Τρίτη, 4 Οκτωβρίου 2011

Η γλώσσα είναι αυτό που διακρίνει τον άνθρωπο από τα άλλα ζώα


Η ιστορία του ανθρώπου είναι η ιστορία του λόγου του

1ο ΚΕΙΜΕΝΟ: Γλώσσα και Άνθρωπος (του Βασίλη Λιάπη)
 

     Η ιστορία του ανθρώπου είναι η ιστορία του λόγου του. Η γλώσσα είναι αυτό που διακρίνει τον άνθρωπο από τα άλλα ζώα. Ξεκίνησε, βέβαια, η ομιλία πριν από χιλιάδες χρόνια ως όργανο επικοινωνίας ανάμεσα στα μέλη μιας ανθρώπινης ομάδας, και φαίνεται να αληθεύει η υπόθεση ότι η συνεννόηση προηγήθηκε της νόησης. Και στα ζώα, παρατηρεί η ζωοσημειολογία, η ίδια ανάγκη επικοινωνίας γέννησε τα ποικίλα επικοινωνιακά τους συστήματα, που παρέμειναν και παραμένουν στο επίπεδο της αυτοματικής πράξης.

     Στον άνθρωπο, αντίθετα, η ικανότητα επικοινωνίας κατορθώθηκε όχι μόνο ως αυτοματική πράξη αλλά και ως λεκτική πράξη. Με τον καιρό δηλαδή ξεπεράστηκε η αυτοματική αντίδραση –το αίσθημα, η «δυνάμει» συνείδηση, και η ανθρώπινη υπόσταση κατόρθωσε με τη λέξη το «ενεργεία» συνειδέναι. Τότε ακριβώς, ο λόγος συνέπεσε με τη συνείδηση, έγινε η λεκτική κρυστάλλωσή της. Και από τότε η γλώσσα απόχτησε τη δύναμη να αναλύει την εμπειρία σε θεωρητικά στοιχεία και να βοηθά τον άνθρωπο να ξεπεράσει τον άμεσα δοσμένο στις ατομικές του εμπειρίες κόσμο.

     Από τα παραπάνω γίνεται κατανοητό ότι ο κόσμος που γνωρίζει ο άνθρωπος είναι ο κόσμος της γλώσσας. Τον ζει και τον γνωρίζει μέσα από τις λέξεις. Ο κόσμος της αίσθησης, του «αισθάνεσθαι», αποχωρίστηκε στο νου του από τον κόσμο της γλώσσας. Από τη μια μεριά η αίσθηση –τα αισθητά- και από την άλλη η γλώσσα –νοήματα, σημασίες. Χωρίστηκε στο νου του ανθρώπου η λέξη «θάλασσα» λ.χ. από τη θάλασσα σαν αισθητό. Άλλο το ένα και άλλο το άλλο. Στοιχείο υλικό, απτό και ορατό η θάλασσα. Φθογγικό, φωνητικό μόρφωμα η λέξη της. Άμεσης αίσθησης το ένα, νόημα το άλλο. Κατάλαβε τότε ο άνθρωπος πως της ανθρώπινης ύπαρξης η γνώση και το ίδιο το «γιγνώσκειν» είναι από παντού κλεισμένα στη γλώσσα& πως η ζωή, η προσωπική και η κοινωνική, γνωστικά είναι από παντού κλεισμένη στη γλώσσα& και πως αυτά που ξέρει, είναι το νόημα των λέξεων, με τις οποίες τα ονομάτισε και τα ονοματίζει. Ακόμα το κύριο: πως η λέξη κάνει γνωστή τη «γνώση».

     Σήμερα, θεωρείται αδιανόητη η εξωγλωσσική ή α-λεκτική σκέψη. Από τη στιγμή που η λέξη γλίστρησε σε έννοια και ο άνθρωπος «γνώρισε», πέρασε δηλαδή από τον αυτοματισμό της αίσθησης στη νόηση, η γλώσσα έγινε το δεύτερο σύστημα σηματοδότησης που αντικατέστησε εντελώς το πρώτο –τα ίδια τα πράγματα. Έκτοτε η πραγματικότητα μετατρέπεται σε λόγο& το πραγματικό γίνεται λογικό, το υλικό γίνεται πνευματικό και η εμπειρία κωδικοποιείται λεξιλογικά. Σκέψη και ομιλία δεν μπορούν πια να υπάρξουν η μια χωρίς την άλλη. Η γλώσσα ενσαρκώνει τη σκέψη και η σκέψη μετουσιώνεται με τη γλώσσα. Η γλώσσα συνεπώς δεν είναι φόρεμα που μπορούμε να το αλλάξουμε κατά τις περιστάσεις, αλλά είναι η ίδια η σκέψη και η αντίληψη, το ίδιο το αίσθημά μας, και αυτά είναι που δεν αποβάλλονται ούτε μεταλλάζουν.

