Κυριακή, 20 Φεβρουαρίου 2011

ΚΕΙΜΕΝΑ σχετικά με την ΠΑΡΑΔΟΣΗ με ασκήσεις αντίστοιχες των κριτηρίων αξιολόγησης στις πανελλαδικές εξετάσεις

ΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ και το ΠΑΡΟΝ: η σχέση μας με την ΠΑΡΑΔΟΣΗ κριτήριο στη ΓΛΩΣΣΑ (Έκφραση- Έκθεση) της Γ΄ Λυκείου



α. ΚΕΙΜΕΝΟ: «Το παρελθόν και το παρόν» (με ποιον τρόπο και κάτω από ποιες προϋποθέσεις επιτυγχάνεται η υγιής στάση απέναντι στο παρόν και παρελθόν;)


[.…..] Ο αρχαίος Αριστοτέλης μας έμαθε ότι σε κάθε περίπτωση σκόπιμης συμπεριφοράς υπάρχουν δύο φάσεις: η υγιής και ην νοσηρά. Η υγιής είναι ορθή, αφού δικαιώνεται από τα πράγματα, η νοσηρά, εσφαλμένη, γιατί πραγματικά η ίδια αναιρεί τον εαυτό της. Η διάκρισή του γίνεται κυρίως στα πολιτεύματα, όπου δυσκολεύεται κανείς να διαλέξει μεταξύ μοναρχίας, ολιγαρχίας και δημοκρατίας και τελικά είναι υποχρεωμένος να θέσει το ερώτημα: ποιο από τα τρία πολιτεύματα επιδιώκει όχι το «ίδιον» συμφέρον των διοικούντων, αλλά το «κοινόν» συμφέρον αρχόντων και αρχομένων; Οπότε καταλήγει στο συμπέρασμα ότι μόνο τα πολιτεύματα του δευτέρου τύπου, τα υγιή, είναι προτιμότερα, ανεξάρτητα από τον τύπο τους, ποτέ τα πρώτα, τα νοσηρά. Η σκέψη του μεγάλου κλασικού, όσο ξέρω, έχει ανέκαθεν ασκήσει βαθιάν επίδραση σε όλους τους στοχαστικούς ανθρώπους και μπορεί να μας βοηθήσει και στην προκειμένη περίπτωση ως μέτρο επιλογής. Υπάρχει άραγε από το ένα μέρος μια υγιής παρελθοντολογία είτε παροντοκρατία, και από το άλλο μέρος μια νοσηρά;
     Η πείρα μας απαντά στο ερώτημα καταφατικά. Υπάρχει. Και η πρώτη, η νοσηρή λατρεία του παρελθόντος, παρατηρείται συχνότερα σε λαούς, σαν το δικό μας που έχει μακράν ιστορία πίσω του, ιστορία τριών χιλιάδων χρόνων, και κολακεύεται να πιστεύει ότι οι λογάδες του Έθνους (όπως και τα ανώνυμα, τα λαϊκά πνευματικά προϊόντα του) είναι αυτού του δοξασμένου παρελθόντος οι θεματοφύλακες. Πολύ περισσότερο παλιότερα, αλλά ως σήμερα ακόμη, δεν θεωρείται επιστημονικά τεκμηριωμένη η διατριβή, η αφιερωμένη σε φιλοσοφικά κυρίως θέματα, που δεν αρχίζει την έρευνά της όχι μόνο από τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη, αλλά από αρχαιότερους ακόμη σοφούς, από τους Προσωκρατικούς και τους Ομηρικούς χρόνους. «Αυτό είπε» ο Ησίοδος, «ως εξής αποφάνθηκε ο Ηρόδοτος ή ο Δημόκριτος» κ.ο.κ. και όλοι στέκονται με σεβασμό μπροστά στο σοφό λόγο τους έτοιμοι να τον εφαρμόσουν στη ζωή τους. Την ίδια εντύπωση συναντά κανείς και στους απλοϊκούς ανθρώπους που έχουν στα σχολικά τους χρόνια ακούσει τα μεγάλα ονόματα των Αρχαίων και χωρίς καλά-καλά να μπορούν να προσδιορίσουν τις χρονικές αποστάσεις, καθηλώνονται από το θαυμασμό τους: «κάτι ξέρουν αυτοί και πρέπει να τους ακούσουμε. Οι τωρινοί δεν μπορούν να παραβγούν μαζί τους»….
