Τρίτη, 8 Νοεμβρίου 2011

«Μονόλογος περί διαλόγου»: πώς γίνεται σε μια εποχή τόσο παθιασμένη για διάλογο, να συνεννοούνται τόσο λίγο οι άνθρωποι μεταξύ τους;

Το μέλλον του διαλόγου:   τη στιγμή που ο ζήλος για την οργάνωση δημόσιων διαλόγων λειτουργεί παράλληλα με την πρακτική αναίρεση του. Όταν λέμε πως συνεννοούμαστε, εννοούμε πως συμπλέουμε πάνω σε χωριστά μονόξυλα, μέσα σ’ έναν ωκεανό δίχως όρια

α. ΔΟΚΙΜΙΟ του Άγγελου Τερζάκη


1η […] Όλοι σήμερα μιλάνε για διάλογο, στην κυριολεξία του και μεταφορικά& στο ιδιωτικό και στο δημόσιο επίπεδο κανένας δεν βρίσκεται που να μην τον διεκδικεί και να μην εξαίρει τις αρετές του. Φτάνει έτσι ν’ αναρωτιέται ο γεμάτος καλή θέληση αφελής, πώς διάβολο γίνεται σε μιαν εποχή τόσο παθιασμένη για διάλογο, να συνεννοούνται τόσο λίγο οι άνθρωποι μεταξύ τους. Είναι σαν να ξεχνάμε την πασίδηλη ανθρώπινη διπροσωπία: όποιος διατυμπανίζει την επιθυμία του για διάλογο, δεν θα πει και πως τον επιθυμεί& μεταμφιέζει έτσι την εγωλατρική του προσήλωση στον μονόλογο. Προτείνω το διάλογο μπορεί να σημαίνει: γυρεύω, με πρόσχημα την συνδιάλεξη, ακροατές& έχω πεποίθηση στη ρητορική μου δεινότητα ή στη δικολαβική μου ευελιξία και δεν μου κακοφαίνεται να εξασφαλίσω μιαν εύκολη νίκη& σ’ αποκαλώ συνομιλητή μου αλλά σε κρατάω κάτω από την απειλή της εξουσίας μου: αν σου βαστάει, πες ό,τι πιστεύεις! Η τελευταία τούτη ποικιλία είναι η πασίγνωστη στο διεθνές επίπεδο «συνεννόηση» όπου ο ένας από τους δύο συνομιλητές εκφράζεται από «θέσεως ισχύος», όπως λένε. Ισάριθμες εκδοχές του φαινομένου κακή πίστη. Ο σύγχρονος κόσμος δεν κατορθώνει να συνεννοηθεί γιατί κάνει κατάχρηση αυτής της τακτικής. Είναι ένας κακόπιστος κόσμος […]

      2η Διάλογος δεν υπάρχει παρά μόνον ανάμεσα σε ίσων δικαιωμάτων συνομιλητές. Όταν ο ένας κρατάει στο χέρι του τον κεραυνό κι ο άλλος βρίσκεται όρθιος, ελάχιστος σαν υπόδικος μπροστά στο βάθρο της εξουσίας, ο διάλογος, κι αν προτείνεται, είναι φενάκη. Ο εξουσιαστής, στην χειρότερη περίπτωση, ξεγελάει τον εαυτό του αν νομίζει πως θ’ ακούσει την αλήθεια. Η θέση του άλλωστε είναι διπλά ψεύτικη: αν τύχει να βρει αντίκρυ του έναν παλαβό, έναν άνθρωπο παράτολμο, που θα του την πει, θα είναι υποχρεωμένος, για λόγους κύρους, να τον κατακεραυνώσει. Στην περίπτωση τούτη, ο ειλικρινής καταδικάζεται ως αυθάδης. Αν πάλι ο σε μειονεκτική θέση συνομιλητής το γυρίσει, για λόγους άμυνάς του, στην πονηρή κολακεία, ο σε πλεονεκτική θέση δεν θα μάθει ποτέ την αλήθεια. Δέσμιος της εξουσίας του, θα χρειαστεί τότε, για να ξέρει πού βρίσκεται να χρησιμοποιεί επαγγελματίες πληροφοριοδότες, ν’ ακούει καταδότες, διαβολείς, συκοφάντες, ή αντίθετα κόλακες που τον ξεγελάνε, για να του φαίνονται αρεστοί. Όπου δεν υπάρχει φυσικός διάλογος, υπάρχει όργιο κατασκοπίας…. Ακόμα και σε καθεστώτα φιλελεύθερα, όταν ιδίως είναι «ισχυρά», ο κυβερνήτης δύσκολα μαθαίνει την αλήθεια για το λαϊκό φρόνημα. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος έχασε τις εκλογές του 1920, ενώ το κομματικό του περιβάλλον τον διαβεβαίωνε πως θα τις κερδίσει με τρόπο θριαμβευτικό ύστερα από τόσες εθνικές νίκες.

