Τρίτη, 8 Φεβρουαρίου 2011

Είναι λύση η κατάργηση του ασύλου;


Μια συζήτηση σε λάθος βάση


Η έννοια τού ασύλου ως χώρου προστασίας προσώπων και ιδεών είναι πρωτοποριακή ανθρωπιστική και πολιτιστική σύλληψη των Ελλήνων, που μαζί με την έννοια διέδωσαν και τη λέξη που δηλώνει το άσυλο στις ευρωπαϊκές και σε άλλες γλώσσες.
Όπως «η τήρηση τού Συντάγματος επαφίεται στον πατριωτισμό των Ελλήνων», έτσι και η προστασία τού ασύλου τελικά (και δραστικά) επαφίεται στον πατριωτισμό των μελών της Πανεπιστημιακής Κοινότητας, πανεπιστημιακών δασκάλων, φοιτητών και διοικητικών.



Ο ΝΟΜΟΣ: «Το ακαδημαϊκό άσυλο αναγνωρίζεται για την κατοχύρωση των ακαδημαϊκών ελευθεριών και για την προστασία του δικαιώματος στη γνώση, τη μάθηση και την εργασία όλων ανεξαιρέτως των μελών της ακαδημαϊκής κοινότητας των ΑΕΙ και των εργαζομένων σε αυτά, έναντι οποιουδήποτε επιχειρεί να το καταλύσει».
ΑΚΑΔΗΜΑΪΚΕΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΕΣ (σύμφωνα με το άρθρο 16 του Συντάγματος) ΕΙΝΑΙ: οι ελευθερίες της έρευνας, της τέχνης και της διδασκαλίας


Η ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
Η παραμονή επί τρεις ημέρες των μεταναστών απεργών πείνας στο κτίριο της Νομικής στην οδό Σόλωνος επανέφερε στο προσκήνιο όχι μόνο τα θέματα που σχετίζονται με την πολιτική της χώρας απέναντι στο ζήτημα της μετανάστευσης- ένα από τα κομβικά ζητήματα της σημερινής διεθνούς πραγματικότητας - αλλά και το θέμα του πανεπιστημιακού ασύλου. Το ερώτημα που τέθηκε ήταν αν η θεσμοθετημένη προστασία προσώπων και ιδεών εντός του Πανεπιστημίου έχει μετατραπεί στις ημέρες μας σε άσυλο κάθε είδους παρανομίας και εν τέλει παραβίασης και καταπάτησης κάθε έννοιας ακαδημαϊκής ελευθερίας. Ερώτημα που φαίνεται λογικό αν δεν λάβει κανείς υπόψη τα συμφραζόμενα του προβλήματος. Τι θα πρόσφερε μια ενδεχόμενη νομοθετική κατάργηση του πανεπιστημιακού ασύλου με την παρούσα μορφή του και αν πράγματι εξέλιπαν πλέον οι λόγοι που οδήγησαν στη θέσπισή του






Επαφίεται στον πατριωτισμό μας (άρθρο του Γ. Μπαμπινιώτη στο ΒΗΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 6-02-2011)
     Αυτές τις μέρες ακούστηκαν για το πανεπιστημιακό άσυλο τόσα πολλά από τόσους πολλούς, ώστε ίσως έχει νόημα να ακουστούν και οι σκέψεις κάποιων πανεπιστημιακών που έχουν περάσει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής τους μέσα στους χώρους και τη λειτουργία των πανεπιστημίων. Όσοι δεν έχουν άμεση σχέση με τα πανεπιστήμια- συχνά υπό το κράτος μιας συναισθηματικής φόρτισης και δικαιολογημένης αγανάκτησης από έκτακτα προκλητικά γεγονότα μη γνωρίζοντας την πολυπλοκότητα τού θέματος σπεύδουν να προτείνουν υπεραπλουστευμένες λύσεις που δεν μπαίνουν στην ουσία τού προβλήματος και στα αίτια που το προκαλούν.
      Δικαιούμεθα να πιστεύουμε ότι, όταν θα γίνει η συζήτηση τού θέματος και των σχετικών προτάσεων στη Βουλή, τα κόμματα θα εξετάσουν το πρόβλημα σε όλες τις διαστάσεις του και θα προτείνουν ρυθμίσεις που θα σέβονται την αυτοτέλεια των πανεπιστημίων και τις ακαδημαϊκές ελευθερίες. Αυτό σημαίνει ότι δεν μπορεί αβασάνιστα να συζητηθεί κατάργηση τού πανεπιστημιακού ασύλου. Αυτό που χρειάζεται μόνο είναι ένας σαφής προσδιορισμός της εννοίας τού πανεπιστημιακού ασύλου και των χώρων όπου εκτείνεται καθώς και σαφής καθορισμός των υποχρεώσεων των πανεπιστημιακών αρχών για την προστασία τού ασύλου
       Η έννοια τού ασύλου ως χώρου προστασίας προσώπων και ιδεών είναι πρωτοποριακή ανθρωπιστική και πολιτιστική σύλληψη των Ελλήνων, που μαζί με την έννοια διέδωσαν και τη λέξη που δηλώνει το άσυλο στις ευρωπαϊκές και σε άλλες γλώσσες. Αξίζει για την ιστορία να σημειωθεί ότι το άσυλο ήταν τόσο ιερό και απαραβίαστο, άρα και τόσο ασφαλές στα κλασικά χρόνια, ώστε χρησιμοποιήθηκε και ως θησαυροφυλάκιο! Στα νεότερα χρόνια, όταν ιδρύθηκαν τα Πανεπιστήμια στην Ευρώπη και καθιερώθηκαν και συνταγματικώς από τα μέσα τού 19ου αιώνα οι ακαδημαϊκές ελευθερίες, «εθιμικώ δικαίω» συμπεριελήφθη σ΄ αυτές και το απαραβίαστο των πανεπιστημιακών χώρων. Στα ελεύθερα καθεστώτα και στις σπάνιες περιπτώσεις που έγινε επέμβαση αστυνομικών δυνάμεων στα Πανεπιστήμια, έγινε με την άδεια των πρυτανικών αρχών. Ακόμη και οι δυνάμεις ασφαλείας της δικτατορίας των συνταγματαρχών, για να εισβάλουν στα πανεπιστήμια (Πανεπιστήμιο Αθηνών και Πολυτεχνείο) και να εκδιώξουν τους φοιτητές που αντιστέκονταν στη χούντα, ζήτησαν την άδεια των τότε πρυτανικών αρχών! Άρα, η ρητή θέσπισή του με τον πανεπιστημιακό νόμο τού 1982 όρισε απλώς νομοθετικά ό,τι ίσχυε ήδη εθιμικά. Άλλο είναι, βεβαίως, ότι ο τρόπος που ορίστηκε να γίνεται η άρση της ασυλίας με ομοφωνία από την περίφημη τριμελή «Επιτροπή ασύλου» (Πρύτανης, εκπρόσωπος των μελών διδακτικού προσωπικού, εκπρόσωπος των φοιτητών) δεν λειτούργησε ποτέ, αφού δεν ορίστηκε ποτέ εκπρόσωπος των φοιτητών.