     Αυτή είναι η νοσηρή παρελθοντολογία, που με τις υπερβολές της δικαιολογημένα προκαλεί δυσφορία, για να μην ειπώ την οργή, των φρονίμων ανθρώπων. Εξίσου άξια αποδοκιμασίας είναι και η αντίστροφη ροπή, η παροντοκρατία, στη νοσηρότητά της. Αυτή στους ιστορικούς ιδίως λαούς σαν το δικό μας, εξοργίζεται με τη διαρκή αναφορά στα αρχαία κλέη, την αποκαλεί πατριδολατρία, μεγαλαυχία επιγόνων, και προτρέπει επικουρία να ζητούμε κυρίως στους νεώτερους, στους σύγχρονους σοφούς. Σ’ αυτούς που, επειδή ζουν σε κοινωνικές και πνευματικές συνθήκες όμοιες ή περίπου όμοιες με τις δικές μας, μπορούν να μας χειραγωγήσουν. Έτσι, και στις επιστημονικές διατριβές και στα λαϊκά στόματα κυριαρχούν και αποκλειστικά αναφέρονται νέα ονόματα, οι συγγραφείς της τελευταίας ώρας:
-Τι μας ωφελεί η γνώμη του Ησιόδου, αφού δεν υπάρχει πια στα χωράφια μας το άροτρό του; Λαμπρή είναι η ιστορία του Θουκυδίδη, αλλά σήμερα και τα οικονομικά και τα οικονομικά προβλήματά μας είναι διαφορετικά. Εκείνοι που μας εκφράζουν τα δίσεκτα χρόνια που ζούμε δεν είναι ούτε ο Πλούταρχος ούτε ο Φιλόπονος ο Βυζαντινός, αλλά ο Kaffka και ο Camus…
     Ενώ οι νοσηρές φάσεις αυτής της συμπεριφοράς δεν συμβιβάζονται, οι υγιείς είναι πολύ διαλλακτικές και μπορούν με κάποιο τρόπο να συνυπάρξουν. Προϋποθέτουν όμως πείρα και ωριμότητα, περίσκεψη, προσόν αρκετά σπάνιο στις βιαστικές κοινωνίες μας. Αξιοσημείωτο μάλιστα είναι ότι σ’ αυτές τις μεικτές λύσεις προσανατολίζονται με τον καιρό πιο πολύ οι πιστοί των νέων ρευμάτων παρά οι αρχαιολάτρες. Αυτοί είναι που κάποτε της σκέψης και της ζωής ο πόνος τους οδηγεί στην ανακάλυψη ότι, παρά τις σημαντικές διαφορές που χωρίζουν τις σημερινές κοινωνίες από τις παλαιές, τα προβλήματα του ανθρώπου, τα οντολογικά και τα μεταφυσικά, είναι στην κορυφαία μορφή τους ίδια. Επομένως ό,τι στοχάστηκαν και ό,τι είπαν οι παλαιοί, ισχύει (τηρουμένων των αναλογιών) και σήμερα. Επομένως φρόνιμα θα κάνουμε ν’ ακούσουμε το λόγο τους, αφού φυσικά τον υποβάλλουμε στον έλεγχο των σύγχρονων σοφών που γνωρίζουν και ανατέμνουν την ψυχή και την εποχή μας. Τα περιώνυμα Κερκυραϊκά του Θουκυδίδη, όταν τα περάσει κανείς από τη φλόγα της Γαλλικής και έπειτα της Ρωσικής Επανάστασης, έχουν θαυμαστήν επικαιρότητα. λάμπουν από σύγχρονο πνεύμα. Το ίδιο και τα «Πολιτικά» του Αριστοτέλη σε συνδυασμό με τις κοινωνικοπολιτικές ζυμώσεις της Νότιας Αμερικής σήμερα. Ο άνθρωπος έμεινε «άνθρωπος», και σαν τέτοιος έχει να μας δώσει τις υποθήκες του, αν όχι πώς να εξωραΐσουμε, τουλάχιστο πώς να κατανοήσουμε τη ζωή μας. Οι αλήθειες (ευτυχώς) δεν γερνούν όσο γρήγορα νομίζουμε. Μπορούμε να τις προφτάσουμε…
