Πέμπτη, 3 Νοεμβρίου 2011

Πεθαίνω σα χώρα επί ασπαλάθων για τον πολιτισμό μας που πάει να καταποντιστεί στα ελώδη στάσιμα νερά της τρέχουσας συγκυρίας

Στοχασμοί και (διαχρονικοί) ευσεβείς πόθοι για την παραδειγματική τιμωρία πανάθλιων και άδικων τυράννων
 
α] απόσπασμα από το σχέδιο ενός Μυθιστορήματος του Δημήτρη Δημητριάδη ΠΕΘΑΙΝΩ ΣΑ ΧΩΡΑ:

(…) Ο εχθρικός στρατός θα περνούσε απ’ ώρα σε ώρα τα σύνορα και θα ’κλεινε με αυτόν τον τρόπο μιαν υπόθεση που κρατούσε σε εκκρεμότητα έναν ολόκληρο λαό εξουθενωμένο απ’ την πλέξη της ίδια του της ιστορίας κι ανίκανο πια ν’ αντισταθεί στα πιεστικά κελεύσματα μιας ενστικτώδους εγωπάθειας και μιας ανεξέλεγκτης αλλά συνειδητής περιφρόνησης προς καθετί που συνεργούσε στην επιβίωση του έθνους……

Θα νόμιζε κανείς ότι από τη μια στιγμή στην άλλη (είχε κρατήσει όμως αιώνες αυτή η διαδικασία) κάποια ριζική και αμετάκλητη αλλαγή είχε συντελεστεί στον φυλετικό πυρήνα όλου αυτού του κόσμου μετά την αναγγελία πως κατέρρευσε το νότιο μέτωπο, επιβεβαίωση που επισφραγίστηκε με το λόγο του Προέδρου της Δημοκρατίας – σε τόνο αυστηρό και δήθεν μεγαλοπρεπή (: ένας πρώην αυτοκράτωρ που δείχνει με ψωραλέα έπαρση τη ρημαγμένη του παράγκα αποκαλώντας την Ιμπέριουμ ενώ χιλιάδες κοπρόσκυλα κάθε λογής τραβάνε με τα δόντια τους τη σκατωμένη του πορφύρα γρυλίζοντας εν χορώ τον τέως εθνικό ύμνο της Βασιλίδος που τώρα ξετσίπωτα –μια σκάρτη Ανδρομάχη- περνάει από κρεβάτι σε κρεβάτι νιώθοντας αχόρταγα μέσα στο γανωμένο κόλπο της τη σιδερένια βάλανο των νέων κυρίαρχων της Γης), υπενθύμισε για μια ακόμα φορά την υποχρέωση του καθενός να παραμείνει πιστός στην παρακαταθήκη του παρελθόντος, και την εθνική ανάγκη να περισωθεί τουλάχιστον η αξιοπρέπεια της χώρας.
 
Όσοι άκουσαν τον προεδρικό λόγο (γιατί δεν ήταν λίγοι εκείνοι που γύρισαν το κουμπί), ξεστόμισαν τις χειρότερες βρισιές και για τον πρόεδρο και για το λόγο του και για τη χώρα, παρακινώντας ακόμα και τα μικρά παιδιά να επαναλαμβάνουν ρυθμικά τα βρισίδια χτυπώντας όλοι μαζί παλαμάκια.
 
β] Στα τάρταρα κουρέλι ο Αρδιαίος Τύραννος απάνω στους αγκαθερούς ασπάλαθους

Σε καιρό δικτατορίας δημοσιεύτηκε το ποίημα του ΣΕΦΕΡΗ «επί ασπαλάθων» (1971) που εύχεται τη μεταθανάτια τιμωρία των άδικων τυράννων. Ο ποιητικός ευσεβής πόθος έχει την προϊστορία του στην «Πολιτεία» του ΠΛΑΤΩΝΑ (Πολιτεία 614- 616), όπου ο ΑΡΔΙΑΙΟΣ, τύραννος που είχε διαπράξει πολλές ανόσιες πράξεις, εκτίει στον άλλο κόσμο τη φοβερή ποινή που επιβαλλόταν στους άδικους: «... τον Αρδιαίο και μερικούς άλλους, αφού τους έδεσαν τα χέρια και τα πόδια και το κεφάλι, αφού τους έριξαν κάτω και τους έγδαραν, άρχισαν να τους σέρνουν έξω από το δρόμο και να τους ξεσκίζουν επάνω στα ασπαλάθια (= αγκαθωτούς θάμνους) και σε όλους όσους περνούσαν από εκεί εξηγούσαν τις αιτίες που τα παθαίνουν αυτά και έλεγαν πως τους πηγαίνουν να τους ρίξουν στα Τάρταρα»

