Τρίτη, 1 Μαρτίου 2011

Δύο επίκαιρα άρθρα για τη βία στα γήπεδα

Τις πταίει στο ελληνικό ποδόσφαιρο;



Πολλές φορές οι ποδοσφαιρικές αναμετρήσεις μετατρέπονται σε πεδίο μάχης. Για αυτό το σκηνικό βίας οι ευθύνες πρέπει να αναζητηθούν σε πολλές πλευρές: στους παράγοντες των ομάδων, οι οποίοι με εμπρηστικές δηλώσεις ουσιαστικά ωθούν τους οπαδούς στη βία, αν δεν την καθοδηγούν κιόλας Στον οπαδικό Τύπο που αναπαράγει αυτές τις δηλώσεις. Στις κρατικές αρχές οι οποίες δεν έχουν καταφέρει τόσα χρόνια τώρα να επιβάλουν μια τάξη στο κύκλωμα του ποδοσφαίρου. Η απάντηση λοιπόν στο ερώτημα «τις πταίει;» φαίνεται εύκολη. Το δύσκολο όμως είναι να μην επανέρχεται χωρίς να υπάρχει απάντηση στο με ποιον τρόπο τέτοιου είδους γεγονότα δεν θα επαναληφθούν.


ΟΨΕΙΣ ΤΗΣ ΒΙΑΣ ΤΩΝ ΓΗΠΕΔΩΝ, άρθρο του Νάσου Βαγενά στο ΒΗΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ (27/02/2011)


      Γεγονότα βίαια, όπως αυτά του ντέρμπι Ολυμπιακού- Παναθηναϊκού, αποτελούν μόνο την κορυφή του παγόβουνου του σημερινού πεδίου αγριότητας που θα μπορούσε, για λόγους ευκολίας, να ονομαστεί «ποδοσφαιρική βία». Είναι θλιβερό το ότι η ονομασία αυτή συντίθεται από μια αντίφαση όρων. Διότι ο όρος «ποδόσφαιρο» δηλώνει ένα ομαδικό άθλημα το οποίο από τη φύση του είναι ειρηνικό. Το γεγονός ότι τις τελευταίες δεκαετίες έχει γίνει συνώνυμος του όρου «βία» δείχνει την παρακμή στην οποία βρίσκεται η κοινωνία μέσα στην οποία διεξάγεται αυτό το άθλημα. Και το γεγονός ότι η ποδοσφαιρική βία είναι στη χώρα μας αυξημένη σε σύγκριση με εκείνη άλλων χωρών δείχνει το μέγεθος της ελληνικής παρακμής.
      Καθώς τα γεγονότα της 19ης Φεβρουαρίου κάθε άλλο παρά μη αναμενόμενα ήταν, οι ομόθυμα αγανακτισμένες αντιδράσεις μας προς αυτά ηχούν υποκριτικές. Διότι είναι αντιδράσεις μόνο προς την πλέον ορατή πλευρά του φαινομένου, την «αόρατη» πλευρά του οποίου βιώνουμε ως κάτι το φυσιολογικό. Θέτω το επίθετο «αόρατη» εντός εισαγωγικών γιατί έχουμε τόσο πολύ εθιστεί στους σημερινούς όρους λειτουργίας του ποδοσφαίρου- όρους που σε μια υγιή κοινωνία θα εθεωρούντο παρά φύσιν - ώστε να μη βλέπουμε ότι καλύπτουν ένα ευρύτατο πεδίο αγριότητας, που το συγκροτούν ποικίλες μορφές βίας. Δεν θέλω να πω ότι η ποδοσφαιρική βία δεν υπήρχε σε παλαιότερες εποχές: στην προεπαγγελματική περίοδο του ποδοσφαίρου ή και στην πρώτη εποχή του ποδοσφαιρικού επαγγελματισμού. Ωστόσο εκείνη η βία ήταν η συνήθης, και ήπια, παραβατικότητα που εμφανιζόταν ενίοτε σε όλα τα ομαδικά αθλήματα. Η οποία εξελίχθηκε στη σημερινή βαρβαρότητα από τη στιγμή που το επαγγελματικό ποδόσφαιρο μπήκε στην τροχιά μιας νέας, και κεντρικής, βαρβαρότητας: στον μηχανισμό της νεοφιλελεύθερης λειτουργίας της αγοράς. Επιχειρώντας να καταρτίσει κανείς μια τυπολογία των ποικίλων εκφράσεων της σημερινής «ποδοσφαιρικής» βίας, θα τις απαριθμούσε ως εξής:
1) Υλική, σωματική βία. Δεν χρειάζεται να περιγραφεί: τη βιώνουν, ζωντανά, όσοι πηγαίνουν στο γήπεδο και, οπτικώς, όσοι παρακολουθούν τις ποδοσφαιρικές συναντήσεις από την τηλεόραση. Παράγεται σωματικώς, αλλά και με διάφορα μέσα, από οργανωμένους φανατικούς οπαδούς των ομάδων, και ενισχύεται ηθικά (παρά τις διαβεβαιώσεις περί του αντιθέτου) από τις ανώνυμες εταιρείες τις οποίες αποτελούν οι ποδοσφαιρικές ομάδες. Σε αυτήν περιλαμβάνεται και η φραστική βία που ασκούν μεταξύ τους (και προς τους παίκτες της αντίπαλης ομάδας) οι αλληλοσυγκρουόμενοι οπαδοί (πελάτες) των ποδοσφαιρικών εταιρειών.
2) Έντυπη βία. Βία ομοιογενής με τη φραστική βία των γηπέδων. Ασκείται τυπογραφικώς από τις υποστηριζόμενες από τις ΠΑΕ εφημερίδες που υποστηρίζουν τις ομάδες τους. Αρχίζει με πηχυαίους τίτλους της πρώτης σελίδας, για να συνεχιστεί με ποικίλη φρασεολογία στις μέσα σελίδες, με αποτέλεσμα να ενισχύεται ο φανατισμός των οπαδών, που προσέρχονται στο γήπεδο απειλητικότεροι.
3) Οικονομική βία. Είναι βία ψυχολογικής, ηθικής και αισθητικής φύσεως, που ασκείται επί παντός σώφρονος ανθρώπου, και όχι μόνο επ΄ αυτού, από τις αστρονομικές αμοιβές των ποδοσφαιριστών• απολαβές πέρα από κάθε λογική σε σύγκριση με εκείνες κάθε άλλου εργαζομένου (και, ακόμη περισσότερο, με το θέαμα της εξαθλίωσης των αυξανόμενων καθημερινά ανέργων), και εφάμιλλες με εκείνες των golden boys των τραπεζών (οι ομοιότητες σήμερα ανάμεσα στους τραπεζικούς και στους ποδοσφαιρικούς οργανισμούς είναι εμφανείς).
4) Βία επί του πληθυσμικού ιστού των πόλεων. Βία κυρίως ψυχολογική, καθώς ο αριθμός των ξένων ποδοσφαιριστών στις ευρωπαϊκές ομάδες, τον οποίο συνεπάγεται ο νεοφιλελεύθερος τρόπος ποδοσφαιρικής παραγωγής, έχει φθάσει να είναι αναλογικά πολύ μεγαλύτερος από τον αριθμό των οικονομικών μεταναστών στις χώρες της Ευρώπης- και περισσότερο στην Ελλάδα. Υπάρχουν ποδοσφαιρικοί «όμιλοι» σε πόλεις μας στους οποίους το ποσοστό των ελλήνων ποδοσφαιριστών είναι αναλογικά μικρότερο- πολύ μικρότερο- από το ποσοστό των ξένων οικονομικών μεταναστών σε αυτές. Ελπίζω να μην κατηγορηθώ για ποδοσφαιρικό ρατσισμό αν πω ότι το φαινόμενο αυτό, ως ενδεχόμενο προοίμιο μιας μεγαλύτερης ανάπτυξής του, δημιουργεί μια έντονη και πιεστική ανησυχία σε όσους δεν γοητεύονται από την υπέρμετρη ετερογένεια των πολυπολιτισμικών ιστών.