     Μαντεύω μιαν αντίρρηση: μήπως με αυτή τη συνδιαλλαγή κηρύττουμε τον εκλεκτισμό, που και στην αφηρημένη σκέψη όπως και στην καθημερινή πράξη είναι στείρος;
    Η απάντησή μου: Νομίζω όχι. Εκείνο που μας πάει μπροστά είναι όχι τόσο οι διακρίσεις και οι αντιθέσεις, όσο ο διάλογος και η συνέχεια των εποχών. [Ε.Π. Παπανούτσος «Τα μέτρα της εποχής μας» - ΘΕΜΑΤΙΚΟΙ ΚΥΚΛΟΙ ΛΥΚΕΙΟΥ σελ. 442]


Β. ΚΕΙΜΕΝΟ: Παράδοση και αλλαγή (είναι νόμος της ζωής)
     Η ανθρώπινη δραστηριότητα είναι πολυδιάστατη, πολυδύναμη, πολύμορφη. Αρχίζει με τον αγώνα για επιβίωση, συνεχίζεται με την προσπάθεια για κοινωνική και πολιτική οργάνωση, ολοκληρώνεται με τη ζήτηση της αλήθειας, τη δημιουργία ή τη θέαση της ομορφιάς, με την αναζήτηση της ευδαιμονίας και τη βίωση της αρετής, με τη γοητεία της απεραντοσύνης και της αιωνιότητας.
     Όλες αυτές οι κατευθύνσεις της ανθρώπινης προσπάθειας (οικονομική, κοινωνική, επιστημονική, ηθική καλλιτεχνική, θρησκευτική) όταν αποκρυσταλλώνονται σε κάποιες συγκεκριμένες μορφές που εκφράζουν ορισμένο περιεχόμενο είναι ο πολιτισμός του ανθρώπου κι όλες μαζί συναποτελούν την πολιτισμική του παράδοση. Λόγου χάρη: το άροτρο, η κοινοτική οργάνωση, η νομοθεσία του Σόλωνα, το βήμα του ρήτορα πάνω στην Πνύκα, οι Καρυάτιδες στο Ερεχθείο, η γεωμετρία του Ευκλείδη, τα λατρευτικά σύμβολα της μινωικής Κρήτης ή το εργόχειρο μιας νησιωτοπούλας, όλα αυτά εκφράζουν ανθρώπινη προσπάθεια, υπηρέτησαν κάποτε ή υπηρετούν ακόμη τη ζωή μιας κοινωνίας, διατηρούνται αυτούσια ή μεταμορφώνονται και αναμορφώνονται μέσα σε νέες συνθήκες ή επιζούν μόνο ως σύμβολα στη μνήμη των λαών, ως έκφραση της δημιουργικότητάς τους, ως πολιτισμική περιουσία και καύχημά τους.
      Οι μορφές της πολιτισμικής δημιουργίας (ιδιαίτερα τα προϊόντα της συλλογικής ζωής και αποδοχής), ενώ έχουν κοινή αφετηρία για όλους τους λαούς (γιατί πηγάζουν από την ανθρώπινη φύση και υπηρετούν τις ανθρώπινες ανάγκες), ποικίλουν ως προς τη μορφή, το περιεχόμενο και τη λειτουργία τους, έχουν την ιδιαιτερότητα που τους προσδίδει η ξεχωριστή φυσιογνωμία του λαού που τις δημιούργησε (π.χ. η νομοθεσία του Σόλωνα ή η Δωδεκάδελτος της Ρώμης έχουν την ιδιαιτερότητα της κοινωνίας όπου γεννήθηκαν). Αυτή την ιδιαιτερότητα της πολιτισμικής δημιουργίας θεωρούν οι λαοί δική τους περιουσία, «παράδοσή» τους.
