Τρίτη, 12 Ιουλίου 2011

Ο υπερθετικός βαθμός της χυδαιότητας των Γερμανών

Πλεονεκτήματα αποπροσανατολισμού

Μιας και τα επεισόδια είναι απαραίτητα και μάλιστα αποτελούν το κύριο μέρος ενός ιστορικού αφηγήματος, έχουμε συμπεριλάβει την εκτέλεση εκατό πολιτών που απαγχονίζονται στην κεντρική πλατεία, δυο μοναχών που καίγονται ζωντανοί, την εμφάνιση ενός κομήτη, περιγραφές που αξίζουν όσο εκατό κονταρομαχίες και έχουν το πλεονέκτημα να απομακρύνουν το νου του αναγνώστη από το κεντρικό γεγονός.

Κεντρικό γεγονός οι Γερμανοί, το κατώτερο είδος ανθρώπων, όπως τους αποκαλύπτει ο άγνωστος (και από τον εαυτό του) αφηγητής, αδιάκριτα παρακολουθώντας τα ίχνη που αφήνει η πένα του πάνω στα χαρτιά (επίκαιρο απόσπασμα από το τελευταία μυθιστόρημα του Ουμπέρτο Έκο «ΤΟ ΚΟΙΜΗΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΠΡΑΓΑΣ», Εκδόσεις Ψυχογιός, σελ. 18-19)


Τους Γερμανούς τους γνώρισα και δούλεψα γι’ αυτούς: το κατώτερο είδος ανθρώπων που μπορεί να διανοηθεί κανείς. Ο Γερμανός παράγει κατά μέσο όρο τον διπλάσιο όγκο περιττωμάτων από έναν Γάλλο. Υπερβολική δραστηριότητα των εντέρων και ελλιπής του εγκεφάλου, πράγμα που αποδεικνύει την κατωτερότητα της φυσιολογίας τους. Την εποχή των βαρβαρικών εισβολών, οι γερμανικές ορδές διάνθιζαν τη διαδρομή τους με παράλογες ποσότητες σωματικών εκκριμάτων. Εξάλλου, ακόμα και κατά τους προηγούμενους αιώνες, ο Γάλλος ταξιδιώτης καταλάβαινε αμέσως αν είχε διασχίσει τα σύνορα της Αλσατίας, χάρη στο αφύσικο μέγεθος των περιττωμάτων που έβλεπε κατά μήκος των δρόμων. Και όχι μόνο: χαρακτηριστικό του Γερμανού είναι η βρομίδρωση, η άσκημη δηλαδή μυρωδιά του ιδρώτα, και έχει αποδειχθεί ότι τα ούρα ενός Γερμανού περιέχουν 20% άζωτο, ενώ των άλλων φυλών μόλις 15%.

       Ο Γερμανός ζει σε μια κατάσταση διαρκούς εντερικής αμηχανίας, που οφείλεται στην υπερβολική μπίρα και στα χοιρινά λουκάνικα που καταβροχθίζει. Τους είδα ένα βράδυ, στη διάρκεια του μοναδικού ταξιδιού μου στο Μόναχο, σ’ εκείνους τους ιερόσυλους ναούς τους, γεμάτους καπνούς, όπως τα εγγλέζικα λιμάνια, να ζέχνουν λίπος και λαρδί. Κάθονταν ακόμα και δυο-δυο, εκείνος κι εκείνη, με τα χέρια σφιγμένα γύρω από κάτι μπουκάλια μπίρας που θα ξεδιψούσαν ακόμα και μια αγέλη παχύδερμων, μύτη με μύτη, σ’ ένα κτηνώδη ερωτικό διάλογο, σαν δυο σκυλιά που μυρίζονται, με τα θορυβώδη και άχαρα γέλια τους, την ασαφή λαρυγγική ευθυμία τους, γυαλίζοντας από το μόνιμο λίπος που καλύπτει τα πρόσωπα και τα σώματά τους, σαν το λάδι στην επιδερμίδα των αρχαίων αθλητών του ιπποδρόμου.

