Σάββατο, 9 Ιουλίου 2011

Πού πας αφέντη μέρμηγκα και είσαι… αγανακτισμένος!

Κάποτε θα ξυπνήσουμε από το λήθαργο.
 
Ποτέ άλλοτε δεν αισθανόμασταν τόσο ανήμποροι έναντι της εξουσίας και όσων παίρνουν τις αποφάσεις που καθορίζουν την τύχη μας, όσο στις μέρες μας.

Καθημερινά σχεδόν, αρνητικές ειδήσεις μάς βομβαρδίζουν μέσω των περισσότερων από τα ΜΜΕ, κάνοντας τους πιο πολλούς από εμάς να αισθανόμαστε ανήμποροι να αντιδράσουμε, αφού πάντα την κάθε νέα απόφαση συνοδεύει η ανάγκη που υποτίθεται ότι επιτάσσει η συμφωνία μας με το ΔΝΤ.

Αν, θεωρητικά πάντα, σκεφθεί κανείς ότι από το 1950 και μετά κάθε μέρα λέγαμε ότι η κατάσταση βελτιώνεται προς το καλύτερο, σήμερα η κατάσταση καθημερινά χειροτερεύει και ουσιαστικά η μόνη μας ελπίδα είναι ότι απλώς ζούμε έναν εφιάλτη όνειρο και ξυπνώντας, όλα θα είναι όπως πριν.

Η αλήθεια είναι βέβαια ότι κάποτε θα ξυπνήσουμε από τον λήθαργο στον οποίο έχουμε πέσει ως λαός, μη μπορώντας να αντιδράσουμε ούτε μέσα από τις νόμιμες διαδικασίες που μας προσφέρει το Σύνταγμά μας, αλλά και η σημερινή κατάσταση, πάντα θεωρητικά, δεν μπορεί να συνεχισθεί για πάντα.

Ο καθένας έχει τις απόψεις του για το ποιος μας οδήγησε σ' αυτή την κατάσταση, αλλά σίγουρα ελάχιστοι θα πιστεύουν ότι υπεύθυνοι είναι οι απλοί εργαζόμενοι, που σαν μυρμήγκια εδώ και χρόνια κουβαλάνε αγόγγυστα τα περισσότερα βάρη, οικονομικά ή υλικά, ενώ και το μεγαλύτερο μέρος των συνταξιούχων δεν ανήκει στην πλευρά των προνομιούχων που κατάφεραν να βγουν στη σύνταξη ακόμα και σε ηλικία 35-40 ετών. Αυτοί που πήραν τελικά σύνταξη, αν επέζησαν από τις δύσκολες συνθήκες εργασίας στα 65 τους χρόνια, σπάνια ξεπερνούν σε μηνιαίες αποδοχές τριψήφιο αριθμό σε χρήματα.

Τα μυρμήγκια λοιπόν θα είναι το σημερινό μας θέμα, μυρμήγκια που πάντα σχεδόν αποτελούν την εύκολη λεία των ισχυρών, εξ ου και φράσεις όπως: Θα σε λιώσω σαν μυρμήγκι.

Ελληνικά μυρμήγκια που, όχι λόγω κλίματος, έχουν την ατυχία να ζούνε σε μια χώρα στην οποία τα τζιτζίκια διαβιούν συνήθως εις βάρος τους ανατρέποντας τον μύθο του Αισώπου.

Η διαφορά στην πραγματική ζωή είναι ότι έχουν γραφτεί περισσότερα τραγούδια για τα μυρμήγκια, σε σχέση με τα τζιτζίκια, τα οποία τραγουδούν μόνα τους και δεν έχουν ανάγκη από τις ανθρώπινες φωνές, αφού είναι ικανοί τραγουδιστές.