     Συμπερασματικά θα λέγαμε ότι ο διαρθρωμένος λόγος δεν αποτελεί μόνο ένα μέσο επικοινωνίας αλλά και κύριο μέσο διαμόρφωσης της σκέψης μας. Η γλώσσα είναι που έφτασε και διαμόρφωσε και διέπλασε τον άνθρωπο από μονάδα αίσθησης σε μονάδα νόησης.

Το φαινόμενο της γλώσσας, ένα φαινόμενο καθαρά κοινωνικό
2ο ΚΕΙΜΕΝΟ: Γλώσσα και Παιδεία (του Δημήτρη Τομπαϊδη)

     Λέμε συνήθως και πιστεύουμε πως η γλώσσα είναι το μέσο επικοινωνίας των ανθρώπων μεταξύ τους ή το μέσο με το οποίο ο άνθρωπος εκφράζει τα συναισθήματα και τους στοχασμούς του. Οπωσδήποτε, και στις δύο περιπτώσεις, είναι ένα εκφραστικό μέσο ή όργανο επικοινωνίας. Ωστόσο οι επιστημονικές έρευνες (γλωσσολογικές, ψυχολογικές κτλ.) των τελευταίων δεκαετιών έδωσαν στο φαινόμενο της γλώσσας –ένα φαινόμενο καθαρά κοινωνικό – νέες διαστάσεις: δε θα μιλήσουμε τώρα για το ότι τα τελευταία χρόνια η γλώσσα θεωρήθηκε ως ένας από τους κυριότερους παράγοντες για την απελευθέρωση και την εθνική ανεξαρτησία ενός λαού& θα παραλείψουμε επίσης το γεγονός ότι υπογραμμίζεται ολοένα περισσότερο η συμβολή της γλώσσας στην εθνική ενότητα, έτσι που σήμερα τα κράτη να είναι, στη συντριπτική τους πλειοψηφία, κράτη «γλωσσικά», δηλαδή ομόγλωσσα& κι ακόμα δε θα κάνουμε λόγο για τη σχέση της γλώσσας με την οικονομική και πολιτισμική εξέλιξη ενός λαού. Θα μιλήσουμε μονάχα για τις αμοιβαίες σχέσεις της γλώσσας με την ανθρώπινη σκέψη και την καλλιέργεια του ανθρώπου.

     Οι έρευνες που άρχισαν από τον Πλάτωνα και τους Στωικούς και πύκνωσαν τα τελευταία χρόνια εξέτασαν επίμονα το ζήτημα των σχέσεων της γλώσσας με τη σκέψη του ανθρώπου. Και –αν και τα πορίσματα των ερευνών δεν είναι ακόμα οριστικά- όσοι ασχολήθηκαν με τη φιλοσοφία της γλώσσας δέχθηκαν πως η γλώσσα δεν είναι απλώς ένα «μέσο» ή «όργανο», δηλαδή ένα εργαλείο του ανθρώπου, με το οποίο εκφράζεται και επικοινωνεί με τους συνανθρώπους του. Είναι πολύ περισσότερο μια ιδιότητα του ανθρώπου, σπουδαία όσο και η ύπαρξή του, μια ιδιότητα που του ανήκει κατά τρόπο μοναδικό, χωρίς να είναι δυνατόν να βρεθεί κάτι ανάλογο σε άλλους οργανισμούς. Η ψυχολογική ανάλυση των τελευταίων ετών έδειξε ότι η γλώσσα είναι συνυφασμένη με τη σκέψη και τη συναισθηματική μας ζωή ως απαραίτητη προϋπόθεση για την ύπαρξή τους. Γιατί ο άνθρωπος σκέφτεται με λέξεις και εικόνες, και χωρίς τη γλωσσική έκφραση δεν είναι δυνατόν να υπάρχει οργανωμένη σκέψη, γιατί «σκέψη αναδύεται μαζί με τη μορφή που την εκφράζει». Με την έννοια αυτή, η γλώσσα δεν είναι, όπως πιστεύουν γενικά, το μέσο με το οποίο εκφράζεται η ανθρώπινη σκέψη (μέσο που, άρα, μπορεί να αντικατασταθεί από κάποιο άλλο – ήχους, όγκους, χρώματα κλπ.), αλλά η απαραίτητη προϋπόθεση που δίνει στη σκέψη συνείδηση του εαυτού της.

