Τρίτη, 31 Μαΐου 2011

Τα σταφύλια της οργής αγανακτισμένων 2011 μ.Χ.


Τα σταφύλια της οργής αγανακτισμένων 2011 μ.Χ. Παθητική επανάσταση ή ένα καζάνι που βράζει;

Πού πηγαίνει αυτή η χώρα;
Ο Κανένας υπάρχει. Και είναι κι αυτός ένας απλός άνθρωπος σαν κι εμάς.

Το πολιτικό σύστημα είχε μέχρι τώρα συνηθίσει στην απρόσωπη παρουσία του, στα δισδιάστατα διαγράμματα των δημοσκοπήσεων που μετρούσαν την αποχή, όπου κατοικούσε εδώ και πολύ καιρό. Μόλις όμως αυτός ο Κανένας απέκτησε ξαφνικά τρισδιάστατη υπόσταση, με πρόσωπο, σάρκα και οστά και με τον δικό του ιδιόρρυθμο τρόπο διεκδικεί τη συμμετοχή του στα κοινά, το πολιτικό σύστημα στέκεται μπροστά του με αμηχανία.

«Ταξίδεψα σε κάθε γωνιά της χώρας», έλεγε ο Τζον Στάινμπεκ, που στα «Σταφύλια της οργής» περιέγραφε τα πάθη των ανθρώπων της αμερικανικής υπαίθρου μετά την καταστροφή τους από την οικονομική κρίση της δεκαετίας του 1930. Και όλοι με ρωτούσαν το ίδιο πράγμα: πού πηγαίνει αυτή η χώρα;

Αυτή η απορία, αυτή η αγωνία, αυτή η επίγνωση πως τα πράγματα δεν πηγαίνουν καλά, θα μπορούσε να αποτελέσει από μόνη της ένα πολιτικό πρόγραμμα ή έστω την απαρχή του. Αυτή ακριβώς είναι η κινητήρια δύναμη που βγάζει σήμερα τους νέους στις πλατείες των ευρωπαϊκών μεγαλουπόλεων. Ένα μέρος του πολιτικού συστήματος, αυτό που κυβερνά, τους αντιμετωπίζει τουλάχιστον για την ώρα με ανοχή. Και ένα άλλο, αυτό που βρίσκεται στην αντιπολίτευση, τους βλέπει με δυσπιστία. Τη στάση των κυβερνώντων έχει ήδη εξηγήσει ο Γκράμσι, όταν έγραφε για την «παθητική επανάσταση», δηλαδή για την εξουσία που επιτρέπει μικρές συμβολικές κινήσεις εκτόνωσης, με την ελπίδα πως θα μπορέσει έτσι να αποφύγει τη μαζική δυσαρέσκεια του λαού. (...)
Η στάση όμως του αντιπολιτευόμενου μέρους του πολιτικού συστήματος είναι ανεξήγητη. Μολονότι δυσκολεύεται να επικοινωνήσει με την κοινωνία (αυτοί που μαύρισαν τον Θαπατέρο, ψήφισαν μαζικά τη Δεξιά), δείχνει απροθυμία να χορηγήσει πιστοποιητικό «πολιτικής νομιμοφροσύνης» σε ένα μεγάλο τμήμα της -και μάλιστα κυρίως νεανικό- που σήμερα πλημμυρίζει τις ευρωπαϊκές πλατείες. Επικρίνει την πολιτική ασάφεια των διαδηλώσεων. Και δεν τις θεωρεί ένδειξη λαϊκής ισχύος. (...)

Η αγανάκτηση των νέων για τις κοινωνικές ανισότητες, οι φόβοι τους μπροστά στις δυσκολίες της καθημερινής τους ζωής, η επίγνωση πως θα είναι οι πρώτοι νέοι στην Ιστορία που θα ζήσουν χειρότερα από τους γονείς τους, ξαναφέρνουν στο προσκήνιο της πολιτικής ένα μεγάλο τμήμα της κοινωνίας που μέχρι τώρα έμενε στο περιθώριο. Αν δεν έχει (ακόμη) οργανωμένη πολιτική έκφραση, το φταίξιμο γι' αυτό δεν πέφτει στους νέους, αλλά σε εκείνα τα κόμματα που μολονότι, θεωρητικά και ιστορικά, τους έπεφτε αυτό το χρέος, απέτυχαν να εκφράσουν τις προσδοκίες τους. Ας μην ψάχνουν λοιπόν τη λύση μακριά τους, όταν βρίσκεται μπροστά τους».
[ΠΗΓΗ «Όποιος δεν καταλαβαίνει, του Ρούσσου Βρανά από ΤΑ ΝΕΑ]

Σάββατο, 28 Μαΐου 2011

Φόβος και σύστημα (άρθρο του Γ. Σταματόπουλου)

Οι θαυμάσιοι ηθοποιοί του πολιτικού συστήματος και ο φόβος τους για το αυθόρμητο της κοινωνίας, το οποίο αν εκδηλωθεί δυναμικά δεν ελέγχεται.