      Απέναντι στην παράδοσή τους –που κάθε μέρα παλιώνει και κάθε μέρα ανανεώνεται- στέκουν οι λαοί με διάφορα αισθήματα, συναισθήματα και ενδιαφέροντα: πρώτα έρχεται το αίσθημα της ομαδικής- συλλογικής περιουσίας (η νομοθεσία του Σόλωνα είναι κληρονομιά μας, τα έργα του Περικλή στην Ακρόπολη, του Ιουστινιανού στην Κωνσταντινούπολη είναι καύχημά μας). Έπειτα το συναίσθημα της ευλάβειας και η διάθεση της συντήρησης. Συχνά εκδηλώνεται (και υποσυνείδητα πάντα υπάρχει) η διάθεση να αντλήσουμε από την παράδοση πείρα, αυτογνωσία, έμπνευση. Παράλληλα ωριμάζει η συνείδηση της αέναης αλλαγής που είναι η κύρια έκφραση της ζωής.
      Τούτο το τελευταίο βίωμα, η συνείδηση της μόνιμης αλλαγής, βάζει εύλογα σε δοκιμασία τους ανθρώπους που από συνήθεια ή για άλλους λόγους (αδράνειας, ψυχικής συμπλήρωσης, συμφέροντος) νοσταλγούν το παρελθόν τους, την παράδοσή τους. Έτσι γεννιέται για κάθε άτομο και για κάθε κοινωνία μια μόνιμη και –ελπίζω να φανεί- γόνιμη αντιδικία ανάμεσα στο δικό μας, το προγονικό, το παραδοσιακό, το δοκιμασμένο (από τη μια μεριά) και το αδοκίμαστο, το νέο, το αβέβαιο ίσως και δανεισμένο, αλλά γοητευτικό κι ελπιδοφόρο από την άλλη.
     Επιθυμώ να επισημάνω τα χαρακτηριστικά της δημιουργικής αυτής αντιδικίας, γιατί κάτω από αυτή υποβόσκει το ενιαίο ρεύμα της ζωής, όπου συμπλέουν το παλιό και το νέο. Ποια είναι αυτά τα χαρακτηριστικά;
α. Η αντιδικία (ανάμεσα στο παλιό και το νέο) είναι υγιής έκφραση της ζωής.
β. Συνήθως η ώριμη γενιά κρατεί τις παραδόσεις (βιολογικός συντηρητισμός), η νέα γενιά υψώνει τη σημαία της αλλαγής.
γ. Από την αντιδικία προβάλλει το πόσο είναι χρήσιμη, βιώσιμη η παράδοση και αναδύεται ωριμότερη και γυμνασμένη η αλλαγή.