     3η Αυτά στο επίπεδο της εξουσίας. Έχουμε, όμως, και το ανεπίσημο επίπεδο, όχι το ιδιωτικό, αλλά το δημόσιο! Διάλογος ιδεολογικός, διάλογος διαπραγματευτικός, διάλογος πνευματικός, άλλα ακόμα τέτοια. Καμία εποχή δεν έχει οργανώσει τόσους διαλόγους όσους η δική μας. Είναι μια έμμεση ομολογία πόσο δύσκολο το βρίσκει να συνεννοηθεί. Αν εξαιρέσουμε τους ανεγνωρισμένα περιττούς διαλόγους, που γίνονται για λόγους διακοσμητικούς, ελαφρούς, αργόσχολους (συνέδρια, σεμινάρια κτλ.), οι άλλοι έχουν σκοπό να προβάλουν πανηγυρικά οι ομιλητές τις ιδεολογικές τους θέσεις, χωρίς καμιά διάθεση να διαφωτιστούν ή να τις ελέγξουν. Διάλογοι διαφημιστικοί δογμάτων, προορισμένοι να πείσουν εκείνους που δεν χρειάζεται να πειστούν, τους οπαδούς τους, σκληραίνουν παρά που απαλύνουν το διάχυτο κλίμα της διαφωνίας. Ο κόσμος μας εμφανίζεται γεμάτος καλή θέληση κι αδυναμία να ομονοήσει. Φτάνει κανένας ν’ αναρωτιέται αν πρόκειται για ζήτημα χρόνου, αν δηλαδή βρισκόμαστε ακόμα σ’ ανωριμότητα, ή αν αντιμετωπίζουμε έτσι κάποιαν οργανική αδυναμία κι ατέλεια του ανθρώπινου γένους.

  4η  Η ζωή εμφανίζεται ως πεδίο διαμάχης. Χωρίς αυτόν της τον αντιθετικό χαρακτήρα, που ορίζει τον συστατικό δυναμισμό της, θα έφτανε στην αυτοαναίρεση. Ο διάλογος είναι μια ειρηνική προστριβή, συμφωνημένα πλαισιωμένη, περιορισμένη από μερικούς κανόνες, καθώς μια αθλοπαιδιά. Αν παραβώ τους κανόνες του ποδοσφαίρου, αυτό που θα διεξαχθεί στο γήπεδο δεν θα είναι μια ποδοσφαιρική συνάντηση, θα είναι συμφυρμός και συμπλοκή άμορφη, πρωτόγονη, χωρίς το παρα-αισθητικό ενδιαφέρον της αθλοπαιδιάς. Αλλά η αθλοπαιδιά δεν αποβλέπει σε τίποτα πέρα από τον εαυτό της, δεν είναι μέσο, είναι σκοπός. Ο διάλογος εμφανίζεται ως μέσο: θέλω, με μέσο το διάλογο, να φτάσω κάπου, σε κάτι που τον υπερβαίνει: σε μια συνεννόηση των ανθρώπων μεταξύ τους, ή, πολύ περισσότερο, στην από κοινού αποκάλυψη κάποιας αλήθειας. Εδώ είναι που ορθώνεται το αντικειμενικό ερώτημα για την ορθότητα του διαλόγου. Κι εδώ είναι που διαγράφεται η διαφορά του από τη διαλεκτική. Η διαλεκτική είναι πρόβαση, αλλιώς δεν είναι τίποτα. Ο διάλογος, πρώτο στοιχείο της διαλεκτικής στην αρχαία της σημασία, αλλά και μέσο ενανθρωπισμού της στην νεώτερη, ξεχωρίζει την περιοχή της φυσικής διαλεκτικής από της ανθρώπινης. Αν είμαστε μόνον όργανα μιας διαλεκτικής κι όχι φορείς της, τότε το οντολογικό πρόβλημα τίθεται διαφορετικά: πλαστήκαμε για να συνεννοούμαστε μόνο στο βασικό, στο χαμηλότατο επίπεδο, εκεί που η λαλιά είναι κενολογία. Το θέατρο του παραλόγου επιβραβεύεται, γιατί το πρόσεξε αυτό και το υπογράμμισε.