Το πολιτικό σύστημα διακρίνεται από την υψηλή θεατρική του δεινότητα, την οποία δεν φείδεται να επιδεικνύει το πολιτικό υπηρετικό προσωπικό. Ομολογουμένως είναι θαυμάσιοι ηθοποιοί.

Κατόρθωσαν να πανικοβάλουν τον κόσμο, προκάλεσαν γενικό μούδιασμα στα μέλη και τη διάθεση του καθενός που εξαρτάται από ένα μισθό, από ένα μεροκάματο τρόμου.

Στην ουσία δεν τους ενδιαφέρει η συναίνεση της αντιπολίτευσης· αυτή είναι δεδομένη. Φοβούνται δηλαδή ότι η Ν.Δ. θα επιδείξει σοσιαλιστική ή δημοκρατική πυγμή; Είναι τουλάχιστον αστείο, έως φαιδρό.

Εκείνο που πράγματι φοβούνται οι δανειστές είναι η θυμική αντίδραση του κόσμου, η εξέγερση. Έως τώρα έχουν σπέρματα μόνο αναφανεί, στα κινήματα ανυπακοής και στις τελευταίες αυθόρμητες συγκεντρώσεις. Ο φόβος τους προέρχεται από το γεγονός ότι αυτά τα σπέρματα είναι αχειραγώγητα, ακομμάτιστα. Έχασαν δηλαδή οι δανειστές τον μεγάλο τους σύμμαχο, που δεν είναι άλλος από τα πολιτικά κόμματα.

Αυτό φοβούνται· το αυθόρμητον της κοινωνίας, το οποίο αν εκδηλωθεί δυναμικά δεν ελέγχεται. Και θα πάνε τότε κατά διαόλου, μέτρα και περικοπές και ξεπούλημα εθνικών περιουσιών και δεν συμμαζεύεται. Όλες, μα όλες οι εξελίξεις δεν είναι παρά απόρροια αυτού του φόβου. Βέβαια ακόμη το ελέγχουν, είναι τόσος ο πανικός της κοινωνίας που δεν αφήνει τα μέλη της να βγουν στους δρόμους, εκτός απ' αυτές τις μερικές χιλιάδες.

Αλλά και στην ελληνική θεατρική (πολιτική) σκηνή παρελαύνουν ικανότατοι ηθοποιοί. Ψιθυρίζουν εκλογές (που θα είναι καταστροφή για τον τόπο), αοριστολογούν για κυβέρνηση προσωπικοτήτων (τρέχα γύρευε· από τις βιβλιοθήκες και τα εργαστήρια στη διοίκηση της χώρας;), χειρονομούν τινές τάχα μου εξεγερσιακά και άλλα ιλαρά.

Άπαντες αρνούνται να ομολογήσουν ότι εκείνο που έχει χρεοκοπήσει είναι το πολιτικό σύστημα, που έχει βεβαίως πλάσει μαλθακούς και ανέντιμους πολίτες και όλοι σέρνουμε τον χορό της κατάρρευσης.

Γι' αυτό και δεν εμφανίζεται η κοινωνία στο πολιτικό σκηνικό, για τούτο τα εκατομμύρια των Ελλήνων παραμένουν ακόμη στον καναπέ τους. Γιατί ποτέ τους δεν προβληματίστηκαν για το τι σημαίνει πραγματικά Δημοκρατία. Επί δεκαετίες είχαν εκχωρήσει το δικαίωμα συμμετοχής τους στις πολιτικές αποφάσεις σε αντιπροσώπους (κοινοβουλευτική δημοκρατία και κουραφέξαλα). Γρήγορα, όμως, οι αντιπρόσωποι κατάλαβαν την τεράστια δύναμή τους, και αφού η κοινωνία δεν τους ήλεγχε, μερίμνησαν να πλουτίσουν οι ίδιοι και τα σόγια τους και πλήθος παρατρεχάμενων.