Ήταν ωραίο το Σούνιο τη μέρα εκείνη του Ευαγγελισμού
πάλι με την άνοιξη
Λιγοστά πράσινα φύλλα γύρω στις σκουριασμένες πέτρες
το κόκκινο χώμα κι ασπάλαθοι
δείχνοντας έτοιμα τα μεγάλα τους βελόνια
και τους κίτρινους ανθούς.
Απόμακρα οι αρχαίες κολόνες, χορδές μιας άρπας αντηχούν ακόμη…
 
Γαλήνη.
Τι μπορεί να μου θύμισε τον Αρδιαίο εκείνον;
Μια λέξη στον Πλάτωνα θαρρώ, χαμένη στου μυαλού τ’ αυλάκια& 
τ’ όνομα του κίτρινου θάμνου
δεν άλλαξε από εκείνους τους καιρούς.
Το βράδυ βρήκα την περικοπή:
«τον έδεσαν χειροπόδαρα» μας λέει
«τον έριξαν χάμω και τον έγδαραν
τον έσυραν παράμερα τον καταξέσκισαν
απάνω στους αγκαθερούς ασπάλαθους
και πήγαν και τον πέταξαν στον Τάρταρο, κουρέλι».
 
Έτσι στον κάτω κόσμο πλέρωνε τα κρίματά του
ο Παμφύλιος Αρδιαίος ο πανάθλιος τύραννος
Θεούλη μου τι όμορφη ευχή αυτή για τις, κατά Σεφέρη, «άπειρες βρωμόμυγες  του συρφετού των πολιτικατζήδων», που όπως και τότε (διάβαζε ημερολόγια του λίγο πριν  τον «ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΣΤΑΘΜΟ»…) έτσι και τώρα προσπαθούν με κομματική στρατηγική και  πολιτική σκοπιμότητα να κρατήσουν τη λεπτή ισορροπία των ίσων αποστάσεων από θύτες και θύματα με απώτερο σκοπό να εξασφαλίζουν τη διαιώνιση του είδους της δικής τους συντεχνίας (δυστυχώς πολλές φορές με όποιο μέσο…) Κάποιοι θα πουν υπερβολή την ταύτιση, κάποιοι θα τη βρουν ισχνή, πότε όμως υπήρχε μεγαλύτερη αδικία τηρουμένων των ιστορικών αναλογιών, ποιος θα βρει να μας το πει;
 
Υστερόγραφος Φαύλος Κύκλος (κατακλείδα, συμπέρασμα, προφητεία) από το ΠΕΘΑΙΝΩ ΣΑ ΧΩΡΑ πάλι:

Μας τα πήρε όλα αυτή η χώρα… Τι θα μείνει όμως από αυτήν χωρίς εμάς; Τι θα είναι αυτή όταν δεν θα ’χει μείνει τίποτα από μας;… Το χώμα της έχει πάρει το σχήμα μου… Το σώμα μου έχει πια τις διαστάσεις της… Έχω μέσα μου τη μοίρα της… Πεθαίνω σα χώρα. (…) 

Αυτός ο άνθρωπος, ο Δημήτρης Δημητριάδης, έκλεισε συμβόλαιο με την Αριάδνη: μπαίνει και βγαίνε στο Λαβύρινθο, δίχως να χάνεται. Δρόμοι, σταθμοί, στενά, πτυχές της γης, η γη κουνιέται και στις ρωγμές της φυτρώνουν αποσιωπητικά. Έτσι,  άναψε ένα βράδυ όλα τα φώτα του μυαλού του και έφτιαξε μιαν έκρηξη, που θα μπορούσε να είναι και δική μας, αν είχαμε περισσότερη τόλμη –δίχως εντόσθια στο κεφάλι και εγκεφαλικά κύτταρα στην κοιλιά – ΠΕΘΑΙΝΩ ΣΑ ΧΩΡΑ, του Δημήτρη Δημητριάδη, ΑΓΡΑ 1978 με ΚΛΙΚ στον παρακάτω σύνδεσμο το σχέδιο του μυθιστορήματος]