      Η ιστορική, όπως είδαμε, και ουσιαστική έννοια τού ασύλου στρεβλώθηκε και αλλοιώθηκε όπως συνέβη στη χώρα μας με πλήθος άλλων εννοιών, αξιών και θεσμών. Στους πανεπιστημιακούς χώρους άρχισαν να μπαίνουν και να τους καταλαμβάνουν άτομα που δεν είχαν σχέση με το πανεπιστήμιο, που μετέτρεψαν το πανεπιστήμιο σε κρησφύγετο ή που το χρησιμοποίησαν για να προβάλουν διάφορα εξωπανεπιστημιακά αιτήματα. Τέτοιες ενέργειες αποδοκιμάστηκαν από την πλειονότητα των μελών της πανεπιστημιακής κοινότητας, των οποίων την ευαισθησία εκμεταλλεύτηκαν οι καταλυτές του ασύλου. Τα μέλη τού πρυτανικού συμβουλίου (πρύτανης και αντιπρυτάνεις) και της Συγκλήτου που καλούνται να αποφασίσουν για το άσυλο είναι- μη το ξεχνάμε- πρώτα και πάνω απ΄ όλα πανεπιστημιακοί δάσκαλοι που έχουν πάντα την εύλογη αγωνία μήπως οι συγκρούσεις με την αστυνομία στοιχίσουν τη ζωή κάποιου νέου (φοιτητή ή μη), πράγμα που τους οδηγεί να εξαντλήσουν κάθε περιθώριο πειθούς και ανεκτικότητας. Αυτό, βεβαίως, δεν γίνεται κατανοητό απ΄ όσους βλέπουν τα πράγματα εκτός πανεπιστημίου. Παράλληλα, πρέπει να λεχθεί κι αυτό, στη συνείδηση των πανεπιστημιακών η άρση της ασυλίας έχει ταυτισθεί με πράξεις βίας και καταστάσεων ανελευθερίας, που γεννά αναστολές στη συνείδηση των πανεπιστημιακών προ τής λήψεως τέτοιων αποφάσεων. Εδώ, κάποιες εξηγήσεις που δίδονται ότι οι εκλεγμένες πανεπιστημιακές αρχές λειτουργούν δήθεν πελατειακά (μη χάσουν μελλοντική υποστήριξη των φοιτητών!...) είναι εμφανής απόρροια αναλογικής σκέψεως από πολιτικές πρακτικές που έχουμε βιώσει τραυματικά.
      Για να αρθεί η στρέβλωση που έχει συνδεθεί σήμερα με το άσυλο, πρέπει να καθορισθούν «με αρετή και τόλμη» από το Κοινοβούλιο και με ομοφωνία όλων των κομμάτων που- με διαφορετικό τρόπο και σε διαφορετικό βαθμό- φέρουν και αυτά ευθύνη για τη στρέβλωση τα εξής θέματα:
α) Για ποιους ισχύει το πανεπιστημιακό άσυλο, ήτοι περιλαμβάνει αποκλειστικά και μόνο τους φοιτητές; Ένα πλήθος προβλημάτων έχει προκληθεί από χρήση τού ασύλου και από μη φοιτητές.
β) Ποιους χώρους περιλαμβάνει το άσυλο; Περιλαμβάνει και τους έξω και γύρω από το πανεπιστήμιο χώρους; Σειρά άλλων προβλημάτων προκαλούνται από τη χρήση τέτοιων χώρων ως ασύλου πάλι (συνήθως) από μη φοιτητές.
γ) Για ενδεχόμενη άρση της ασυλίας αποφασίζει πάντα το πρυτανικό συμβούλιο (με ή χωρίς τη Σύγκλητο), όπως προβλέπεται από τον ισχύοντα νόμο, ή για προφανείς κακουργηματικές πράξεις δεν χρειάζεται απόφαση των πρυτανικών αρχών, όπως πάλι προβλέπεται από τον ισχύοντα νόμο;
       Στην εύκολη και εύλογη παρατήρηση, αν παρ΄ όλα αυτά θα αποκτήσει το πανεπιστημιακό άσυλο τον ουσιαστικό του χαρακτήρα και δεν θα είναι έρμαιο ποικίλων αυθαιρεσιών που το εκθέτουν και το αναιρούν, η απάντηση είναι μία: Όπως «η τήρηση τού Συντάγματος επαφίεται στον πατριωτισμό των Ελλήνων», έτσι και η προστασία τού ασύλου τελικά (και δραστικά) επαφίεται στον πατριωτισμό των μελών της Πανεπιστημιακής Κοινότητας, πανεπιστημιακών δασκάλων, φοιτητών και διοικητικών. Ενωμένοι και αποφασισμένοι, ας πάρουν στα χέρια τους με νόμιμα, δημοκρατικά και δυναμικά μέτρα την τήρηση και την προστασία τού ασύλου, δηλαδή την προστασία τού σπιτιού και τής δουλειάς τους, και τότε δεν θα χρειασθεί ποτέ καμία άρση για κανένα λόγο κι από κανένα.


