Κυριακή, 20 Νοεμβρίου 2011

Καλύτερη κοινωνία είναι εκείνη στην οποία τα άτομα είναι περισσότερο ευτυχισμένα

Αιρετικοί οικονομολόγοι υποστηρίζουν ότι η οικονομική επιστήμη οφείλει να θέτει ως κύριο στόχο όχι την αύξηση της παραγωγής αλλά την ευτυχία των ανθρώπων

ΣΤΟΝ 18ο ΑΙΩΝΑ, τον καιρό της γέννησης της Πολιτικής Οικονομίας, οι πρώτοι οικονομολόγοι υποστήριζαν ότι ο κύριος στόχος της οικονομικής πολιτικής έπρεπε να είναι η μεγιστοποίηση της ευτυχίας των πολιτών μιας κοινωνίας. Και στις αρχές του 19ου αιώνα, ο άγγλος φιλόσοφος Τζέρεμι Μπένθαμ, ο θεωρητικός πατέρας του ωφελιμισμού, έλεγε ότι καλύτερη κοινωνία είναι εκείνη στην οποία τα άτομα είναι περισσότερο ευτυχισμένα. Και επομένως καλύτερη πολιτική είναι εκείνη που ευνοεί τη μεγαλύτερη ευτυχία για τον μεγαλύτερο αριθμό προσώπων. Αυτή η θέση στηριζόταν φυσικά στην υπόθεση ότι η ευτυχία ήταν κάτι που μπορούσε να μετρηθεί και να υπολογιστεί με τρόπους που θα αντιστοιχούσαν στην αληθινή εμπειρία των υποκειμένων. Στην πορεία ωστόσο η νέα οικονομική επιστήμη ακολούθησε μιαν άλλη κατεύθυνση.

Επικράτησε έτσι και μεταξύ των οικονομολόγων η ιδέα ότι η έννοια της ευτυχίας είναι μάλλον υπερβολικά υποκειμενική και επομένως είναι δύσκολο να υπολογιστεί και να μετρηθεί. Στο βαθμό λοιπόν που η πολιτική οικονομία θέλει να είναι μια αυστηρή επιστήμη, πρέπει να επεξεργάζεται έννοιες που μπορούν να εκφραστούν με μαθηματικές διατυπώσεις και επομένως οφείλει να χρησιμοποιεί ποσοτικά μετρήσιμα δεδομένα. Κυριάρχησε έτσι η θέση του Ανταμ Σμιθ ότι η επιδίωξη του ατομικού συμφέροντος απολήγει στην εξυπηρέτηση του συλλογικού συμφέροντος. Στη δεκαετία του 1930 υιοθετήθηκε και στη συνέχεια καθιερώθηκε η έννοια του κατά κεφαλήν εισοδήματος ως ένα θεμελιώδες κριτήριο για τη μέτρηση της οικονομικής προόδου.

Στην πράξη, τόσο η οικονομική επιστήμη όσο και η οικονομική πολιτική εμπνέονταν σταθερά από το αξίωμα ότι η αύξηση της παραγωγής και της παραγωγικότητας συνεπάγεται αύξηση της συνολικής ευημερίας μιας κοινωνίας. Η πορεία των εθνικών οικονομιών και της παγκόσμιας οικονομίας αξιολογείται διαρκώς με βάση την παράμετρο της ετήσιας αύξησης του κατά κεφαλήν εισοδήματος και του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος και αυτά τα κριτήρια χρησιμοποιούν στις στατιστικές τους τα Ηνωμένα Εθνη, η Παγκόσμια Τράπεζα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Δεν είναι άλλωστε η μεγάλη οικονομική ανάπτυξη αυτή που κατέστησε δυνατή την πρόοδο του δυτικού κόσμου, την ικανοποίηση των βασικών αναγκών των πολιτών και την άνοδο της ευημερίας των λαών; Δυσθυμία μέσα στην αφθονία

Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα δεν είναι πλέον τόσο δεδομένη και αυτονόητη, καθώς οι πρόοδοι της ψυχολογίας και της κοινωνιολογίας προμηθεύουν σήμερα στους οικονομολόγους τα εργαλεία για να μετρήσουν την «ευτυχία», δηλαδή τον βαθμό ικανοποίησης στον οποίο φτάνουν οι κοινωνίες μας τόσο σε ατομικό όσο και σε συλλογικό επίπεδο. Η σχέση ανάμεσα στην ποσοτική ανάπτυξη της οικονομίας και την ευτυχία των ατόμων αποκαλύφθηκε πολύ λιγότερο απλή και γραμμική από όσο νομίζαμε στο παρελθόν. Ήδη από το 1974, ο αμερικανός οικονομολόγος Ρίτσαρντ Ιστερλιν φανέρωσε και εξήγησε ότι η άνοδος του βιοτικού επιπέδου ενός λαού δεν συνδέεται αυτόματα με την αύξηση της ευημερίας του.