δ. Η παράδοση δε χάνεται εύκολα. Συχνά μεταμορφώνεται, τροποποιείται, αλλά επιζεί, άλλοτε ως μορφή (κυρίως στην τέχνη) και συνηθέστερα ως ιδέα, γόνιμη και δημιουργική […]
[κείμενο του Φ.Κ. Βώρου διασκευασμένο ως κριτήριο αξιολόγησης στο βιβλίο του Σπ. Κούτρα ΕΚΦΡΑΣΗ ΕΚΘΕΣΗ για ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΤΑΞΕΙΣ ΤΟΥ ΛΥΚΕΙΟΥ σελ.330]




Γ. ΚΕΙΜΕΝΟ: Εθνική συνείδηση
     Όταν μιλούμε σήμερα για ελληνική παράδοση, βάζουμε στο νου μια πνευματική και ηθική εξέλιξη μακρόσυρτη και πολυποίκιλη, με πλήθος διακλαδώσεις που μπλέκονται αναμεταξύ τους και συχνά αντιστρατεύονται η μία στην άλλη, μα δημιουργούν ωστόσο ένα σύνολο ενιαίο, με θαυμαστό πλούτο μορφών. Φτωχός λοιπόν μας φαίνεται ο ζήλος των διανοητών που πασχίζουν να περιορίσουν την παράδοσή μας σ’ ένα μικρό διάστημα χρόνου, έξαφνα στις τρεις γενεές του 5ου αιώνα π.Χ., όσο κι αν είναι περίλαμπρη και καταπληκτική και μοναδική στην ιστορία του κόσμου η πνευματική συγκομιδή της κλασσικής εποχής. Φτωχός και άγονος, γιατί στηρίζεται σε μια θεωρητική αφαίρεση, σε μια σύλληψη εργαστηριακή, αντίθετη στη ζωντανή πραγματικότητα του τόπου μας, που, εξόν από το πολύδοξο κλασικό ιδανικό, περιέχει, στη μνήμη της και στις κληρονομικότητές της, το θρύλο του Μεγαλέξανδρου, το απέραντο άνθισμα του ελληνιστικού κόσμου, την Ορθόδοξη Εκκλησία, τα χίλια χρόνια Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και τη μεγάλη της τέχνη, τον κοινοτικό μας πολιτισμό της Τουρκοκρατίας, τις περιπέτειες της Διασποράς, την Κλεφτουριά, τη δημοτική ποίηση, το Εικοσιένα, το καινούργιο κράτος με τους αγώνες του και τα παθήματά του, όλα αυτά δεμένα το ένα με το άλλο σ’ ενότητα οργανική. Μέσα σε τούτη τη ζωντανή, τη ζεστή ενότητα της ελληνικής παράδοσης ζει και το κλασικό ιδανικό σαν ένα μέλος της αναπόσπαστο, που την επηρεάζει ανέκαθεν και βαθύτατα, μα και επηρεάζεται ολοένα απ’ αυτήν. Η προσπάθεια να χωριστεί το ιδανικό τούτο από κάθε οργανική του συνέχεια, να απομονωθεί και να υψωθεί στη θέση δόγματος που να μονοπωλήσει το πνεύμα, αναιρώντας όλη την εξαίσια ποικιλία των ελληνικών μορφών ζωής και δημιουργίας, έγινε πολλές φορές και με διάφορες προφάσεις από τους λογίους της χώρας μας και πάντα καταστάλαξε στα νεκρά βάλτα του σχολαστικισμού.
     Δεν σταματά όμως στην ιδιαίτερη παράδοσή μας, όσο κι αν είναι η παράδοση αυτή πολυσύνθετη και πλατύχωρη, η σημερινή συνείδηση του Ελληνισμού. Σαν μέλη του λαού αυτού, ανήκουμε στην Ευρώπη γεωγραφικά, οικονομικά κοινωνικά, πολιτικά, συμμετέχουμε στη ζωή της, πάσχουμε μαζί της, χανόμαστε μαζί της και σωζόμαστε, πάλι μαζί της. Όλα ταύτα, σήμερα δεν χρειάζονται βέβαια παραπομπές για να τ’ αποδείξει κανείς. Αλλά και η πνευματική μας αλληλεξάρτηση με τη Δύση είναι μια ατράνταχτη πραγματικότητα της ύπαρξής μας, από τα βάθη κιόλας των Μέσων Χρόνων, πραγματικότητα που εδραιώθηκε κατά πρώτο λόγο ακριβώς στο τεράστιο γόητρο του κλασικού ιδανικού. Η Ευρώπη ολάκερη, με τα βιβλία της, με τις ιδέες της, τα σύμβολά της, είναι κομμάτι του σημερινού εαυτού μας, καθώς και τα αρχαία γράμματα, το ρωμαϊκό δίκαιο κι ό,τι άλλο συντέλεσε στο να γίνουμε αυτό που είμαστε. Είναι κάτι που μας έπλασε και προσέτι είμαστε κι εμείς, μ’ όσες δυνάμεις έχουμε, κάτι που την πλάθει αυτήν, ένα μικρό μα ζωντανό μόριο της δικής της ζωής.