Γεμίζουν το στόμα τους με το GEIST τους, που πάει να πει πνεύμα, αλλά είναι το πνεύμα του ζύθου τους. Τους αποβλακώνει από νέους και γιατί εξηγεί πέρα από το Ρήνο, δεν δημιουργήθηκε ποτέ κάτι ενδιαφέρον στην τέχνη, εκτός από ορισμένους πίνακες με αποτρόπαια μούτρα και από ποιήματα θανατηφόρας ανίας. Κι ας μην μιλήσουμε για τη μουσική τους: δεν λέω για εκείνον τον ατζαμή και πένθιμο Βάγκνερ που τώρα ξετρελαίνει ακόμα και τους Γάλλους, μα από το λίγο που έχω ακούσει, και σοι συνθέσεις εκείνου του Μπαχ τους στερούνται εντελώς αρμονίας, είναι ψυχρές σαν μια χειμωνιάτικη νύχτα, ενώ οι συμφωνίες εκείνου του Μπετόβεν είναι ένα όργιο βαρβαρότητας.

Η κατάχρηση της μπίρας τους κάνει ανίκανους να σχηματίσουν την παραμικρή ιδέα για τη χυδαιότητά τους, αλλά ο υπερθετικός βαθμός της χυδαιότητας αυτής είναι ότι δεν ντρέπονται που είναι Γερμανοί. Πήραν στα σοβαρά έναν λαίμαργο και λάγνο μοναχό όπως το Λούθηρο (μπορεί να παντρευτεί μια μοναχή;), μόνο και μόνο επειδή κατέστρεψε τη βίβλο, μεταφράζοντάς τη στη γλώσσα τους. Ποιος είναι αυτός που είπε ότι έχουν κάνει κατάχρηση των δυο μεγάλων ευρωπαϊκών ναρκωτικών, του αλκοόλ και του Χριστιανισμού;

Θεωρούν τους εαυτούς τους βαθείς, επειδή η γλώσσα τους είναι αόριστη, δεν έχει τη σαφήνεια της γαλλικής και ποτέ δεν λέει ακριβώς αυτό που θα έπρεπε, έτσι που κανένας Γερμανός δεν ξέρει τι ακριβώς θέλει να πει, -και μπερδεύει αυτή την ασάφεια με το βάθος. Με τους Γερμανούς είναι όπως με τις γυναίκες, δεν φτάνεις ποτέ στο βάθος. Δυστυχώς, αυτή την κάθε άλλο παρά εκφραστική γλώσσα, με τα ρήματα που, καθώς διαβάζεις, πρέπει να ψάχνεις εναγωνίως με το βλέμμα, διότι δεν βρίσκονται ποτέ εκεί που θα έπρεπε, ο παππούς με ανάγκασε να μάθω από μικρός –δεν είναι ν’ απορεί κανείς , τέτοιος φιλοαυστριακός που ήταν. Και έτσι, αυτή τη γλώσσα, όσο και τον Ιησουίτη που ερχόταν να μου τη διδάξει, χτυπώντας με τη βέργα τα δάχτυλά μου.
   
[μικρό απόσπασμα από το τελευταίο μυθιστόρημα του ΟΥΜΠΕΡΤΟ ΕΚΟ «Το Κοιμητήριο της Πράγας», που μας μεταφέρει στον αθέατο 19ο αιώνα των πλαστογράφων, των κατασκόπων, των συνωμοσιών και των μασόνων. Αυτό που κυρίως συμβαίνει στο νέο μυθιστόρημα του πολυσχιδούς Ουμπέρτο Έκο είναι η γοητεία του πολύπλοκου και φανταστικού κόσμου που περιγράφει, κοιτώντας πάντα λοξά σε συμπεριφορές αναγνωρίσιμες, σε μύθους που ταλανίζουν τις αντιλήψεις μας και που στοιχειώνουν τις επιλογές μας. Κι όλα αυτά με αδυσώπητο χιούμορ]