Μια συζήτηση σε λάθος βάση, άρθρο του Γ. Σωτηρέλη στο ΒΗΜΑ της ΚΥΡΙΑΚΗΣ


Να καταργηθεί ή να μην καταργηθεί το ακαδημαϊκό άσυλο; Το ερώτημα αυτό απασχόλησε έντονα την επικαιρότητα.


Η σχετική συζήτηση είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα. Δυστυχώς όμως πολλές φορές διεξάγεται σε λάθος βάση, ιδίως διότι εκκινεί από ορισμένες θεμελιώδεις παρανοήσεις.
Παρανόηση πρώτη: Το «πανεπιστημιακό άσυλο» είναι «άσυλο ιδεών». Έτσι το προβάλλουν με έμφαση οι πάσης φύσεως σχολιαστές και σαν τέτοιο το επικρίνουν, αντιμετωπίζοντάς το περίπου σαν «απολίθωμα» της ελληνικής έννομης τάξης που δεν έχει πλέον θέση σε μια δημοκρατία, η οποία προστατεύει παντού και για όλους την ελεύθερη διακίνηση των ιδεών.
     Το σύνολο της παραπάνω επιχειρηματολογίας πάσχει εξ υπαρχής, όπως αποδεικνύεται ευχερώς από την ανάγνωση της ισχύουσας ρύθμισης: «Το ακαδημαϊκό άσυλο αναγνωρίζεται για την κατοχύρωση των ακαδημαϊκών ελευθεριών και για την προστασία του δικαιώματος στη γνώση, τη μάθηση και την εργασία όλων ανεξαιρέτως των μελών της ακαδημαϊκής κοινότητας των ΑΕΙ και των εργαζομένων σε αυτά, έναντι οποιουδήποτε επιχειρεί να το καταλύσει».
Τι προκύπτει από αυτήν; Προφανώς ότι η συζήτηση δεν αφορά κάποιο «άσυλο ιδεών», γενικά και αόριστα, αλλά το «ακαδημαϊκό άσυλο», το οποίο προστατεύει αποκλειστικά και μόνο τις «ακαδημαϊκές ελευθερίες», δηλαδή τις ελευθερίες της έρευνας, της τέχνης και της διδασκαλίας, όπως αυτές εξειδικεύονται, με βάση το άρθρο 16 του Συντάγματος, στον χώρο του Πανεπιστημίου. Ως τέτοιο δε, παρά τα περί του αντιθέτου θρυλούμενα, δεν αποτελεί ελληνική ιδιαιτερότητα αλλά παγκόσμια δημοκρατική κατάκτηση, που συνδέεται στενά με την ιδιαίτερη φυσιογνωμία του Πανεπιστημίου. Ειδικότερα, το πανεπιστημιακό άσυλο, ως συνταγματικό έθιμο ή ως συνταγματική πρακτική, προστατεύει σε όλες τις προηγμένες δημοκρατικά χώρες έναν συγκεκριμένο ακαδημαϊκό χώρο, όχι σαν «ταμπού» αλλά ως βιόσφαιρα ορισμένων δικαιωμάτων που συνδέονται άρρηκτα με αυτόν. Είναι δηλαδή, για να κάνουμε έναν παραλληλισμό, ό,τι περίπου είναι το άσυλο κατοικίας για τα δικαιώματα του ιδιωτικού βίου.
Παρανόηση δεύτερη: Το άσυλο καλύπτει όλους όσοι βρίσκονται εντός του Πανεπιστημίου και για κάθε ενέργειά τους, ενώ παρέχει προστασία αποκλειστικά και μόνο απέναντι στις δυνάμεις της τάξης.
Η προσέγγιση αυτή είναι ολωσδιόλου λάθος. Η προεκτεθείσα ρύθμιση ορίζει σαφώς ότι το άσυλο ισχύει «έναντι οποιουδήποτε». Ιδίως δε ισχύει, με βάση και την- συνταγματικά πλέον κατοχυρωμένη- αρχή της τριτενέργειας, και απέναντι στις ποικίλες ιδιωτικές εξουσίες που εισβάλλουν συχνά στον χώρο των Πανεπιστημίων, χωρίς την άδεια των αρχών τους- αλλά και χωρίς πρόσκληση των φορέων της ακαδημαϊκής κοινότητας-, και παραβιάζουν βάναυσα τα προεκτεθέντα δικαιώματα (με βανδαλισμούς, άσκηση ιδεολογικής τρομοκρατίας, αποκλεισμούς γραφείων διδασκόντων και άλλα θλιβερά παρόμοια). Στην περίπτωση αυτή λοιπόν δεν φταίει το άσυλο, αφού έχει ήδη παραβιασθεί, αλλά η ατολμία και η έλλειψη δημοκρατικής ευθύνης των πανεπιστημιακών αρχών, οι οποίες οφείλουν να ζητούν από τις δυνάμεις της τάξης όχι την άρση του ασύλου αλλά την άρση της παραβίασης του ασύλου. Όσο δε για τις περιπτώσεις σοβαρής εγκληματικότητας, μια τέτοια άδεια δεν χρειάζεται καν εφόσον, κατά την ισχύουσα νομοθεσία, «διαπράττονται αυτόφωρα κακουργήματα ή αυτόφωρα εγκλήματα κατά της ζωής».
     Το ισχύον άσυλο λοιπόν, ως ακαδημαϊκό άσυλο, δεν έχει καμία σχέση ούτε με το «άσυλο ιδεών» ούτε με την επιβολή ενός καθεστώτος ανομίας και εξουσιαστικής βίας στο Πανεπιστήμιο (συχνά μάλιστα στο όνομα αντιεξουσιαστικών αρχών...). Αυτό δε απευθύνεται τόσο στους πολεμίους του όσο και σε κάποιους δήθεν υπερμάχους του, που με τη στάση τους απλώς το συκοφαντούν και το υπονομεύουν. Απευθύνεται όμως και στο υπουργείο Παιδείας, το οποίο ναι μεν δεν υιοθετεί, ορθά, την κατάργηση του ασύλου, πλην όμως το συνδέει επικοινωνιακά, ως μη ώφειλε, με τις νέες διοικητικές αρχές που προτείνει, δηλαδή με αρχές οι οποίες σχετικοποιούν υπέρμετρα, όπως είχα την ευκαιρία να επισημάνω σε προηγούμενο φύλλο, μια ακόμα σημαντικότερη- και αλληλένδετη με το άσυλο- συνταγματική εγγύηση της ακαδημαϊκής ελευθερίας: την «πλήρη αυτοδιοίκηση» των Πανεπιστημίων.

[ΠΗΓΗ Γιώργος Χ. Σωτηρέλης , καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών στο ΒΗΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 06-02-2011]