      Ούτε, ωστόσο, και στο σημείο αυτό σώνεται η νεώτερη ελληνικότητά μας, γιατί όσο βαθιά και σφιχτά κι αν ανήκουμε στην Ευρώπη, υπάρχει πάντα μια πλευρά του εαυτού μας που ακουμπά στην Ανατολή, μία πλευρά που οι παλιότεροί μας με την κάποια νεοπλουτική ξιπασιά που χαρακτηρίζει συνήθως τις καινούργιες κοινωνίες, ντρεπότανε να τη φανερώσουν, αλλά κι εμείς, ωριμότεροι και πιο σίγουροι στα πόδια μας, τη νιώθουμε σαν ένα πλουτισμό της ζωής μας και δεν θέλουμε να τη χάσουμε. Συνεννοούμαστε με το Γάλλο, όμως συνεννοούμαστε και με τον Αρμένη και με τον Άραβα. Ζούμε στο ρυθμό της δυτικής ζωής, είμαστε μέρος της Ευρώπης, όμως δεν υπάρχει αμφιβολία πως η πολυσύνθετη ιδιοσυγκρασία μας ανήκει ταυτόχρονα και σε κάποιαν Ανατολή που δεν είναι ωστόσο η μεγάλη Ασία, αλλά μια Ανατολή πιο κοντινή, ήμερη και οικεία. Και τούτος ο κόσμος περιέχεται στην πραγματικότητα της ζωής μας και θα ήταν ασυλλόγιστος αυτοακρωτηριασμός και στένεμα των οριζόντων μας το να θελήσουμε να εξουδετερώσουμε τα στοιχεία του πνευματικού εαυτού μας που βρίσκονται σε επαφή κι ανταπόκρισή μαζί του.
       Μα κι ύστερα απ’ όλην αυτήν τη διαδρομή που κάναμε με λιγοστές φράσεις στο χώρο και το χρόνο, μεγάλη θα ήταν η αφέλεια μας αν νομίζαμε ότι χαράζαμε τα τελειωτικά όρια της ελληνικότητας, ότι βρήκαμε τάχα το βασικό δόγμα που δεν μπορεί να το παραβεί η πνευματική ζωή της Ελλάδας δίχως ν’ αναιρέσει τον εαυτό της. Γιατί ο Ελληνισμός ζει, άρα ολοένα αλλάζει σύσταση και μορφή, ανανεώνεται, αναπροσαρμόζεται σε καινούργιες περιστάσεις, αφομοιώνει καινούργιες επιδράσεις, ανακαλύπτει δρόμους που δεν περίμενε, φτιάνει έργα πρωτότυπα, διαμορφώνει αντιπροσωπευτικούς τύπους αλλιώτικους από κείνους που ήξερε. Δεν υπάρχει, λοιπόν, ούτε θα υπάρξει όσο ο Ελληνισμός είναι ζωντανός, σύστημα κανόνων που θα ρυθμίζει οριστικά πότε ένα έργο είναι ελληνικό και πότε δεν είναι. Ο μόνος κανόνας της ελληνικότητας που σηκώνει η δική μου τουλάχιστον συνείδηση είναι τούτος: ελληνικό είναι κάθε έργο που βγαίνει με ειλικρίνεια από τη ζωή, την καρδιά και τη σκέψη των ανθρώπων του έθνους μας.
