Παρασκευή, 23 Δεκεμβρίου 2011

Το ταξιδάκι της ζωής: αφού αντέχεται το σφαγείο της ύπαρξης, πόσο μάλλον η Κρίση


«Σαλιγκαράκι, σιγά – σιγά θ’ ανέβεις το Φουτζιγιάμα»:

Εύχομαι λοιπόν σε όλους να περάσουν τα δύσκολα χρόνια που έρχονται, κρατώντας ένα χέρι φίλου αληθινού. Σε οικογένειες που σχηματίζει όχι μόνο το αίμα, αλλά και η συμπάθεια, η εμπιστοσύνη ή η συγγένεια του μυαλού.

 Την περασμένη εβδομάδα κοιμήθηκα στο αεροπλάνο δίπλα σ’ έναν σεβάσμιο γέροντα 88 ετών. Στεκόταν τέλεια - είχε το ένα πόδι πάνω στο άλλο, διάβαζε, ήταν πνευματώδης. Αν κρίνω από όσα μου διηγήθηκε, έζησε μια σπάνια, χαρισματική ζωή. Ήταν ένας απ’ τους πρώτους Έλληνες πιλότους, ανέβηκε στο βουνό, πολέμησε στην Αίγυπτο, ταξίδεψε στους τέσσερις ορίζοντες ενός κόσμου που δεν υπάρχει πια, έκανε δυο γάμους και πολλά παιδιά.

Όταν σβήσαμε το φως και γείραμε τα καθίσματα για τον υπνάκο μας, βρεθήκαμε ξαπλωμένοι δίπλα-δίπλα, σαν ζευγάρι σε διπλό κρεβάτι!

«Να σας ρωτήσω κάτι πολύ προσωπικό;» του είπα, παρασυρμένος από τη σκηνή.

«Ό,τι θες, ό,τι θες!» μου απάντησε, προετοιμασμένος και για τις πιο πρόστυχες απορίες.

«Τώρα, που είσαστε 88, και όλοι σας οι φίλοι έχουν πεθάνει και δεν μπορείτε να σταθείτε όρθιος πάνω από μισή ώρα, γιατί η μέση και το πόδι σας πονούν, και πιθανότατα δεν θα ξαναζήσετε τα ένδοξα επεισόδια της νιότης σας, δεν νιώθετε μεγάλη μοναξιά, αν μη τι άλλο;».

Γύρισε το φαλακρό κεφάλι του, αχνό στο υπογάλαζο φως της καμπίνας, και με κοίταξε διερευνητικά. Είδα τη λάμψη του ματιού του - εγώ, κουκουλωμένος δίπλα του, ένιωσα ξαφνικά νωθρός και μπερδεμένος.

«Άκου να σου πω, κύριέ μου», άρχισε να λέει, σ’ έναν τόνο ξαφνικά πολύ πιο σοβαρό. «Ναι, είμαι ο τελευταίος επιζών μιας παρέας 20 ατόμων. Αλλά πηγαίνω ακόμα κάθε μέρα στη δουλειά. Λύνω προβλήματα. Βοηθάω συνανθρώπους μου - η προσφορά στους άλλους ολοκληρώνει πρωτίστως τη δική μου ζωή. Δεν κοντοστέκομαι στο παρελθόν, από άποψη. Αν τύχει και μείνω σπίτι μόνος, οι σκέψεις, τα παλιά επεισόδια, η εικόνα της νεότητάς μου, έρχονται και με καταβάλλουν. Η σκέψη, επίσης, ότι του χρόνου μπορεί και να μη ζω. Αμέσως πιάνω ένα βιβλίο, κάτι, να ξεφύγει το μυαλό μου. Δεν χρειάζεται να φιλοσοφείς πολύ γύρω απ’ τη φύση της ζωής, χρειάζεται να τη ζεις - όπως μπορείς. Έως τέλους».

Μου έκανε εντύπωση η τετράγωνη απάντησή του, χωρίς ίχνος συναισθηματισμού. Δεν είχα ποτέ το πρακτικό του πνεύμα - ο θάνατος κι οι ατυχίες με πτοούν βαθύτατα. Για να είμαι ειλικρινής, θεώρησα έως και λίγο υπεκφυγή την απάντησή του. «Έτσι είναι, φαίνεται, οι άνθρωποι της δράσης» σκέφτηκα και άρχισα να λαγοκοιμάμαι δίπλα του.

Στην Αθήνα, όταν γυρίσαμε, μου έστειλε την αυτοβιογραφία του. Ένα εξαιρετικά γλαφυρό βιβλίο μιας γεμάτης ζωής, δίπλα στους πρωταγωνιστές του προηγούμενου αιώνα.

Υπήρχε και μια φωτογραφία του, με την κόρη του. Φαντάζομαι θα ξέρετε ότι οι άνθρωποι (ακόμα και οι πιο σκληροί), όταν φωτογραφίζονται με τα παιδιά τους, αποκτούν κάτι ανεξέλεγκτα παιδικό, αθώο, εκτεθειμένο. Ήταν δίπλα της χαμογελώντας παραδομένος - κανένα γαλόνι πια, καμιά άμυνα, καμιά μέθοδος.

