Σάββατο, 2 Απριλίου 2011

ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΚΕΙΜΕΝΟΥ για τη βία στα ΓΗΠΕΔΑ


Η «θρησκεία» του ποδοσφαίρου και ο χουλιγκανισμός: τα αίτια και οι συνέπειες ενός (παρα) «αθλητικού» φαινομένου
      Ο χουλιγκανισμός είναι όρος συνώνυμος με τη βία στα γήπεδα και χρησιμοποιείται για να διακρίνει άτομα, συνήθως νεαρά, που οι ενέργειες τους ξεφεύγουν από τα πλαίσια της νομιμότητας. Τα άτομα αυτά διακατέχονται από τάση για καταστροφή, επιθετικότητα και ανεπίτρεπτη συμπεριφορά. Πρόκειται, σύμφωνα με σχετικές έρευνες για άνδρες, νέους, συνήθως άγαμους, κατοίκους μεγάλων πόλεων μικροαστικής καταγωγής. Η οικονομική τους κατάσταση και το επίπεδο της εκπαίδευσης είναι αυτό του μέσου όρου των κατοίκων.


ΚΥΡΙΟ ΜΕΡΟΣ: για τα αίτια του χουλιγκανισμού
       Η παραβατική συμπεριφορά των νέων είναι διαδεδομένη και θεωρείται από ειδικούς περίπου φυσιολογική, λόγω της φυσικής περιέργειας και του περιπετειώδους πνεύματος που χαρακτηρίζει τα νεαρά άτομα. Οι νεαροί χούλιγκαν, συνήθως, δεν συγκροτούν, κάποια αντικοινωνική ομάδα με διαφοροποιημένες κοινωνικές αξίες, παρόλο που κάποιοι θεωρούν ότι η βία στα γήπεδα είναι κατά κάποιο τρόπο προέκταση αντίστοιχων κοινωνικών φαινομένων. Σ’ αυτό το τελευταίο συνηγορούν τα πολλά προβλήματα της εποχής, το κλίμα αβεβαιότητας και η ανασφάλεια που, επειδή πιέζουν ιδιαίτερα τους νέους, αντιδρούν και εκτονώνονται αρκετές φορές και με αυτό τον τρόπο.
      Ας δούμε, λοιπόν, πώς αρχίζουν να εκδηλώνονται παρόμοια φαινόμενα στο πλαίσιο ενός ποδοσφαιρικού αγώνα. Εκεί, η ψυχαγωγία από το αθλητικό θέαμα μπαίνει σε δεύτερη μοίρα, γιατί υπερτερεί η υποστήριξη της ομάδας προκειμένου να φτάσει στη νίκη με οποιοδήποτε μέσο. Ο θρίαμβος, δηλαδή, της ομάδας γίνεται αυτοσκοπός, κι έτσι τα άτομα «ξεπερνούν» τις όποιες αναστολές τους και αναπτύσσουν ως ομάδα (φανατικών φιλάθλων) συγκεκριμένες βίαιες συμπεριφορές. Από τις φωνές, τα τραγούδια και τα συνθήματα, που στοχεύουν στην καταπτόηση του αντιπάλου και σε πρώτη φάση δεν ξεπερνούν πολύ τα όρια της ευπρέπειας, η απόσταση για την εκδήλωση βιαίας συμπεριφοράς δεν είναι ιδιαίτερα μεγάλη. Ένα φάλτσο σφύριγμα του διαιτητή, μια αντιαθλητική ενέργεια αντίπαλου ποδοσφαιριστή είναι συνήθως το έναυσμα και τα… κέρματα ή τα πλαστικά μπουκάλια «πέφτουν βροχή» στον αγωνιστικό χώρο. Το πρόβλημα αρχίζει να παίρνει διαστάσεις από τη στιγμή που η εχθρική διάθεση εκδηλώνεται επιθετικά σε βάρος άλλων προσώπων (των οπαδών της αντίπαλης ομάδας ή πιο συχνά εναντίον των αστυνομικών) και γίνεται άκρως επικίνδυνο όταν τα… άδεια πλαστικά μπουκάλια αντικαθίστανται από φωτοβολίδες, μολότοφ κι άλλο «εκρηκτικό» υλικό.
      Τις επιθετικές συμπεριφορές πολλαπλασιάζει η δυναμική που έχουν οι οργανωμένες ομάδες και φυσικά η ανωνυμία που εξασφαλίζει το πλήθος. Έτσι, η ποινική καταστολή γίνεται πιο δυσχερής και ο παραδοσιακός αποτρεπτικός της ρόλος περισσότερο ανεπιτυχής. Το γεγονός ότι η βία στα γήπεδα δεν μπορεί να είναι, ως γενικότερο κοινωνικό φαινόμενο, ανεξάρτητο από τη γενικότερη παθογένεια της κοινωνίας καθώς και την επένδυση ισχυρών οικονομικών και πολιτικών συμφερόντων σ’ αυτό το χώρο, το επιβεβαιώνουν παράλληλες συμπεριφορές που εκδηλώνονται σχεδόν πανομοιότυπα, όταν για παράδειγμα μετά από μια ειρηνική διαδήλωση, ομάδα νεαρών ξεφεύγει από την πορεία και προβαίνει σε ανεξέλεγκτες καταστροφές.
      Ο αγχώδης τρόπος ζωής, η έλλειψη χώρου εκτόνωσης και χρόνου ευθύνονται, λοιπόν, για την όξυνση των κρουσμάτων του χουλιγκανισμού. Οι δυσμενείς οικονομικές συνθήκες, η ανεργία, η υποαπασχόληση, ωθούν στην εκτόνωση της συσσωρευμένης ενέργειας των νέων με βίαιους και αθέμιτους τρόπους. Διέξοδος και μέσο αυτοεπιβεβαίωσης αποτελεί η ποδοσφαιρική ομάδα, με την οποία ταυτίζονται «ξεχνώντας» το κοινωνικό και οικονομικό τους αδιέξοδο. Είναι ευάλωτοι όμως και εκτονώνονται με βίαιες μορφές συμπεριφοράς, διότι είναι πλημμελής και ο ρόλος των φορέων της διαπαιδαγώγησης. Η εκπαίδευση προσλαμβάνοντας τεχνοκρατικό χαρακτήρα παραμέλησε τον αθλητισμό και το λεγόμενο αθλητικό ιδεώδες. Μπορεί να υπάρχουν αθλητικές δραστηριότητες στο σχολικό πρόγραμμα, αλλά η έλλειψη υλικοτεχνικής υποδομής μας καθιστούν ουραγούς στον τομέα αυτό σε σχέση με άλλες χώρες που δίνουν έμφαση στην αθλητική παιδεία.
      Στην όξυνση του φαινομένου ιδιαίτερο ρόλο παίζουν τα ΜΜΕ και κυρίως ο αθλητικός τύπος. Η λειτουργία του τελευταίου είναι ταυτισμένη με την εξυπηρέτηση στενών οικονομικών συμφερόντων. Η απόλυτη ταύτιση με την ομάδα, που μπορεί να την προβάλλουν σαν ιδέα για να είναι καλά κρυμμένη η επιχειρηματική δραστηριότητα των επιτηδείων του χώρου, γεννά φανατισμό. Για παράδειγμα, η θεοποίηση των ποδοσφαιριστών και η αποθέωσή τους με τους πηχυαίους τίτλους, προωθεί την κατασκευή φανατικών οπαδών έτοιμων για όλα.


Προτάσεις για την άμβλυνση του φαινομένου
     Αρχικά, η στάση της πολιτείας οφείλει να είναι ασυμβίβαστη και αυστηρή έναντι των διοικήσεων και των παραγόντων που καλλιεργούν το φανατισμό. Οι ποινές, τα πρόστιμα, οι επιτηρήσεις κρίσιμων σημείων, η σωματική έρευνα, η χρησιμοποίηση ειδικά εκπαιδευμένων αστυνομικών και σκύλων, οι εκκλήσεις διάσημων ποδοσφαιριστών για αυτοσυγκράτηση, είναι βέβαια μερικά μέτρα για την απώθηση των ταραχοποιών από τους αθλητικούς χώρους, αλλά για να γίνουν αποτελεσματικά δεν αρκεί μόνο η θέσπιση και η πιστή εφαρμογή μέτρων καταστολής. Πρέπει να προηγούνται λύσεις που θα δίνουν θετική προοπτική στις δραστηριότητες των νέων. Η δημιουργία αθλητικών και πολιτισμικών κέντρων σε συνδυασμό με την αθλητική παιδεία είναι μια διέξοδος που μπορεί να περιορίζει τις εκδηλώσεις βίας.
      Σίγουρα, όμως, για την αντιμετώπιση παρόμοιων προβλημάτων, ειδικά όταν η έκταση και η συχνότητά τους, έχει ξεφύγει από τον έλεγχο, δεν αρκεί η καταστολή. Η διαχείριση των προβλημάτων που δημιουργεί η παραβατική συμπεριφορά των φανατικών φιλάθλων πρέπει να στοχεύει στην πρόληψη. Και η πρόληψη είναι σχεδόν αδύνατη αν δεν χτυπηθεί το «κακό» στη ρίζα του. Και η ρίζα δεν είναι άλλη από τις κρίσιμες οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες που βρίσκονται στη βάση αυτών των βίαιων συγκρούσεων. Αυτή η πρόταση είναι η πολυτιμότερη αλλά και η δυσκολότερη στην εφαρμογή της. Γιατί συνεπάγεται ένα τεράστιο πρόγραμμα κοινωνικής αναμόρφωσης που εκτείνεται πέρα από τα όρια του ποδοσφαίρου.


Κατακλείδα/ συμπεράσματα
      Το ποδόσφαιρο έχει αναχθεί σε ένα μείζονος σημασίας αθλητικό γεγονός που το παρακολουθεί με ενδιαφέρον η πλειοψηφία του ανδρικού πληθυσμού της Γης. Είναι μάλιστα, όπως λεν οι ειδικοί, σε επίπεδο διασκέδασης και ψυχαγωγίας, το πιο ενδεικτικό παράδειγμα της μαζικής κοινωνίας μας και ίσως και η ταυτότητά της. Με το συναρπαστικό θέαμα, τη σκληρότητα, την αντοχή και την ομαδική τεχνική που συνδυάζει, προσελκύει το κοινό, το στεγάζει κάτω από την ίδια ομάδα και δίνοντας τη ψευδαίσθηση της ισότητας και της συλλογικότητας, προσφέρει νόημα και σκοπό στην ανερμάτιστη νεολαία της εποχής μας. Είναι, ούτε λίγο ούτε πολύ μια μορφή «θρησκείας» που στρατολογεί φανατικούς οπαδούς έτοιμους να τα δώσουν όλα για την ιδέα, που είναι η ομάδα τους. Ως ιδέα η ομάδα απαιτεί προσήλωση, ξεσηκώνει και ενώνει το ετερόκλητο πλήθος με ύμνους, σημαίες και πανηγυρισμούς. Χωρίς την άμεση απειλή κυρώσεων, αφού η ομάδα αναδεικνύει συνυπεύθυνους και τελικά απαλλάσσει από τις ατομικές ευθύνες τους οπαδούς, η επιθετικότητα βρίσκει έκφραση, γίνεται ιδεολογία και τρόπος ζωής. Είναι, λοιπόν, πολύ δύσκολα να βρεθεί αποτελεσματική λύση για ένα τόσο πολύπλοκο και δύσκολο πρόβλημα.