     Επομένως δεν είναι δυνατόν να συλλογιζόμαστε χωρίς γλώσσα, γιατί είμαστε ανίκανοι να κάνουμε διάκριση ανάμεσα στην εικόνα και τη σκέψη, καθώς και να καταλάβουμε ότι ο λόγος δεν ταυτίζεται με τον ακουστικό συμβολισμό του. Πραγματικά η γλώσσα, με όλον τον πνευματικό οπλισμό που έχει διαμορφωθεί μέσα της, κάνει «κατοχή» στο νέο άνθρωπο όσο βρίσκει σ’ αυτόν ένα νέο δέκτη της χρήσης της. Αυτή κυριαρχεί στη σκέψη του και την κατεργάζεται. Όπως το έχει διαπιστώσει επιτυχημένα ένας Γερμανός σοφός «λέμε κατέχω μιαν γλώσσα αλλά στην πραγματικότητα εκείνη μας κατέχει». Φαίνεται έτσι καθαρά ότι η συμβολή της γλώσσας στην παιδεία του ανθρώπου είναι θεμελιώδης: η γλώσσα είναι ο απαραίτητος όρος για την ύπαρξη εκείνης, το μέσο με το οποίο η παιδεία του ατόμου ολοκληρώνεται και το στήριγμα που συνεχώς, σε όλη τη ζωή του, θεμελιώνει τη μόρφωση. Έτσι οι όροι «παιδεία» και «γλώσσα» δεν είναι δυνατόν να ξεχωριστούν.


Α.  Να γράψετε την περίληψη των κειμένων (100-120 λέξεις)                                     

ΠΕΡΙΛΗΨH 1ου κειμένου                                                         

Η ΘΕΩΡΙΑ
και η ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΗΣ
ΘΕΜΑΤΙΚΗ
ΠΡΟΤΑΣΗ= θέμα κειμένου
Ο συγγραφέας του άρθρου παρουσιάζει τις απόψεις του για τη στενή σχέση γλώσσας και σκέψης.
ΛΕΠΤΟ-ΜΕΡΕΙΕΣ ανάπτυξης=  οι βασικές ιδέες με τις οποίες ο συγγραφέας παρουσιάζει και αποδεικνύει το θέμα του
Στην αρχή θέλοντας να αποδείξει την πλήρη σχεδόν ταύτιση της ιστορίας του ανθρώπου με την εξέλιξη της γλώσσας στηρίζεται  στην ειδοποιό διαφορά του από τα ζώα. Σ’ αυτά η ανάγκη για επικοινωνία είναι μια «αυτοματική πράξη» ενώ στον άνθρωπο είναι κύρια «λεκτική πράξη». Δηλαδή γνωρίζει τον κόσμο μέσα από τις λέξεις και διαμορφώνει τη ζωή του σ’ όλα τα επίπεδα με τη γλώσσα. Ειδικά σήμερα είναι γενικά αποδεκτή η πλήρης ταύτιση γλώσσας και λόγου. 
ΚΑΤΑ-ΚΛΕΙΔΑ:
συμπέρασμα
Γι’ αυτό είναι αυτονόητο το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγει ο συγγραφέας: η γλώσσα διαπλάθει νοήμονα τον άνθρωπο.



ΠΕΡΙΛΗΨΗ 2ου κειμένου
Ο συγγραφέας θεωρώντας τη γλώσσα κοινωνικό φαινόμενο με πολλές διαστάσεις δηλώνει από την αρχή ότι θα ασχοληθεί ιδιαίτερα με την αμοιβαία σχέση ανάμεσα στη γλώσσα και την πνευματική καλλιέργεια του ανθρώπου.   Αυτή η στενή σχέση γλώσσας και σκέψης, γνωστή  από πολύ παλιά, επιβεβαιώνεται  από τις έρευνες σύγχρονων επιστημών. Ο συγγραφέας στη συνέχεια επικαλείται συμπεράσματα της φιλοσοφίας και της ψυχολογίας για διατυπώσει τη βασική του θέση: η γλώσσα δεν είναι μόνο ένα μέσο επικοινωνίας αλλά απαραίτητη προϋπόθεση για την καλλιεργημένη σκέψη. Τόσο στενή είναι μάλιστα η μεταξύ τους σχέση που οι ειδικοί αδυνατούν να τις ξεχωρίσουν.           Επομένως, αφού είναι δεδομένο ότι σκεφτόμαστε με λέξεις, η συμβολή της γλώσσας στην παιδεία του ανθρώπου είναι καταλυτική.