Τετάρτη, 30 Μαρτίου 2011

Χριστόφορος Μηλιώνης, Ένα όπλο πραγματικά έξυπνο


Αυτά σκεφτόταν, φιλοσοφώντας, επειδή ήταν ένας ΤΟΜΑΧΟΚ, ένα πραγματικά έξυπνο όπλο


Όταν με μια φοβερή έκρηξη, ξέφυγε απ’ το σκοτάδι και την ασφυξία του ατσάλινου πυροσωλήνα και ξαμολήθηκε ελεύθερος στον ουρανό, πάνω από την Αδριατική, είχε αρχίσει να νυχτώνει.


Έπιασε αμέσως τις συντεταγμένες και προσανατολίστηκε. Στα δυτικά, πάνω απ’ την Ιταλία, ο ουρανός είχε ένα γλυκό ρόδινο χρώμα, κάτωθέ του η θάλασσα ήταν μενεξεδένια, ενώ στα ανατολικά είχε αρχίσει κιόλας να πέφτει σκοτάδι. Κι όμως τραβούσε κατά κει. «Από το προσωρινό σκοτάδι στο αιώνιο», σκέφτηκε. «Η ζωή μου όλη, αυτή μονάχα η πανέμορφη εικόνα, ανάμεσα σε δυο σκοτάδια, το ένα προσωρινό και το άλλο αιώνιο. Κι αχ, γιατί τόσο λίγο να βαστάξει!». Σκέφτηκε ακόμα το σκοτάδι που θα απλώνονταν γύρω του, ύστερα από τη φαντασμαγορία και τις πρώτες εντυπώσεις της έκρηξης, σ’ αυτά τα δυστυχισμένα πλάσματα, που δεν είχαν ίσως προλάβει, ούτε αυτά να χαρούν τη μενεξεδένια εικόνα της ζωής τους.



Αυτά σκεφτόταν, φιλοσοφώντας, επειδή ήταν ένας Τόμαχοκ, ένα πραγματικά έξυπνο όπλο. Τι εξυπνάδα θα ήταν αυτή, αν δεν φιλοσοφούσε πάνω στην ίδια τη ζωή του; Και τι να την έκανε την εξυπνάδα, αν δεν προσπαθούσε, με τόση δύναμη που είχε, ν’ αλλάξει τη μοίρα του; «Καλύτερα θαμμένος βαθιά στο χώμα» σκέφτηκε, «παρά αυτό!. Θα κατεβαίνουν οι ρίζες της άνοιξης να της δώσω ιχνοστοιχεία, να πάρει δύναμη! Και θα ’ναι σαν ν’ ανεβαίνω μαζί της στο φως και στον ήλιο, θα τον νίωθω να μου ζεσταίνει το μέταλλο της ράχης». Αρκεί να έβρισκε ένα χώμα μαλακό να μπήξει απαλά τη μουσούδα του, να μη εκραγεί. Κι ενώ έψαχνε κάτω, είδε ένα αλωνάκι όπου τρεμόσβηναν μικρά καντηλάκια. Ήταν κιόλας το νεκροταφείο ενός σέρβικου χωριού. «Εδώ, εδώ», σκέφτηκε γρήγορα. «Εδώ όπου είναι μαλακό το νιόσκαφτο χώμα! Να ’ρχονται οι μανάδες τα βράδια ν’ ανάψουν τα καντήλια και να μου τραγουδάνε, να ’ρχονται οι νιες την άνοιξη και να μου φέρνουν στεφάνια με λουλούδια!» Και με το που το σκέφτηκε, η μούρη του στράφηκε κάτω και μπήχτηκε στο χώμα. Κανένας κρότος δεν ακούστηκε, μα Θεέ μου τι ήταν αυτό! Χιλιάδες ψυχές πεθαμένων όρμησαν μεσ’ απ’ το σκοτάδι και τον έζωσαν υψώνοντας δικράνια και μπαλτάδες, στριφογυρίζοντας γιαταγάνια και κρατώντας καρυοφύλλια, δαγκώνοντας τις κάμες των μαχαιριών και τις ασφάλειες από τις χειροβομβίδες και γυρνώντας πάνω του τις ξιφολόγχες. Δε χρειάστηκε πολύ να καταλάβει, γιατί ήταν ένα έξυπνο όπλο. Κατάφερε στη στιγμή να πυροδοτήσει ξανά τους προωθητήρες του και τινάχθηκε με ορμή έξω από το χώμα. Ξανάκανε ακριβώς την ίδια διαδρομή, έφτασε στους εκτοξευτές κι έσκασε πάνω στα κεφάλια εκείνων που τον είχαν εξαποστείλει. Πρόλαβε και τα’ άκουσε που βρόντηξαν κούφια κι ύστερα θρυμματίστηκε μαζί τους. Γεμάτος αγαλλίαση.


Επειδή βέβαια ήταν ένα πραγματικά έξυπνο όπλο.

[ ΠΗΓΗ: εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ Πέμπτη 19 Μάιου 1999]