Το κατά κεφαλήν εισόδημα μπορεί να αυξάνεται, αλλά δεν αυξάνεται ανάλογα και η «κατά κεφαλήν ευτυχία». Έτσι το θέμα της ευτυχίας επανεμφανίστηκε στις συζητήσεις μεταξύ των οικονομολόγων. Καταβλήθηκαν προσπάθειες να δοθούν πειστικές εξηγήσεις στο «παράδοξο του Ιστερλιν». Ορισμένοι μελετητές σημείωσαν ότι η διαρκής αύξηση των προσδοκιών των ατόμων εκμηδενίζει την αύξηση της ικανοποίησης και της απόλαυσης. Άλλοι υπογράμμισαν τις επιπτώσεις του φθόνου και της μνησικακίας, που εξαρτούν τη δική μας ευτυχία από τη σύγκριση με την ευτυχία των άλλων, ωθώντας μας σε έναν ανηλεή ανταγωνισμό και καταδικάζοντάς μας σε ένα διαρκές ψυχολογικό ακόρεστο. Σύμφωνα με έναν άγγλο σατιρικό του 19ου αιώνα, να είσαι ευτυχισμένος σημαίνει να κερδίζεις δέκα λίρες περισσότερες από τον κουνιάδο σου. Υπάρχει βέβαια και μια άλλη, πιο γενική εξήγηση. Με τη βιομηχανική επανάσταση η οικονομία της Δύσης παρασύρθηκε από ένα μεγάλο κύμα διαρκούς ανάπτυξης, με μερικά μόνο διαλείμματα ύφεσης και στασιμότητας. Σε κοινωνίες που χαρακτηρίζονται από τη διαρκή ποσοτική αύξηση των αγαθών που παράγονται στην αγορά, ήταν εύλογο και κατανοητό η έννοια της ευημερίας να συνδεθεί με την ποσότητα των διαθέσιμων αγαθών.

Παραγνωρίστηκαν έτσι οι προειδοποιήσεις στοχαστών, όπως λ.χ. ο Τζον Στιούαρτ Μιλ, που είχαν εξηγήσει ότι η ευτυχία δεν βρίσκεται στην αφθονία των αγαθών αλλά στην ποιότητα των ανθρώπινων σχέσεων. Μετά από δυο αιώνες ποσοτικής ανάπτυξης εμφανίστηκε ωστόσο ένα είδος «ναυτίας της ανάπτυξης». Σχεδόν παντού οι έρευνες και οι μετρήσεις επιβεβαιώνουν ότι η αύξηση της παραγωγής δεν συνοδεύεται από την αύξηση της ευτυχίας των προσώπων. Ο λόγος έγκειται στη διαφοροποίηση των αναγκών και των προτιμήσεων που χαρακτηρίζουν μια πολύπλοκη κοινωνία, η οποία δεν μπορεί βέβαια να εκφραστεί από έναν χοντροκομμένα ποσοτικό δείκτη, που μας λέει μόνον πόσα αγαθά παράχθηκαν και καταναλώθηκαν στην αγορά.

[ΠΗΓΗ: ΣΗΜΕΙΩΜΑΤΑΡΙΟ ΙΔΕΩΝ στο ΕΠΤΑ της Κυριακάτικης ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑΣ 20-11-211]

Μήπως έφτασε η ώρα να αναθεωρήσουμε τις βασικές πηγές της ευτυχίας; Μήπως πρέπει να δώσουμε έμφαση όχι τόσο στην οικονομική ευημερία όσο στον πολιτισμό, την ψυχική υγεία, στην αλληλεγγύη και την ενότητα της κοινωνίας;

Ζούμε σε εποχή μεγάλου άγχους. Παρά τον πρωτοφανή συνολικό πλούτο στον κόσμο, υπάρχει τεράστια ανασφάλεια, αναταραχή και δυσφορία. Στις Ηνωμένες Πολιτείες η μεγάλη πλειοψηφία των Αμερικανών πιστεύει ότι η χώρα κινείται σε «λάθος κατεύθυνση». Η απαισιοδοξία έχει εκτοξευθεί στα ύψη. Τα ίδια ισχύουν σε πολλές χώρες.

Έφτασε λοιπόν η ώρα να αναθεωρήσουμε τις βασικές πηγές της ευτυχίας στην οικονομική ζωή μας. Η ασταμάτητη αναζήτηση υψηλότερου εισοδήματος οδηγεί σε άνευ προηγουμένου ανισότητα και άγχος, παρά σε μεγαλύτερη ευτυχία και ικανοποίηση από τη ζωή. Ναι μεν η οικονομική πρόοδος είναι σημαντική και μπορεί να βελτιώσει την ποιότητα ζωής, αλλά μόνον αν την αναζητούμε παράλληλα με άλλους στόχους.