     5η Σε κάπως υψηλότερο επίπεδο, ο διάλογος αρχίζει να γίνεται «διάλογος κουφών». Άρα κλήρος μας η μοναξιά. Στο κάπως προηγμένο στάδιο όπου έχουμε φτάσει, ή στο κάπως διδαγμένο από μακριά πείρα, ανακαλύπτουμε ξαφνικά, αυτή τη συγκλονιστική πραγματικότητα. Ως τώρα νομίζαμε πως γεννιόμαστε μόνοι και πεθαίνουμε μόνοι. Όταν λέμε πως συνεννοούμαστε, εννοούμε πως συμπλέουμε πάνω σε χωριστά μονόξυλα, μέσα σ’ έναν ωκεανό δίχως όρια. Συνεννοούμαστε αλληλοπαρεξηγούμενοι – αυτός είναι ο καλοπροαίρετος διάλογός μας.

   6η Δεν επιτρέπεται να θεωρήσουμε το αίσθημα τούτο απόληξη. Κανένας μας δεν έχει το δικαίωμα να προεξοφλήσει το μέλλον. Διαλεγόμαστε και θα διαλεγόμαστε επίμονα, ασταμάτητα, γιατί αυτό μας είναι ανάγκη ζωτική, συστατικό μας πάθος. Ο πλησίον δεν είναι μόνο κόλαση, όπως το είχε πει ο Σαρτρ, είναι και Παράδεισος: ο μόνος μας απτός Παράδεισος. Ποιος ποτέ φαντάστηκε τον Παράδεισο σαν ερημιά, δίχως συγκατοίκους; Αρμονική κατανομή φυσικού και ανθρώπινου στοιχείου ορίζει το παραδεισιακό μας όραμα, κι αυτό δεν είναι τυχαίο: ξεκινάει από τα βάθη της συλλογικής μνήμης, τότε που η Φύση δεν ήταν καταργημένη από τον άνθρωπο, αλλά εμψυχωμένη από την διακριτική του παρουσία.

Άθλημα που μας έχει προταθεί ο διάλογος, θα εμπνέει πάντοτε κάθε ευγενική προσπάθεια να ξεπεραστεί η φυλάκιση μέσα στον εαυτό μας.
[Άγγελος Τερζάκης, Κρίση κι έλεγχος της εποχή μας]

Θέματα εξέτασης

Α.  Να γράψετε στο τετράδιο σας την περίληψη του κειμένου που σας δόθηκε (100-120 λέξεις)                                        
Β1.  α] «Πώς διάβολο γίνεται σε μιαν εποχή τόσο παθιασμένη για διάλογο, να συνεννοούνται τόσο λίγο οι άνθρωποι μεταξύ τους». Πού οφείλεται σύμφωνα με το συγγραφέα η έλλειψη συνεννόησης που επικρατεί σε κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο; β] Ποια είναι η βασική αιτία για την ασυνεννοησία που επικρατεί συνήθως ανάμεσα στα συνδιαλεγόμενα μέρη;                                                        
Β2. Να σχολιάσετε τη δομή της 2ης παραγράφου.                      
Β3. Πώς βλέπει το μέλλον του διαλόγου ο συγγραφέας, αισιόδοξα ή απαισιόδοξα; Συμφωνείτε μαζί του. Να διατυπώσετε την άποψή σας σε μια οργανωμένη παράγραφο 100 περίπου λέξεων                      
Β4.  «Θέλω με μέσο το διάλογο να φτάσω κάπου, σε κάτι που τον υπερβαίνει: σε μια συνεννόηση των ανθρώπων μεταξύ τους, ή πολύ περισσότερο, στην από κοινού αποκάλυψη κάποιας αλήθειας. Εδώ είναι που ορθώνεται το αντικειμενικό ερώτημα για την ορθότητα του διαλόγου» Ποιο νομίζετε ότι είναι το ερώτημα που υπονοεί ο συγγραφέας;    