5) Βία επί των θεσμών της Πολιτείας. Φαινόμενο κατ΄ εξοχήν ελληνικό. Πρόκειται για βία που ασκείται με δύο τρόπους• αφενός με τον εξαναγκασμό, από τις ιδιωτικές επιχειρήσεις που είναι οι ΠΑΕ, παροχής από την Πολιτεία δωρεάν- παρά νόμον- αστυνομικής προστασίας για την ομαλή διεξαγωγή των εργασιών τους• αφετέρου με την εξώθηση φαύλων (χαιρόντων βουλευτικής ασυλίας) υπουργών σε χαριστική- επίσης παρά νόμον- απόσβεση ή «ρύθμιση» των χρεών τους προς το Δημόσιο.
     Είναι εύλογη η σκέψη ότι η σημερινή υπέρογκη αύξηση των γηπεδικών βιαιοτήτων έχει την κύρια αιτία της στην επέλαση του κράτους των αγορών επί του κράτους πρόνοιας• και ότι είναι ανεκτή, αν δεν ενθαρρύνεται κιόλας, από τους κρατούντες ως βαλβίδα ασφαλείας προς αποφυγήν εκρήξεων σε άλλα πεδία, σημαντικότερα.
[ΠΗΓΗ: Νάσος Βαγενάς καθηγητής της Θεωρίας και Κριτικής της Λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και παλαιός ποδοσφαιριστής του Εθνικού Πειραιώς και της Εθνικής Νέων, στο ΒΗΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ]


Πίσω στην κουρελόμπαλα: όλα στο ποδόσφαιρο λειτουργούν ως μάχη, με ιδιωτικούς στρατούς φανατισμένους, με στρατηγική και στρατηγούς, με αίματα, συγκρούσεις, ακόμα και νεκρούς.
       Όσοι γεννήθηκαν στην επαρχία τη δεκαετία του ΄50 θα θυμούνται με νοσταλγία τις αυτοσχέδιες μπάλες μας, άλλες φτιαγμένες από στρογγυλοποιημένα κουρέλια, άλλες από φούσκες γουρουνιών (τα προφυλακτικά των αρχαίων!), άλλες από κονσερβοκούτια κτλ.! Παρ΄ όλα αυτά ήταν «μπάλες» φιλικές στην ανθρώπινη συμπεριφορά σε σύγκριση με τους προγόνους μας που... έπαιζαν με τα σιδερένια τόπια των κανονιών και με τους σημερινούς που παίζουν με μπάλες δερμάτινες, βελούδινες και δυστυχώς παράγουν τις συνέπειες που είχαν τα τόπια των κανονιών! Ένας αληθινός πόλεμος. Αλλά και σε κείνους τους ρομαντικούς καιρούς της κουρελόμπαλας δεν έλειπε η μαχητικότητα και το πάθος των αντιπάλων. Φαίνεται ότι η μπάλα είναι υποκρυπτόμενο σύμβολο εξουσίας στην ανθρώπινη κοινωνία, είναι αληθινή εξουσία, και αυτό φάνηκε από όταν αγοράστηκαν ήδη οι πρώτες δερμάτινες μπάλες στα χωριά. Όποιος την κατείχε ασκούσε εξουσία στους συνομηλίκους, έβαζε και έβγαζε όποιον ήθελε στην ομάδα, την έπαιρνε και έφευγε αν τσαντιζόταν. Χαρακτήρισα την μπάλα πολεμικό όπλο, όπλο μάχης, και δεν ήταν τυχαίο που λέγαμε τα δυνατά σουτ κανονιές! Λ.χ., ο Παπαεμμανουήλ, ο Μουράτης ήταν φημισμένοι κανονιέρηδες...