Η Μαρίζα Κωχ ήταν αυτή που ξανάφερε στην επικαιρότητα στη δεκαετία του '70 το παραδοσιακό τραγούδι Πού πας, αφέντη μέρμηγκα:

Πού πας αφέ-, πού πας αφέντη μέρμηγκα και είσ' αρματωμένος, και είσ' αρματωμένος

Λέλεμ του, λέλεμ του, λέλεμ του και βόι βόι βόι, λέλεμ του, λέλεμ του, λέλεμ του και ταμ τουμ του.

Εχω 'να αμπέ-, έχω 'να αμπέλι στο γιαλό και πάω να το τρυγήσω, και πάω να το τρυγήσω.

Λέλεμ του, λέλεμ του...

Ο Μέρμηγκας του Μάνου Λοΐζου είναι εξίσου αγαπητός:

Ενας μέρμηγκας κουφός με πήρε απ' το χέρι. Είμαι λέει ο πιο σοφός σ' ολόκληρο τ' ασκέρι.

Και τα μικρά του τα μερμηγκάκια χειροκροτάνε μ' ενθουσιασμό

εν-δυο προσκυνάμε, εν-δυο πολεμάμε, εν-δυο δεν πεινάμε.

Ξέρω ανθρώπους που σταθερά, όποτε τους το επέτρεπε ο χρόνος τους, τάιζαν τα μυρμήγκια ρίχνοντας ψίχουλα γύρω από τις μυρμηγκοφωλιές τους. Αντιθέτως, όλο και περισσότερο λιγοστεύουν οι άνθρωποι που θέλουν να βοηθούν ανήμπορους οικονομικά συνανθρώπους μας και προτιμούν, εκμεταλλευόμενοι τη δομή της παγκόσμιας οικονομίας, να αυξάνουν όλο και περισσότερο τα πλούτη τους, παρ' ότι το 10% της περιουσίας τους, όπως γράφουν οι ειδικοί, θα ήταν αρκετό να διαγράψει το χρέος της χώρας τους, και αυτό λογικά θα ισχύει για όλο τον λεγόμενο δυτικό κόσμο και κατά συνέπεια και για τη δικιά μας χώρα, που παλαιότερα έβριθε από ευεργέτες που δώριζαν στο κράτος αμύθητα περιουσιακά τους στοιχεία.

Ο Λαυρέντης Μαχαιρίτσας, που είχε φτιάξει τους Τερμίτες, βλέπει επαναστατική διάθεση στη συμπεριφορά του τζίτζικα στο τραγούδι Ο Τζίτζικας, που έγραψαν οι Γιάννης Ζαχαρόπουλος και Γιάννης Μυλωνάς:

Μου είναι λίγο δύσκολο να λέω ναι συνέχεια

και πού και πού να στέκομαι σε στάση προσοχής.

Να γίνομαι ρεντίκολο ζητώντας τους ρουσφέτια

ούτε που να το σκέφτομαι, είναι θέμα αρχής.

Μέσα στον κόσμο αρνήθηκα τα πράγματα τ' ανήθικα κι απ' τη ζωή του μέρμηγκα

προτίμησα τον τζίτζικα.

Τη σημερινή κατάσταση είχε συνειδητοποιήσει από το 1984 ο Μάνος Ελευθερίου στο τραγούδι του Χρήστου Νικολόπουλου Η Διαθήκη, με τη Χαρούλα Αλεξίου:

Στη διαθήκη σας εγώ δεν έχω θέση σαν το μυρμήγκι με είχατε όλοι από καιρό

και εγώ που έχω με το τίποτα πονέσει και μ' ένα ψίχουλο συνήθισα να ζω.

Στήριγμα στη σημερινή σχέση μας με το μυρμήγκι δίνει το ομώνυμο τραγούδι του Ηρακλή Τριανταφυλλίδη: Δεν είναι η ζωή μόνο δουλειά

κι ούτε ανήκει σ' αυτούς που 'χουν λεφτά απ' αύριο μην είσαι δούλος άλλων

των αρχιλογιστών και των μεγάλων.

