Πέμπτη, 1 Δεκεμβρίου 2011

ΑΡΘΡΟ: Τι θέλουν τα κινήματα του δρόμου;

Ο πολίτης του σήμερα, όπως και στον Μεσαίωνα, γεννιέται με χρέος, ζει με φόβο και πεθαίνει μέσα στη φτώχεια…. Και η εκπαίδευση έχει καταντήσει μια «βιομηχανία» που παράγει ό,τι απαιτεί η «αγορά»: γενιές καταναλωτών, πρώιμους οφειλέτες και δουλοπάροικους της υψηλής τεχνολογίας.

Ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα του αμερικανικού πληθυσμού ενώθηκε στη Γουόλ Στριτ διαμαρτυρόμενο για «κάτι». Το Κίνημα κατά της Γουόλ Στριτ αντιγράφηκε σε όλη την Αμερική και την Ευρώπη αλλά δεν έχει ορατή ηγεσία ή ατζέντα. Αυτό το άμορφο συνονθύλευμα ετερόκλιτων πολύχρωμων προσώπων άφησε το κατεστημένο ν' απορεί και να ρωτά επιμόνως: «τι θέλουν;», «ποιος είναι ο αρχηγός τους;», «γιατί δεν μπορούμε να μιλήσουμε;»

Αυτό το «κίνημα του δρόμου» έχει πετύχει μέχρι στιγμής ένα πράγμα: απέδειξε ότι οι κυβερνώσες ελίτ είναι τόσο αποκομμένες από την πραγματικότητα που δεν μπορούν να φανταστούν τα δεινά που προκάλεσε στον απλό εργαζόμενο η προδιαγεγραμμένη οικονομική κρίση που εκείνες δημιούργησαν. Εξ ου και η αφελής ερώτηση «τι θέλουν;». Με δυο λόγια, αυτό που «εκείνοι θέλουν» είναι ένα τέλος στην εποχή της θεσμοθετημένης κλοπής, της εγκληματικής κερδοσκοπίας και της απεριόριστης απληστίας, των αγορασμένων και πληρωμένων πολιτικών, των κατασκευασμένων πολέμων, ένα τέλος στις πολιτικές καραμέλες που προσφέρονται ως λύσεις.

Οι μάζες στη Γουόλ Στριτ, την Ελλάδα, τη Γαλλία, την Ισπανία και την Ιταλία απαιτούν δικαιοσύνη στην κατανομή των πόρων, αποκατάσταση των δικαιωμάτων των πολιτών που εκλάπησαν από τους μεγαλοεπενδυτές της εκλογικής διαδικασίας, οι οποίοι είναι βαθιά ριζωμένοι στη Γουόλ Στριτ, κι ένα τέλος στην απαλλοτρίωση στην οποία προβαίνουν τα πιόνια που κατά λάθος αποκαλούμε «εθνική κυβέρνηση». Οι μάζες πιστεύουν επίσης ότι είναι προσβλητικό να επισημαίνεται ότι η αποκαλούμενη «μεσαία τάξη» φορολογείται με διπλάσιο ποσοστό από τους εκατομμυριούχους και συγχρόνως να εξακολουθούν να βλέπουν τους φόρους τους να κατευθύνονται προς τα θησαυροφυλάκια του 1% της κοινωνίας. Η «αναπτυγμένη» αμερικανική οικονομία είδε το εισόδημα του 1% να αυξάνεται κατά 275% και εκείνο των φτωχών με ποσοστό 18%.

Πώς καταλήξαμε σε αυτή τη δύσκολη θέση; Για να το πούμε απλά, είμαστε τα προϊόντα ενός εκπαιδευτικού συστήματος που επί σαράντα χρόνια παράγει περισσότερο βιομηχανικά ρομπότ παρά σκεπτόμενους πολίτες. Η ανώτατη εκπαίδευση δεν παρέχει πλέον παιδεία. Αντιθέτως, εκπαιδεύει ανθρωποειδείς προεκτάσεις των υπολογιστών ώστε να μεγιστοποιούν την παραγωγικότητα και να μειώνουν το κόστος για τις παγκόσμιες συντεχνίες χωρίς συνείδηση ή καμία πίστη. Για πάνω από τρεις δεκαετίες η αμερικανική ηγεσία διδάχτηκε το θαύμα τού «να αισθάνεσαι καλά» και όχι «να είσαι καλά» και εξήγαγε αυτό το ναρκωτικό και την πορνογραφία που παρήγαγε ως τον «υπέρτερο πολιτισμό» παγκοσμίως.

Οι μάζες έχασαν την πίστη τους στην ικανότητα των λειτουργικών θυγατρικών της τραπεζικής βιομηχανίας, που με αίσθημα φιλανθρωπίας αποκαλούμε πολιτικά κόμματα, να επιλύουν προβλήματα ή έστω να παραδέχονται ότι υπάρχουν.

Σταδιακά, όσο και ανελέητα, οι πολίτες των αποκαλούμενων «ανεπτυγμένων» χωρών αποστερήθηκαν την κυριαρχία τους. Αντιμετωπίζονται πλέον ως καταναλωτές, δανειστές, δουλοπάροικοι της υψηλής τεχνολογίας και φτηνή εργατική δύναμη. Η αποδοχή των δυνάμεων της «αγοράς» ως λύση για τα κοινωνικά προβλήματα μετέτρεψε τις κυβερνήσεις σε θυγατρικές των κεφαλαιούχων, αναθέτοντάς τους ένα διπλό καθήκον: να αστυνομεύουν τα συμφέροντα «των τραπεζικών και των δυνάμεων της αγοράς» και να παρέχουν νέες επενδυτικές ευκαιρίες παράγοντας πολέμους. Καθώς τα κράτη μετατρέπονται σε σφαγεία και τα έθνη σε επαίτες, οι τραπεζίτες αναλαμβάνουν το ρόλο των «ευεργετών».

Ξεκινώντας από τη Γιουγκοσλαβία έχουμε υπάρξει μάρτυρες της κατεδάφισης χωρών μέχρι να σωριαστούν σε ερείπια με στρατιωτικά μέσα και την εγκατάσταση διεφθαρμένων ολιγαρχών ως «δημοκρατικών ηγετών». Έχουμε υπάρξει επίσης μάρτυρες της συγκέντρωσης τεράστιας προσωπικής περιουσίας από οικονομικάριους σπουδαγμένους στο Χάρβαρντ, που ξοδεύουν τον ελεύθερο χρόνο τους ψάχνοντας για ηλιόλουστες τοποθεσίες όπου θα χτίσουν τις βίλες τους. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η ελευθερία γίνεται πολυτέλεια, ακριβώς όπως προέβλεψαν ο Τόμας Τζέφερσον και ο Αντριου Τζάκσον. Για εκείνους, οι τραπεζίτες ήταν πολύ μεγαλύτεροι εχθροί της ελευθερίας από τους στρατούς κατοχής.

Όπως στον καιρό του Μεσαίωνα, ο πολίτης των «προοδευμένων» οικονομιών τού σήμερα γεννιέται με χρέος, ζει με φόβο και πεθαίνει μέσα στη φτώχεια. Όχι πολύ παλιά, όταν οι ηγέτες είχαν μια αίσθηση δημόσιου συμφέροντος, η κοινωνική κλίμακα που καλούμε «εκπαίδευση» ήταν το μέσο της κινητικότητας προς τα επάνω. Τώρα η ανώτερη εκπαίδευση έχει καταντήσει μια «βιομηχανία» που παράγει ό,τι απαιτεί η «αγορά»: γενιές καταναλωτών, πρώιμους οφειλέτες και δουλοπάροικους της υψηλής τεχνολογίας.

Ο κύριος «καταναλωτής υψηλότερης εκπαίδευσης», γνωστός επίσης ως φοιτητής, τώρα αποφοιτά με χρέος 75.000.000 και χωρίς εργασιακές προοπτικές. Οι πανεπιστημιακοί φοιτητές έχουν συσσωρεύσει ακόμη ένα τρισεκατομμύριο δολάρια πάνω και επιπλέον των τρισ. δολαρίων των χρεών των πιστωτικών καρτών. Όχι πολύ παλιά ένας πτυχιούχος πανεπιστημίου μπορούσε να υπολογίζει σε μια αξιοπρεπή εργασία μετά την αποφοίτησή του. Μέχρι την ηλικία των τριάντα μπορούσαν να σχεδιάζουν να ξεκινήσουν οικογένεια και να αγοράσουν ένα σπίτι.

Τώρα οι απόφοιτοι φεύγουν από τα πανεπιστήμια με τεράστια προσωπικά χρέη, που καθιστούν τη δημιουργία οικογένειας και την αγορά σπιτιού απατηλά όνειρα.

Η ανισότητα έχει φτάσει σε επικίνδυνα επίπεδα τόσο σε εθνικό όσο και σε παγκόσμιο επίπεδο και εάν επιτραπεί η άνοδός της, τα θεμέλια της δημοκρατίας θα διαβρωθούν και θα εξαφανιστούν η αξιοπρέπεια και η εθνική κυριαρχία. Το κράτος θα είναι απλώς ο «εφαρμοστής» των νόμων που θα έχουν θεσπιστεί από ένα βιομηχανικό-στρατιωτικό σύμπλεγμα ασφαλείας. Οι καταληψίες της Γουόλ Στριτ και άλλων σημείων φαίνεται ότι τελικά αναγνωρίζουν ποιο είναι το διακύβευμα.

Αλλά ενώ οι διαδηλωτές στήνουν σκηνές, καταρτίζουν ατζέντες και καμουφλάρουν καλά τους ηγέτες, τα μεγαλύτερα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα κάθονται πάνω σε μετρητά 3 τρισ. δολαρίων. Ενώ κοιμόμαστε, νέες ευκαιρίες δημιουργούνται από επιλεκτικούς πολέμους και μεταμεσονύχτιες επιδρομές των οίκων αξιολόγησης. Ενας χορός που τραγουδά τις αρετές της λιτότητας και της μιζέριας ως προϋποθέσεις της ανάπτυξης υψώνει τη φωνή του. Τα μέλη του κινήματος «Καταλάβετε τη Γουόλ Στριτ» φαίνεται ότι διαφωνούν με το ρόλο της κυβέρνησης ως εφαρμοστή των επιχειρησιακών αποφάσεων. Αλλά προτού ενισχυθούν οι ελπίδες μας για ουσιαστική αλλαγή, η πιθανότητα είναι ότι αυτό το κίνημα μπορεί να ανοίξει το δρόμο για ήπια πτώση των άπληστων ληστών του δημόσιου πλούτου. Αυτό το έργο το έχουμε ξαναδεί.

[ΠΗΓΗ: Νικόλαος Α. Σταύρου, ομότιμος καθηγητής Διεθνών Σχέσεων στο Πανεπιστήμιο Χάουαρντ – ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ Τετάρτη 30 Νοεμβρίου 2011]