      Όλα λοιπόν λειτουργούν στο ποδόσφαιρο ως μάχη, με στρατιωτική και πολεμική ορολογία, με ιδιωτικούς στρατούς φανατισμένους, με στρατηγική και στρατηγούς, με νίκες ή ήττες, που φέρνουν χαρά ή θλίψη εθνικής πολεμικής νίκης ή ήττας, με αίματα, συγκρούσεις, ακόμα και νεκρούς. Δεν είναι τυχαίο ότι εξελίχθηκε έτσι το ποδόσφαιρο και κάθε ματς, όταν βέβαια δεν είναι διαβρωμένο, είναι μια αδυσώπητη μάχη διότι πλέον εξυπηρετούνται μεγάλα οικονομικά συμφέροντα και γόητρα, ό,τι δηλαδή συμβαίνει στους πολέμους που γίνονται για συμφέροντα και γόητρα. Όταν λοιπόν οι ιδιωτικοί στρατοί των ομάδων υπερβαίνουν τους πολεμικούς κανόνες και εκτρέπονται σε θηριωδίες, τότε προκύπτει το ζήτημα με ποια μέτρα θα ξαναγυρίσει το ποδόσφαιρο στους ανεκτούς κανόνες της δήθεν ψυχαγωγίας, της δήθεν αθλητικής άμιλλας αλλά κατά βάθος στον έλεγχο της υποσυνείδητης, αρχέγονης ορμής και βίας, που κρύβει καθένας μέσα του, είτε φίλαθλος είτε μη φίλαθλος. Να το πούμε ωμά: Πώς συμμαζεύονται τα κωλόπαιδα και πώς μπαίνουν σε τάξη όταν ξεφεύγουν από τα κλουβιά τους;
      Κλουβιά είναι οι αθλητικοί σύνδεσμοι και εκεί εκτρέφονται θηρία, αλλά με την προοπτική να υπακούουν στους θηριοδαμαστές. Οι θηριοδαμαστές ξέρουν πώς, πότε και πόσο θα τους χρησιμοποιήσουν. Οι θηριοδαμαστές υπακούουν όμως στα αφεντικά τους, τα αφεντικά υπακούουν στη ματαιόδοξη παραφροσύνη τους, που την καλύπτουν με γραβάτες και χρυσοφόρες επιχειρήσεις. Πώς μπορείς να εξευγενίσεις έναν πόλεμο και να κάνεις τους θηριώδεις «στρατιώτες» ευγενικούς; Να τους καλλιεργήσεις με παιδεία αποκλείεται, αν ρίξεις στο γήπεδο πέτρινη μπάλα αυτοί και πάλι θα τη χτυπούν με κλωτσιές και κεφαλιές. Πρέπει όμως να βρεθεί από τη... μενεξεδένια Πολιτεία ένας τρόπος για να μη χαθεί το μέτρο της ελεγχόμενης βίας. Βέβαια τέτοιος τρόπος δεν υπάρχει. Κάποιες ιδέες ανεφάρμοστες θα μπορούσαν να είναι οι ακόλουθες: Όταν τελειώνουν τα έκτροπα, να δένονται οι πρόεδροι και των δύο αντίπαλων ΠΑΕ στα δοκάρια και να μαστιγώνονται με εκατό βουρδουλιές• όταν συλλαμβάνονται οι χούλιγκαν να αφήνονται αμέσως ελεύθεροι, να συλλαμβάνονται οι γονείς τους και να λιθοβολούνται στη σέντρα, να καίγονται και να σφραγίζονται οι ποδοσφαιρικές εφημερίδες!.. Πολλές τέτοιες ιδέες εμπνευσμένες από τον εφαρμοσμένο ναζισμό και τη σαρία θα μπορούσαν να προταθούν, όμως τότε θα έχουμε μεγαλύτερες συμφορές από αυτές που πάμε να μετριάσουμε. Γι΄ αυτό, λοιπόν, παιδιά, πίσω στις αλάνες! Πίσω στη γουρουνόφουσκα!
{ΠΗΓΗ: Βασίλης Γκουρογιάννης, συγγραφέας στο ΒΗΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ]