Πέμπτη, 28 Απριλίου 2011

Κωστής Παπαγιώργης, Ανοχύρωτη Πόλη


Η πόλη ξαφνικά έγινε εχθρική, σάπιο σανίδι, φάκα για μικρούς και μεγάλους, δωρεάν φροντιστήριο εγκληματικότητας και τα μπουμπούκια διαρκώς θα πληθαίνουν.


Υπήρχε εποχή που τη βγάζαμε αλάνικα και που «δέναν τα σκυλιά με τα λουκάνικα»; Πιθανότατα, αφού το λέει και το τραγούδι. Μόνο που τώρα τα πράγματα τσίτωσαν επικίνδυνα, η πόλη ξαφνικά έγινε εχθρική, σάπιο σανίδι, φάκα για μικρούς και μεγάλους. Προχθές, σε φιλικό φαρμακείο, ένας ευτραφής κύριος διηγούνταν πως (τρεις τον αριθμό) όχι μόνο του πήραν το αυτοκίνητο αλλά, μόλις προέβαλε αντίσταση, τον πέταξαν χάμω, του αφαίρεσαν ό,τι χρήμα είχε πάνω του, του μαύρισαν το μάτι και, αφού του πήραν τα κλειδιά, έφυγαν προς άγνωστη κατεύθυνση. Αλλά και η φαρμακοποιός είχε να πει τη δική της ιστορία. Κάπου στα Μεσόγεια, οπλισμένοι με καλάσνικοφ, εισέβαλαν σε έναν γάμο και ξάφρισαν ό,τι είχαν και δεν είχαν οι εορτάζοντες. Στα περίχωρα του Κολωνακίου, ένας κύριος προχωρημένης ηλικίας εθέαθη ημίγυμνος, με τα σώβρακα και τη σαρκοφάνελα καταμεσής του δρόμου, να επιστρέφει στο σπίτι του μετά το ξεγύμνωμα που υπέστη. Μια στενή μας φίλη πήγαινε αμέριμνη με το αυτοκίνητό της στην Αγησιλάου για να προμηθευτεί εισιτήριο για κάποια θεατρική παράσταση, οπότε έπεσε στην παγίδα. Η μάγκα των Ρώσων της χτύπησε το μπροστινό παράθυρο: «Προμπλέμα! Προμπλέμα!». Προτού καν προλάβει να κατεβάσει το τζάμι, είχαν ανοίξει την πίσω πόρτα -ξεκλείδωτη!- και της είχαν αφαιρέσει την τσάντα με όλα τα συμπράγκαλα.
      Το νέο δεδομένο, που αφορά πλέον όλα τα σπίτια, είναι ότι οι Αθηναίοι κοιμούνται λίγο πολύ με ορθάνοιχτες πόρτες. Οι κλειδαριές δεν αντέχουν. Τα παράθυρα επίσης. Οι πόρτες ασφαλείας κατάντησαν παιχνιδάκι. Η γνωστή κλειδαριά με το μεγάλο κλειδί που γυρίζει τέσσερις φορές και άφηνε μιαν αίσθηση σιγουριάς τώρα ανθίσταται μόνο για μερικά δεκάλεπτα. Ειδικά αν ο ιδιοκτήτης είναι μέσα στο σπίτι και έχει το κλειδί στην κλειδαριά, ο διαρρήκτης έχει λύσει το πρόβλημα μέσα σε δέκα λεπτά. Βέβαια, υπάρχουν και οι εσωτερικές μπάρες που δεν παλεύονται, αλλά ποιος αμπαρώνεται; Αλλά και αμπαρωμένος να πέσει να κοιμηθεί, ο Ρουμάνος -που κάποτε δούλευε σε τσίρκο και είναι γάτος μοναχός- αναρριχάται στο πίτσι φυτίλι από μπαλκόνι σε μπαλκόνι, φτάνει στη βεράντα και βέβαια δεν τον σταματά το στόρι, το τζάμι ή ό,τι άλλο θεωρείται εγγύηση ασφαλείας.
      Ο λαδάς από την Πελοπόννησο -καλό το λάδι φέτος!- μας διηγήθηκε τη δική του (γνωστή) ιστορία. Στο χωριό είχε εμφανιστεί μια δράκα ξένων που κινούνταν περίεργα. Τι γυρεύει ο ψαράς μέσα στη χώρα; Οι χωριανοί το κατάλαβαν όταν ξημέρωσε. Τρία σπίτια είχαν «χτυπηθεί», όσο για τον λαδά, τους είχε «δεχτεί» στο σπιτικό του ξυπνώντας με βαρύ κεφάλι και παρατηρώντας κάποια αναστάτωση μέσα στο νοικοκυριό του. Από πού μπήκαν; Από τα παράθυρα, βέβαια, για τα οποία ήταν περήφανος ότι δεν υπάρχει τρόπος να παραβιαστούν.