Γ.  ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΚΕΙΜΕΝΟΥ «Διάλογος είναι να παραδεχθείς ότι η αλήθεια είναι πολλαπλή& ότι είναι ανέφικτη η πλήρης αλήθεια. Και πρέπει να φωτιστεί από πολλές πλευρές για να τη συλλάβει κανείς. Επομένως έχει ανάγκη από τον έλεγχο του άλλου και τον χρειάζεται τον άλλο η αλήθεια. Και δεύτερο, πρέπει να παραδεχθεί κανείς ότι για να πλησιάσει τον άλλο, ένας μόνο τρόπος υπάρχει: να τον πείσει. Στο διάλογο δεν πάμε να σώσουμε τις ιδέες μας: πάμε να σώσουμε την αλήθεια» (Ε.Π. Παπανούτσος). Αν οι παραπάνω απόψεις του Παπανούτσου παίξουν θετικό ρόλο στο να γίνει ουσιαστικός ο διάλογος μεταξύ των ανθρώπων, ν’ αναπτύξεις τη θέση σου για το πώς θα μπορούσε αυτό να επιτευχθεί στην πράξη. 

1.  ΓΕΝΙΚΕΣ ΟΔΗΓΙΕΣ για την εισαγωγή: μπορούμε ν’ αρχίσουμε με μια γενική αναφορά στα δεδομένα του θέματος, δηλαδή στις απαραίτητες προϋποθέσεις για την επιτυχή έκβαση του διαλόγου. Αν μάλιστα ξέρουμε ότι η άποψη για την πολλαπλότητα της αλήθειας έχει την προϊστορία της στους σοφιστές, μια σύντομη και περιεκτική ιστορική αναδρομή, θα ήταν ό,τι το καλύτερο. Στη συνέχεια όμως πρέπει να τονιστεί η σημασία αυτών των προϋποθέσεων στη σημερινή πραγματικότητα και με κάποιο τρόπο να προετοιμαστεί ο δεύτερος άξονας για την πρακτική εφαρμογή τους.   ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΟΣ ΧΑΡΙΝ:

     «Η αντιπαράθεση ανάμεσα σ’ αυτούς που πιστεύουν στη μια και μοναδική αλήθεια, έτσι όπως τη διατύπωσε με τη φιλοσοφία του για τον κόσμο των ιδεών ο Πλάτωνας και σ’ αυτούς που λένε ότι η αλήθεια είναι υποκειμενική με την έννοια ότι μπορεί  να τη δει κανείς από διαφορετικές οπτικές γωνίες και να τη διαμορφώσει ανάλογα με την πολιτική και κοινωνική συγκυρία, έχει τη δική της ιστορία. Ο Παπανούτσος λέγοντας πως είναι ανέφικτη η πλήρης αλήθεια φαίνεται να ασπάζεται την άποψη των σοφιστών. Δίνοντας έμφαση  μάλιστα στην πολλαπλότητα των απόψεων που μπορούν να διατυπωθούν για ένα θέμα, επισημαίνει την αυτονόητη σημασία του διαλόγου στην αναζήτηση της αλήθειας.

      Το γεγονός ότι πάντοτε, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, απασχολούσε τον άνθρωπο η αναζήτηση της αλήθειας και έψαχνε να βρει τους τρόπους ή να ορίσει τις  προϋποθέσεις για την αποτελεσματική διερεύνησή της, αποδεικνύει  τη σημασία που θα είχε και σήμερα ακόμα μια παρόμοια  συζήτηση. 

