80 λέξεων


Γ. (πρόταση για παραγωγή κειμένου): Υποθέστε πως είστε εκπρόσωπος της χώρας μας σε ένα Πανευρωπαϊκό Συνέδριο Νεολαίας. Στην ομιλία σας, αφού πρώτα αναφέρετε τους λόγους για τους οποίους θεωρείτε σημαντική τη διατήρηση των μνημείων, και γενικότερα της εθνικής πολιτιστικής κληρονομιάς, να επισημάνετε τρόπους με τους οποίους μπορούν οι μαθητές να οικοδομήσουν μια ουσιαστική σχέση με αυτά.


ΑΡΘΡΑ ή ΔΟΚΙΜΙΑ (στοιχεία για την απάντηση στο σχετικό ερώτημα):
Το πρώτο κείμενο του Ι.Θ. Κακριδή είναι δοκίμιο διότι:  ο συγγραφέας προβληματίζεται στο θέμα της μορφωτικής αξίας του αρχαίου κόσμου καταβάλλοντας μια προσπάθεια να αναδείξει τις καθολικές και διαχρονικές προεκτάσεις του, επιστρατεύοντας την επίκληση στη λογική (επιχειρήματα – τεκμήρια) αλλά και στο συναίσθημα (περιγραφές και εκφράσεις συναισθηματικά φορτισμένες) και κάνοντας χρήση τόσο της αναφορικής όσο και της ποιητικής/ μεταφορικής λειτουργίας της γλώσσας
Το 2ο κείμενο, ΠΕΤΡΕΣ του Παντελή Μπουκάλα είναι άρθρο, διότι έχει τίτλο και δημοσιεύτηκε στον ημερήσιο τύπο. Θίγει ένα θέμα γενικότερου ενδιαφέροντος, ήτοι τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζουμε τα απομεινάρια του πολιτισμού μας, και απευθύνεται στο ευρύ κοινό. Γράφτηκε με αφορμή την επίσκεψη του αρθρογράφου στη Βεργίνα, την ίδια εποχή που οι κάτοικοι της διαδήλωναν με αίτημα να μην εγκατασταθεί βουστάσιο στον αρχαιολογικό χώρο και από γλωσσική άποψη κυριαρχεί η αναφορική λειτουργία της γλώσσας ενώ το ύφος του, παρόλο που είναι άρθρο, έχει ένα προσωπικό τόνο.
Το 3ο κείμενο, απόσπασμα από ταξιδιωτικές εντυπώσεις του Νίκου Καζαντζάκη, έχει πολλά στοιχεία ενός στοχαστικού δοκιμίου. Ανάμεσα σ’ αυτά τα σημαντικότερα είναι η χρήση β΄ ενικού προσώπου που προσδίδει οικειότητα στην επικοινωνία του συγγραφέα με τον αναγνώστη και α΄ πληθυντικού που χρωματίζει το λόγο με εξομολογητική διάθεση, η αμεσότητα και η ειλικρίνεια του ύφους, ο χαμηλόφωνος και κουβεντιαστός τόνος της ανάπτυξης, η λογοτεχνίζουσα γραφή και η συχνή χρήση της ποιητικής λειτουργίας της γλώσσας, η ελεύθερη ανάπτυξη των ιδεών, η χαλαρή οργάνωσή τους, η υποκειμενική σκοπιά προσέγγισης του θέματος κτλ.