Δουλεύεις σαν μυρμήγκι και σου 'χουν βγάλει το ξύγκι

δεν προλαβαίνεις να σκεφτείς και τίποτ' άλλο γιατί σου κάνουν πλύση εγκεφάλου.

Το Αεροπλάνο ήταν μία από τις μεγαλύτερες επιτυχίες του Κώστα Χατζή, στην οποία εκφράζει, πάντα με επιλεγμένους στίχους (Σώτια Τσώτου), τις απόψεις του για τα πράγματα:

Όταν κοιτάς από ψηλά, μοιάζει η γη με ζωγραφιά

και συ την πήρες σοβαρά, και συ την πήρες σοβαρά

Μοιάζουν τα σπίτια με σπιρτόκουτα. Μοιάζουν μυρμήγκια οι ανθρώποι.

Το μεγαλύτερο ανάκτορο μοιάζει μ' ένα μικρούλι τόπι.

Κι όλοι αυτοί που σε πικράνανε, από ψηλά αν τους κοιτάξεις,

θα σου φανούν τόσο ασήμαντοι, που στη στιγμή θα τους ξεχάσεις.

Ο Προορισμός του Φοίβου Δεληβοριά μάς προβληματίζει για τη μη συμμετοχή μας σ' αυτά που συμβαίνουν σε καθημερινή βάση γύρω μας:

Το σίγουρο είναι ότι ξεκίνησα πάλι αργά και πάω με τα πόδια συνέχεια χαζεύω, κοιτάζω

Μυρμήγκια που σκάβουν στου κόσμου το ρήμαγμα

Μου λένε να σκάψω λιγάκι κι εγώ, μα διστάζω.

Κι αν είμαι σε κάτι στ' αλήθεια καλός, φοβάμαι πως είναι το αμήχανο βήμα.

Μα εκεί προς το μέρος σου λάμπει ένα φως που δείχνει πως είσαι ο προορισμός.

Μυρμήγκια και τζιτζίκια έχουν τη θέση τους στο Σώμα καλοκαιριού του Οδυσσέα Ελύτη, που μελοποίησε στο άλμπουμ Ήλιος ο πρώτος, ο Γιάννης Μαρκόπουλος, με ερμηνευτή τον Σταύρο Πασπαράκη (1969):

Πάει καιρός που ακούστηκεν η τελευταία βροχή

(πάνω από τα μυρμήγκια και τις σαύρες)

Τώρα ο ουρανός καίει απέραντος,

(τα φρούτα βάφουνε το στόμα τους),

της γης οι πόροι ανοίγουνται σιγά σιγά

(και πλάι απ' το νερό που στάζει συλλαβίζοντας)

ένα πελώριο φυτό κοιτάει κατάματα τον ήλιο

Ποιος είναι αυτός που κείτεται στις πάνω αμμουδιές

(ανάσκελα φουμέρνοντας ασημοκαπνισμένα ελιόφυλλα)

Τα τζιτζίκια ζεσταίνονται στ' αυτιά του

Τα μυρμήγκια δουλεύουνε στο στήθος του

Σαύρες γλιστρούν στη χλόη της μασχάλης

κι από τα φύκια των ποδιών του αλαφροπερνά ένα κύμα

σταλμένο απ' τη μικρή σειρήνα που τραγούδησε.

Στον ουρανό φτάνουν ακόμη και οι προσευχές του μυρμηγκιού, λέει μια γιαπωνέζικη παροιμία. Ας ελπίσουμε ότι οι ισχυροί του πλανήτη μας θα πάψουν να βλέπουν σαν μυρμήγκια τον ανθρώπινο πληθυσμό του, αλλά και τα υπόλοιπα πλάσματα που κατοικούν σ' αυτόν, οδηγώντας τα με την τακτική τους στον αφανισμό.

[ΠΗΓΗ: Κώστας Ζουγρής, ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑΣ 9/7/2011]