2.  ΚΥΡΙΟ ΜΕΡΟΣ: βασικές ιδέες ανάπτυξης του θέματος: από την εισαγωγική ενότητα, θα πρέπει με κάποιο τρόπο, να έχει διαφανεί η κατεύθυνση που θα πάρει η προσπάθεια μας για την απόδειξη των ζητουμένων. H κατεύθυνση για την ανάπτυξη θα πρέπει να βασιστεί σε δύο άξονες: α] αν μπορούν να παίξουν θετικό ρόλο  και σε ποιο βαθμό οι συγκεκριμένες απόψεις του Παπανούτσου στο να γίνεται ο διάλογος μεταξύ των ανθρώπων ουσιαστικός και αποτελεσματικός β] με ποιους τρόπους μπορεί αυτό να γίνει πράξη στην καθημερινή πραγματικότητα. ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΟΣ ΧΑΡΙΝ:



     «Για να κατανοήσουμε τη σημασία των προτάσεων του Παπανούτσου, αρκεί να προσπαθήσουμε να σκεφτούμε ποια θέση θα είχε ο διάλογος στις κοινωνίες των ανθρώπων, αν ίσχυαν τα ακριβώς αντίθετα.  Μάλλον θα ήταν άνευ σημασίας και εντελώς περιττός, αν είχαμε ανακαλύψει τη μία και μοναδική αλήθεια που θα είχε γενική εφαρμογή για όλους τους ανθρώπους σ’ όλες τις εποχές. Σ’ αυτή την περίπτωση θα ήταν οξύμωρο να θέλουμε να τη φωτίσουμε απ’ όλες τις πλευρές. Και φυσικά η πειθώ θα ήταν άγνωστη λέξη για τον πολιτισμό των ανθρώπων αφού εκ των πραγμάτων και εκ γενετής όλοι θα ήταν πεισμένοι για τη μια και μοναδική αλήθεια.  Είναι λοιπόν παραπάνω από βέβαιο ότι δεν θα είχε καμιά θέση ο διάλογος στους πολιτισμούς που θα είχαν ασπαστεί το δόγμα για τη μία και μοναδική αλήθεια»     

     «Ένα καλό παράδειγμα της αξίας του διαλόγου, επειδή ισχύουν όλα αυτά που υποστηρίζει ο Παπανούτσος είναι η λειτουργία των δημοκρατικών πολιτευμάτων στις σύγχρονες κοινωνίες.. Τα δύο βασικότερα χαρακτηριστικά που αναδεικνύουν το δημοκρατικό πολίτευμα και το ξεχωρίζουν από κάθε άλλη μορφή πολιτεύματος,  είναι η ισηγορία και παρρησία δηλαδή η πολιτική ελευθερία που αναγνωρίζει σε όλους ίση δυνατότητα στο λόγο και το θάρρος που πρέπει να διακρίνει τον άνθρωπο στην έκφραση της σκέψης του. Και τα δύο δεν θα μπορούσαν να εννοηθούν χωρίς το διάλογο. Γι’ αυτό ο διάλογος είναι η πεμπτουσία  της δημοκρατίας. Με αυτόν αμβλύνονται οι διαφορές, συγκλίνουν οι αντιθέσεις, αίρονται οι παρεξηγήσεις, προλαβαίνονται οι συγκρούσεις και στο τέλος παίρνονται αποφάσεις που είναι πιο κοντά στις ανάγκες και τις απαιτήσεις του κοινωνικού συνόλου.            

3.  ΚΥΡΙΟ ΜΕΡΟΣ: οργανική σύνδεση παραγράφων.  Οι ιδέες με τις οποίες θα αναλύσουμε τα ζητούμενα του θέματος, πρέπει να συνδέονται στενά μεταξύ τους, να απορρέουν δηλαδή η μία από τη άλλη με μια λογική αναγκαιότητα. Στην προηγούμενη ενότητα  αναλύοντας  την αξία που έχουν για το διάλογο οι προτάσεις του Παπανούτσου, δόθηκε ως παράδειγμα ο ρόλος του διαλόγου στη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος.   Επομένως στη δεύτερη ενότητα, στην οποία σύμφωνα με το 2ο ζητούμενο, πρέπει να προτείνουμε με ποιους τρόπους θα γίνει ο διάλογος ουσιαστικός και αποτελεσματικός, μπορούμε να στηριχθούμε επίσης σε παραδείγματα από τη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος.    ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΟΣ ΧΑΡΙΝ:

«Ο διάλογος όμως για να μην είναι μόνο επίφαση ή παρωδία, κενό γράμμα χωρίς περιεχόμενο, απαιτεί ορισμένες βασικές αρχές που θα διέπουν την εφαρμογή του σε όλους τους τομείς που ο άνθρωπος επικοινωνεί και συνεργάζεται   με τους συνανθρώπους του. . Και σ’ αυτή την περίπτωση μπορούνε να δανειστούμε στοιχεία από τη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος αλλά και από άλλους τομείς της κοινωνικής δραστηριότητας του ανθρώπου. Η αποδοχή του άλλου και ο σεβασμός στη διαφορετική γνώμη του, η πίστη στην πολυφωνία και στην αναγκαιότητα της αντιπαράθεσης των ιδεών, με μια κουβέντα η οργανωμένη και σωστή συζήτηση είτε στη βουλή, είτε στις συνελεύσεις των πολιτικών και επαγγελματικών συλλόγων είτε μέσα σε μια σχολική  τάξη, απαιτεί μια ορισμένη στάση των συνδιαλεγόμενων η οποία δεν μπορεί να προκύψει από τη μια στιγμή στην άλλη. Η στάση αυτή προϋποθέτει υπεύθυνη χρήση του λόγου και τη δημοκρατική κατανομή του. Το πρώτο σημαίνει ότι οι συνδιαλεγόμενοι δεν μιλούν για να μιλούν ικανοποιώντας τον εγωισμό τους, αλλά συνομιλούν για να συμβάλουν κι αυτοί απ’ τη μεριά τους στον καλύτερο φωτισμό του θέματος και στην ανεύρεση της αλήθειας. Δημοκρατική κατανομή του λόγου εξάλλου σημαίνει αποφυγή της μονοπώλησης του λόγου από ορισμένα μόνο άτομα. Πρέπει όλοι οι ενδιαφερόμενοι να συμμετέχουν στο διάλογο με ίσους όρους, γιατί η συμμετοχή είναι η πιο ουσιαστική λειτουργία της δημοκρατίας. Τέλος, βασική αρχή πρέπει να είναι η συζήτηση να έχει καθορισμένο στόχο, να καταλήγει κάπου, αν όχι με τη μορφή συμπερασμάτων, τουλάχιστον με την ικανοποίηση της ορθής διερεύνησης του θέματος.

4.  ΕΠΙΛΟΓΟΣ/ συμπεράσματα: το κείμενό μας θα πρέπει οπωσδήποτε να έχει και μια παράγραφο με την οποία θα τελειώνει η διαπραγμάτευση του θέματος. Η κατακλείδα πρέπει να έχει τα παρακάτω χαρακτηριστικά: α] να είναι σύντομη β] να ανακεφαλαιώνει τα σημαντικά σημεία της ανάπτυξης και γ] να συμπεραίνει. Το συμπέρασμα δεν πρέπει να είναι γενικό και αόριστο αλλά να έχει πολύ στενή σχέση με τις βασικές ιδέες στις οποίες εμείς στηρίξαμε την παρουσίαση του θέματος. Στο συγκεκριμένο παράδειγμα καλός και εύστοχος επίλογος θα ήταν να κάναμε μια δική μας πρόταση για το μέλλον του διαλόγου ή για την αποτελεσματικότητά του.   

«Μπορεί να φαίνονται αυτονόητες και αυταπόδεικτες οι αλήθειες για τη σημασία και την αξία του διαλόγου, που πολλοί διανοητές όπως ο Παπανούτσος, ο καθένας με το δικό του τρόπο, διατυπώνουν. Το ό,τι όμως και σήμερα πολλές φορές ο διάλογος μεταξύ των ανθρώπων και στις πιο δημοκρατικές κοινωνίες, δεν είναι πάντοτε ουσιαστικός και αποτελεσματικός, ενώ μερικές φορές είναι εμφανή τα προβλήματα στην ομαλή διεξαγωγή του, αποδεικνύει το δρόμο που πρέπει να διανυθεί ακόμα. Σ’ αυτή την περίπτωση ο ρόλος της παιδείας είναι καθοριστικός. Μόνο μέσα από την παιδεία μπορεί ο νέος να συνειδητοποιήσει την αξία του διαλόγου και κυρίως μέσα από την πνευματική καλλιέργεια που αυτή προσφέρει μπορεί να βρει τους τρόπους με τους οποίους θα κάνει καθημερινή του πράξη τις βασικές αλήθειες που διέπουν την ομαλή διεξαγωγή του.