      Οι κλέφτες είναι μανούλες σε αυτήν τη χορογραφία: αναρριχώνται, παραβιάζουν τις πόρτες ή τα παράθυρα, προχωρούν γατοπατώντας, ρίχνουν αναισθητικό στους κοιμισμένους νοικοκύρηδες και αναχωρούν πλουσιότεροι. Τι γίνεται όμως αν τους βρουν ξύπνιους; Τις προάλλες, ένας Κυψελιώτης που διατηρούσε κατάστημα στην Αμερική, είχε βάλει σεβαστό ποσό στη βαλίτσα του και περίμενε να περάσει η νύχτα για να αναχωρήσει προς τη δεύτερη πατρίδα του. Δυστυχώς, η νύχτα δεν πέρασε• οι διαρρήκτες (στον έκτο όροφο παρακαλώ) εισέβαλαν από το μπαλκόνι, τον έδεσαν, τον φίμωσαν και ο άτυχος επιχειρηματίας πέθανε από ασφυξία. Οι ηλικιωμένοι που ζουν μονάχοι -γερόντια, υπέργηρες κυρίες, συνταξιούχοι χωρίς παιδιά, φτωχόκοσμος με μικρή μοίρα στον ήλιο- δέχονται επιθέσεις, τρώνε άγριο ξύλο, χάνουν τα ελάχιστα μπικικίνια που διαθέτουν και μένουν με την απορία.
      Απαραίτητο εν προκειμένω θα ήταν να μπορούσαμε να μιλήσουμε και από την πλευρά των κλεφτών. Αλλά πού τέτοια πολυτέλεια; Κατά συνέπεια, μαντεύουμε τις προθέσεις τους διαβάζοντας τα έργα τους. Την κλοπή δεν χρειάζεται να τη σχολιάσουμε. Πρόκειται για αυτοσχέδια αναδιανομή του εισοδήματος. Ο φόνος όμως; Ανακαλώντας τη λέξη του Θουκυδίδη, πρέπει να τονίσουμε ότι ο υπόκοσμος «σιδηροφορεί». Δεν γίνεται αλλιώς. Μαχαίρι ή κούφιο είναι απολύτως απαραίτητα εργαλεία του επαγγέλματος. Ο κλέφτης δεν μπαίνει με κέρινη μύτη στο φούρνο. Πρέπει να εισβάλει ισχυρός στο ξένο σπίτι ή στο βενζινάδικο ή στην τράπεζα και να φύγει ισχυρότερος. Κατά συνέπεια, πάσα εμπλοκή θα βαρύνει τον πελάτη.
      Προχθές, στη Θεσσαλονίκη, για ένα παρκάρισμα, μια ομάδα Αλβανών μαχαίρωσε πατέρα και γιο επειδή τόλμησαν να αντιδράσουν. Ένας απόστρατος στρατιωτικός στα Πατήσια πυροβολήθηκε στο κεφάλι για τριακόσια ευρώ. Εδώ έχουμε να κάνουμε με άλλη τεχνοτροπία. Αυτός που πυροβολεί το θύμα του κατακέφαλα, ενώ κάλλιστα θα μπορούσε να το τρομοκρατήσει πυροβολώντας το στο πόδι, για παράδειγμα, τεκμηριώνει μαφιόζικη νοοτροπία που υποδεικνύει ρώσικη μαφία. Αυτοί δεν συγχωρούν. Τον φόνο τον έχουν παιχνίδι. Όπως και οι Αλβανοί φυλακόβιοι που, πριν από μερικά χρόνια, έριχναν χειροβομβίδες σε υπόγεια όπου κατοικούσαν αντίπαλες ομάδες.
      Άρα, η πρωτεύουσα είναι πια οιονεί ανοχύρωτη πόλη, ζητάει επειγόντως σωματοφύλακα, χρηματοφύλακα, χωροφύλακα και αποκλείεται να τον βρει στο πρόσωπο μερικών χιλιάδων αστυνομικών που αδυνατούν να αντιμετωπίσουν τον πολυμέτωπο πόλεμο ο οποίος ξεσπάει για λίγα λεπτά σε κάποιο διαμέρισμα, σε κάποιο βενζινάδικο ή τράπεζα και κατόπιν οι δράστες γίνονται καπνός. Πέντε εκατομμύρια κάτοικοι φοβούνται μερικές ομάδες διαρρηκτών και τοιχωρύχων;


Όσο περισσότεροι οι κάτοικοι τόσο μεγαλύτερος ο φόβος. Η μεγάλη πόλη είναι δωρεάν φροντιστήριο εγκληματικότητας και τα μπουμπούκια διαρκώς θα πληθαίνουν.
[Κωστής Παπαγιώργης, Πηγή: http://www.lifo.gr ]


ΑΣΚΗΣΗ: αναγνώριση γραμματειακού είδους: άρθρο, δοκίμιο, επιφυλλίδα ή χρονογράφημα; Με στοιχεία από το περιεχόμενο, τη δομή και τη γλώσσα, να κατατάξετε το κείμενο του Κωστή Παπαγιώργη, σε μια από τις παραπάνω κατηγορίες