      Συλλογιστείτε τώρα, σ’ αυτά τα διακόσια περίπου χρόνια που αποτελούν την καθαυτό νεοελληνική ιστορία, από το ξύπνημα του γένους που σημειώθηκε στα μισά του 18ου αιώνα και δώθε, ποιοι διαλεχτοί άνθρωποι εκπροσώπησαν πιο έντονα και πιο παραστατικά την πνευματική και ηθική ζωή μας. Ο Ρήγας Φεραίος, ο Κοραής, ο Μακρυγιάννης, ο Σολωμός, ο Κάλβος, ο Ψυχάρης, ο Παπαδιαμάντης, ο Παλαμάς, ο Καβάφης, ο Σικελιανός. Τι ποικιλία στις ιδιοσυγκρασίες, στις νοοτροπίες, στις τάσεις, στους τρόπους της έκφρασης! Ποικιλία μάλιστα που μπορεί, στο πρώτο κοίταγμα, να είναι και κάπως ανησυχητική και να κάνει τους βιαστικούς παρατηρητές ν’ αναρωτιούνται αν υπάρχει τίποτα κοινό ανάμεσα στις τόσο διαφορετικές αυτές μορφές. Και, ωστόσο, το κάτι το κοινό, που πραγματώνει ανάμεσά τους την ενότητα, το νιώθουμε αναμφισβήτητα. Είναι ο αέρας, ο τόνος, η υφή, η ψυχή του Νεοελληνισμού. Είναι ο Νεοελληνισμός, όχι δόγμα, σύστημα, διδασκαλία, σχολή, νόμος απαράβατος, αλλά ίσια-ίσια ζωή, κίνηση, αντίφαση, αναζήτηση, ταξίδι, θάλασσα ανοιχτή….
[Γ. Θεοτοκάς, Πνευματική Πορεία – περιέχεται ως κριτήριο αξιολόγησης στο βιβλίο των Γιώργου Μπατζίνα – Δημήτρη Λούλου ΕΚΦΡΑΣΗ-έκθεση Γ΄ Λυκείου σελ. 135]


Θέματα εξέτασης
Α. Να γράψετε στο τετράδιό σας την περίληψη του πρώτου κειμένου που σας δόθηκε (100 λέξεις μόρια 25)
Β1. α] Με ποιον τρόπο αναπτύσσεται δεύτερη παράγραφος του 2ου κειμένου (σελ. 3η) («Όλες αυτές οι κατευθύνσεις της ανθρώπινης προσπάθειας ….. ΕΩΣ ….. ως πολιτισμική περιουσία και καύχημά μας). Γιατί ο συγγραφέας χρησιμοποιεί αυτό τον τρόπο; β] Ποια τα δομικά μέρη και ο τρόπος ανάπτυξης της τέταρτης παραγράφου του 3ου κειμένου (σελ. 6η) (Μα κι ύστερα από όλη αυτή τη διαδρομή ….. και τη σκέψη των ανθρώπων του έθνους μας)
Β2. Να επισημάνετε τις διαρθρωτικές λέξεις με τις οποίες επιτυγχάνεται η σύνδεση των παραγράφων του τρίτου κειμένου «Εθνική Συνείδηση».
Β3. Σε ποιο είδος δοκιμίου (και γιατί) ανήκει το τρίτο κείμενο «Εθνική Συνείδηση» του Γ. Θεοτοκά;
Β4. α] οικοδομώ, αντλώ, συμπλέω: να χρησιμοποιήσεις αυτές τις λέξεις σε προτάσεις με κυριολεκτική και μεταφορική σημασία (από το δεύτερο κείμενο) β] συγκομιδή, εκκλησία, συνείδηση, παραπομπή, δόγμα: να γράψετε την ετυμολογία των παραπάνω λέξεων (από το τρίτο κείμενο)


Β5. Στη δεύτερη παράγραφο του 3ου κειμένου ο Γ. Θεοτοκάς εντοπίζει ως σημαντικό παράγοντα διαμόρφωσης της εθνικής συνείδησης το ότι η Ελλάδα ανήκει στην Ευρώπη. Πιστεύετε ότι σήμερα η ένταξη της χώρας μας στις ευρωπαϊκες κοινότητες εγκυμονεί κινδύνους για την εθνική συνείδηση των Ελλήνων; Να αναπτύξετε τη θέση σας σε μια παράγραφο 70-80 λέξεων.


Γ. (παραγωγή κειμένου): Συμμετέχεις σε μια τηλεοπτική συζήτηση με θέμα την παράδοση. Ορισμένοι συνομιλητές σου υποστηρίζουν την άποψη ότι η παράδοσή μας είναι αντίθετη με την πρόοδο και τον εκσυγχρονισμό της ζωής μας. Γράψε σε 450-500 λέξεις πώς θα αντικρούσεις με επιχειρήματα και παραδείγματα την άποψη αυτή.