Τρίτη, 31 Μαΐου 2011

Τα σταφύλια της οργής αγανακτισμένων 2011 μ.Χ.


Τα σταφύλια της οργής αγανακτισμένων 2011 μ.Χ. Παθητική επανάσταση ή ένα καζάνι που βράζει;

Πού πηγαίνει αυτή η χώρα;
Ο Κανένας υπάρχει. Και είναι κι αυτός ένας απλός άνθρωπος σαν κι εμάς.

Το πολιτικό σύστημα είχε μέχρι τώρα συνηθίσει στην απρόσωπη παρουσία του, στα δισδιάστατα διαγράμματα των δημοσκοπήσεων που μετρούσαν την αποχή, όπου κατοικούσε εδώ και πολύ καιρό. Μόλις όμως αυτός ο Κανένας απέκτησε ξαφνικά τρισδιάστατη υπόσταση, με πρόσωπο, σάρκα και οστά και με τον δικό του ιδιόρρυθμο τρόπο διεκδικεί τη συμμετοχή του στα κοινά, το πολιτικό σύστημα στέκεται μπροστά του με αμηχανία.

«Ταξίδεψα σε κάθε γωνιά της χώρας», έλεγε ο Τζον Στάινμπεκ, που στα «Σταφύλια της οργής» περιέγραφε τα πάθη των ανθρώπων της αμερικανικής υπαίθρου μετά την καταστροφή τους από την οικονομική κρίση της δεκαετίας του 1930. Και όλοι με ρωτούσαν το ίδιο πράγμα: πού πηγαίνει αυτή η χώρα;

Αυτή η απορία, αυτή η αγωνία, αυτή η επίγνωση πως τα πράγματα δεν πηγαίνουν καλά, θα μπορούσε να αποτελέσει από μόνη της ένα πολιτικό πρόγραμμα ή έστω την απαρχή του. Αυτή ακριβώς είναι η κινητήρια δύναμη που βγάζει σήμερα τους νέους στις πλατείες των ευρωπαϊκών μεγαλουπόλεων. Ένα μέρος του πολιτικού συστήματος, αυτό που κυβερνά, τους αντιμετωπίζει τουλάχιστον για την ώρα με ανοχή. Και ένα άλλο, αυτό που βρίσκεται στην αντιπολίτευση, τους βλέπει με δυσπιστία. Τη στάση των κυβερνώντων έχει ήδη εξηγήσει ο Γκράμσι, όταν έγραφε για την «παθητική επανάσταση», δηλαδή για την εξουσία που επιτρέπει μικρές συμβολικές κινήσεις εκτόνωσης, με την ελπίδα πως θα μπορέσει έτσι να αποφύγει τη μαζική δυσαρέσκεια του λαού. (...)
Η στάση όμως του αντιπολιτευόμενου μέρους του πολιτικού συστήματος είναι ανεξήγητη. Μολονότι δυσκολεύεται να επικοινωνήσει με την κοινωνία (αυτοί που μαύρισαν τον Θαπατέρο, ψήφισαν μαζικά τη Δεξιά), δείχνει απροθυμία να χορηγήσει πιστοποιητικό «πολιτικής νομιμοφροσύνης» σε ένα μεγάλο τμήμα της -και μάλιστα κυρίως νεανικό- που σήμερα πλημμυρίζει τις ευρωπαϊκές πλατείες. Επικρίνει την πολιτική ασάφεια των διαδηλώσεων. Και δεν τις θεωρεί ένδειξη λαϊκής ισχύος. (...)

Η αγανάκτηση των νέων για τις κοινωνικές ανισότητες, οι φόβοι τους μπροστά στις δυσκολίες της καθημερινής τους ζωής, η επίγνωση πως θα είναι οι πρώτοι νέοι στην Ιστορία που θα ζήσουν χειρότερα από τους γονείς τους, ξαναφέρνουν στο προσκήνιο της πολιτικής ένα μεγάλο τμήμα της κοινωνίας που μέχρι τώρα έμενε στο περιθώριο. Αν δεν έχει (ακόμη) οργανωμένη πολιτική έκφραση, το φταίξιμο γι' αυτό δεν πέφτει στους νέους, αλλά σε εκείνα τα κόμματα που μολονότι, θεωρητικά και ιστορικά, τους έπεφτε αυτό το χρέος, απέτυχαν να εκφράσουν τις προσδοκίες τους. Ας μην ψάχνουν λοιπόν τη λύση μακριά τους, όταν βρίσκεται μπροστά τους».
[ΠΗΓΗ «Όποιος δεν καταλαβαίνει, του Ρούσσου Βρανά από ΤΑ ΝΕΑ]