Κατάλαβα τότε ότι ο γέρων μού είχε αποκρύψει τι τον κρατούσε τόσο ακέραιο στη ζωή: δεν ήταν η δουλειά, ήταν η οικογένεια του.

Εύχομαι λοιπόν σε όλους να περάσουν τα δύσκολα χρόνια που έρχονται, κρατώντας ένα χέρι φίλου αληθινού. Σε οικογένειες που σχηματίζει όχι μόνο το αίμα, αλλά και η συμπάθεια, η εμπιστοσύνη ή η συγγένεια του μυαλού.

Αφού αντέχεται το σφαγείο της ύπαρξης με την αγάπη, πόσo μάλλον η Κρίση.

Καλές Γιορτές!


Κι ένα συμβολικό παραμύθι (για να κάνουμε ΜΑΤ στην ΑΓΙΑ ΝΥΧΤΑ των ονείρων και των γιορτών)

Μια μέρα συγκεντρώθηκαν σε κάποιο μέρος της γης όλα τα συναισθήματα και όλες οι αξίες του ανθρώπου.
Η Τρέλα αφού συστήθηκε 3 φορές στην Ανία, της πρότεινε να παίξουν κρυφτό. Το Ενδιαφέρον σήκωσε το φρύδι και περίμενε να ακούσει ενώ η Περιέργεια χωρίς να μπορεί να κρατηθεί ρώτησε :

«Τι είναι κρυφτό;»


Ο Ενθουσιασμός άρχισε να χορεύει παρέα με την Ευφορία και η Χαρά άρχισε να πηδάει πάνω κάτω για να καταφέρει να πείσει το Δίλημμα και την Απάθεια -την οποία δεν την ενδιέφερε ποτέ τίποτα- να παίξουν κι αυτοί.

Αλλά υπήρχαν πολλοί που δεν ήθελαν να παίξουν:


Η Αλήθεια δεν ήθελε να παίξει γιατί ήξερε ότι ούτως ή άλλως κάποια στιγμή θα την αποκάλυπταν, η Υπεροψία έβρισκε το παιχνίδι χαζό και η Δειλία δεν ήθελε να ρισκάρει.

Ένα, δυο, τρία άρχισε να μετράει
η Τρέλα


Η πρώτη που κρύφτηκε ήταν η Τεμπελιά. Μιας και βαριόταν κρύφτηκε στον πρώτο βράχο που συνάντησε.

Η Πίστη πέταξε στους ουρανούς και η Ζήλια κρύφτηκε στη σκιά του Θριάμβου ο οποίος με τη δύναμή του κατάφερε να σκαρφαλώσει στο πιο ψηλό δέντρο.

Η Γενναιοδωρία
δεν μπορούσε να κρυφτεί γιατί κάθε μέρος που έβρισκε της φαινόταν υπέροχο μέρος για να κρυφτεί κάποιος άλλος φίλος της οπότε την άφηνε ελεύθερη.

Και έτσι η Γενναιοδωρία κρύφτηκε σε μια ηλιαχτίδα.


Ο Εγωισμός αντιθέτως βρήκε αμέσως κρυψώνα, ένα καλά κρυμμένο και βολικό μέρος μόνο γι` αυτόν. Το Ψέμα πήγε και κρύφτηκε στον πάτο του ωκεανού.

Το Πάθος και ο Πόθος κρύφτηκαν μέσα σε ένα ηφαίστειο. Ο Έρωτας
δεν είχε βρει ακόμη κάπου να κρυφτεί. Έβρισκε όλες τις κρυψώνες πιασμένες, ώσπου βρήκε ένα θάμνο από τριαντάφυλλα και κρύφτηκε εκεί...

1000... μέτρησε
η Τρέλα και άρχισε να ψάχνει.


Την πρώτη που βρήκε ήταν η Τεμπελιά αφού δεν είχε κρυφτεί και πολύ μακριά. Μετά βρήκε την Πίστη που μίλαγε στον ουρανό με τον Θεό για θεολογία. Ένιωσε το ρυθμό του Πόθου και του Πάθους στο βάθος του ηφαιστείου και αφού βρήκε την Ζήλια δεν ήταν καθόλου δύσκολο να βρει κα τον Θρίαμβο. Βρήκε πολύ εύκολα το Δίλημμα που δεν είχε ακόμη αποφασίσει που να κρυφτεί.
Σιγά - σιγά τους βρήκε όλους εκτός από τον Έρωτα.

Η Τρέλα έψαχνε παντού, πίσω από κάθε δέντρο, κάτω από κάθε πέτρα, σε κάθε κορφή βουνού, μα τίποτα... Όταν ήταν σχεδόν έτοιμη να τα παρατήσει βρήκε ένα θάμνο από τριαντάφυλλα και άρχισε να τον κουνάει νευρικά ώσπου άκουσε ένα βογκητό πόνου.

Ήταν ο Έρωτας που τα αγκάθια από τα τριαντάφυλλα, του είχαν πληγώσει τα μάτια.


Η Τρέλα δεν ήξερε πως να επανορθώσει, έκλαιγε, ζήταγε συγγνώμη και στο τέλος υποσχέθηκε να γίνει ο οδηγός του Έρωτα. Κι έτσι από τότε ο Έρωτας είναι πάντα τυφλός και η Τρέλα πάντα τον συνοδεύει...