Από αυτή την άποψη, το βασίλειο του Μπουτάν στα Ιμαλάϊα βρίσκεται στην πρωτοπορία. Πριν από 40 χρόνια, ο τέταρτος βασιλιάς του Μπουτάν, έκανε μια αξιοσημείωτη επιλογή: αποφάσισε ότι το Μπουτάν θα αναζητήσει την «ακαθάριστη εθνική ευτυχία» παρά το υψηλό ΑΕΠ ! Από τότε, η χώρα πειραματίζεται με μια εναλλακτική, ολιστική προσέγγιση στην ανάπτυξη, που δίνει την έμφαση όχι μόνο στην οικονομική ευημερία αλλά και στον πολιτισμό, στην ψυχική υγεία, στην αλληλεγγύη και στην ενότητα της κοινωνίας.

Δεκάδες ειδικοί συγκεντρώθηκαν πρόσφατα στην πρωτεύουσα του Μπουτάν, στο Τίμπου, για να εξετάσουν τις επιδόσεις της χώρας. Και συμφώνησαν ότι μεγαλύτερη σημασία έχει η ενίσχυση της ευτυχίας παρά η ενίσχυση του ΑΕΠ. Το βασικό ερώτημα που εξετάσαμε όσοι βρεθήκαμε εκεί είναι πώς θα επιτύχουμε την ευτυχία σε έναν κόσμο που χαρακτηρίζεται από την ταχεία αστικοποίηση, τα ΜΜΕ, τον παγκόσμιο καπιταλισμό και την υποβάθμιση του περιβάλλοντος.

Ιδού μερικά από τα πρώτα μας συμπεράσματα.

Πρώτον, δεν πρέπει να υποβαθμίζουμε την αξία της οικονομικής προόδου. Όταν οι άνθρωποι πεινάνε, δεν μπορούν να καλύψουν τις βασικές ανάγκες τους όπως το καθαρό νερό, η υγεία και η παιδεία, και δεν έχουν δουλειά, υποφέρουν. Η οικονομική ανάπτυξη που μειώνει τη φτώχεια είναι ένα κρίσιμο βήμα προς την ενίσχυση της ευτυχίας.

Δεύτερον, το ασταμάτητο κυνήγι του ΑΕΠ δεν είναι ο δρόμος προς την ευτυχία. Στις ΗΠΑ, ο ΑΕΠ έχει αυξηθεί ραγδαία τα τελευταία 40 χρόνια, αλλά όχι και η ευτυχία.

Τρίτον, η ευτυχία επιτυγχάνεται μέσω μιας ισορροπημένης προσέγγισης προς τη ζωή, τόσο από τα άτομα όσο και από τις κοινωνίες.

Ως άτομα, είμαστε δυστυχείς αν δεν μπορούμε να ικανοποιήσουμε τις βασικές υλικές ανάγκες μας, αλλά είμαστε επίσης δυστυχείς αν το κυνήγι για υψηλότερα εισοδήματα αντικαταστήσει την οικογένεια, τους φίλους, την κοινότητα, τη συμπόνια και την εσωτερική ισορροπία. Ως κοινωνία, είναι άλλο πράγμα να οργανώνουμε την οικονομική πολιτική ώστε να βελτιώνεται το επίπεδο της ζωής, και άλλο να υποτάσσουμε όλες τις αξίες της κοινωνίας στην αναζήτηση του κέρδους.

Τέταρτον, ο παγκόσμιος καπιταλισμός εκπροσωπεί πολλές άμεσες απειλές για την ευτυχία. Καταστρέφει το φυσικό περιβάλλον μέσω της κλιματικής αλλαγής και άλλων ειδών μόλυνσης, αποδυναμώνει την κοινωνική εμπιστοσύνη και την ψυχική σταθερότητα, καθώς αυξάνονται τα ποσοστά του πληθυσμού που πάσχει από κατάθλιψη.

Πέμπτον, για να προωθήσουμε την ευτυχία θα πρέπει να βρούμε τους πολλούς παράγοντες, εκτός από το ΑΕΠ, που μπορούν να αυξήσουν ή να μειώσουν την ευημερία της κοινωνίας. Οι περισσότερες χώρες επενδύουν για να μετρήσουν το ΑΕΠ, αλλά ξοδεύουν λίγα για να βρουν τις αιτίες της κακής υγείας (όπως τα fast foods και η υπερβολική παρακολούθηση τηλεόρασης), της μείωσης της εμπιστοσύνης στην κοινωνία και της υποβάθμισης του περιβάλλοντος.

Το τρελό κυνήγι για επιχειρηματικά κέρδη μας απειλεί όλους. Πρέπει βέβαια να στηρίζουμε την οικονομική ανάπτυξη, αλλά μόνο σε ένα ευρύτερο πλαίσιο, που θα προωθεί τη βιωσιμότητα του περιβάλλοντος και της αξίες της συμπόνιας και της εντιμότητας που απαιτούνται για την κοινωνική εμπιστοσύνη.

Η αναζήτηση της ευτυχίας δεν πρέπει να περιοριστεί στο όμορφο ορεινό βασίλειο του Μπουτάν.



ΠΗΓΗ: Τζέφρι Σακς, καθηγητής Οικονομικών και διευθυντής του The Earth Institute στο πανεπιστήμιο Κολούμπια.