Κι έτσι δηλητηριάστηκε μια ολόκληρη εποχή· γενιές γαλουχηθήκαμε σε μια πολιτική χυδαιότητα. Ήλθε ίσως ο καιρός για Δημοκρατία. Αλλά τούτο φαντάζει ακατόρθωτο, διότι ουδέποτε μυηθήκαμε στις αρχές της. Η Δημοκρατία απαιτεί μακρόχρονη παράδοση (έστω σε θεσμούς της), προϋποθέτει υψηλό βαθμό παιδείας (όχι απαραίτητα εγκυκλοπαιδικής), θέλει τα μέλη της κοινωνίας ενεργά, με βαθύ αίσθημα σεβασμού και αλληλεγγύης. Δεν μιλάμε για κάτι ιδανικό· δεν θα απαλειφθούν δηλαδή συγκρούσεις και αντιπαραθέσεις, δεν θα γίνουμε όλοι ειρηνικά πλάσματα, θα πάψουμε, όμως, να είμαστε πρόβατα, όπως είμαστε τώρα, θα πάψουμε να πανικοβαλλόμεθα από ανθυπομέτριους ηθοποιούς της πολιτικής· θα απαλλαγούμε από τις ανοησίες όσων υμνούν σήμερα το υπάρχον πολιτικό σύστημα, φιλελεύθερους και σοσιαλιστές, δεξιούς και «αριστερούς».

[Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΣΤΑΜΑΤΟΠΟΥΛΟΥ , stamg@enet.gr, από τη στήλη του στη ΣΑΒΒΑΤΙΑΤΙΚΗ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ 28-05-2010]

Σάββατο, 21 Μαΐου 2011

ΜΜΕ και ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΡΙΣΗ

Τα δελτία ειδήσεων βλάπτουν σοβαρά την υγεία: πώς τα ΜΜΕ καλύπτουν τα γεγονότα

Ο ΤΡΟΠΟΣ ΠΟΥ ΤΑ ΚΥΡΙΑΡΧΑ ΜΜΕ ΠΑΡΟΥΣΙΑΖΟΥΝ ΤΗΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΡΙΣΗ. Άγχος, φόβος, απέχθεια, κατάθλιψη είναι μερικά από τα συναισθήματα που προκαλεί ο τρόπος που καλύπτουν τα ηλεκτρονικά ΜΜΕ αλλά και οι εφημερίδες την οικονομική κρίση στην Ελλάδα, σύμφωνα με έρευνα φοιτητών στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.




 «Οι ειδήσεις με αρρωσταίνουν». Είναι ο διπλανός σας που το λέει συχνά πια, και ο παραδιπλανός, είναι και ο αντίλαλος της σκέψης που μόλις κάνατε ακούγοντας ένα τηλεοπτικό δελτίο ειδήσεων. Αναπαράγοντας τη «γραμμή» της αποδοχής, την κυρίαρχη ιδεολογία, δηλαδή ποντάροντας σ' ένα συναίσθημα αποκομμένο από τη σκέψη και την κριτική, τα δελτία ειδήσεων των 8:00, όπως έχουμε συνηθίσει να τα αποκαλούμε, καλλιεργούν τον πανικό, την άγνοια, την ηττοπάθεια, τον ατομισμό και τη μοιρολατρία. Επί πλέον, ενισχύουν τις ενοχές και την κατάθλιψη των τηλεθεατών. Νισάφι πια... Ανοίγω την τηλεόραση και μου μαυρίζει η ψυχή». «Μιλάνε σαν να είναι ένας τυφώνας που μας έχει παρασύρει όλους». «Ξέρω ότι τα πράγματα είναι άσχημα, αλλά δεν μπορώ να πενθώ συνέχεια». Αυτές είναι μερικές από τις επαναλαμβανόμενες φράσεις-κλειδιά που εντόπισαν οι φοιτητές του Παντείου Πανεπιστημίου σε έρευνα για το πώς τα ΜΜΕ καλύπτουν την οικονομική κρίση. Η έρευνα, που περιλαμβάνει αποκωδικοποίηση των οπτικοακουστικών μηνυμάτων από τα κεντρικά δελτία ειδήσεων και τις εφημερίδες και συνεντεύξεις με πολίτες 18-50 ετών, ξεκίνησε ενώ το ΔΝΤ ήταν ακόμα προ των πυλών, πριν από τη μεγάλη διαδήλωση της 5ης Μαΐου και τους θανάτους που τη σημάδεψαν.
     Μιλήσαμε με την καθηγήτρια Κοινωνιολογίας Αλεξάνδρα Κορωναίου, που συντονίζει την έρευνα στο πλαίσιο του μαθήματος Ψυχοκοινωνιολογία στα ΜΜΕ. Τα συμπεράσματα της έρευνας, που συνεχώς εμπλουτίζονται καθώς η επικαιρότητα τρέχει με απρόβλεπτους ρυθμούς, είναι αποκαλυπτικά: άγχος, φόβος, απέχθεια, κατάθλιψη είναι μερικά από τα συναισθήματα που προκαλεί ο τρόπος που καλύπτουν τα ηλεκτρονικά ΜΜΕ αλλά και οι εφημερίδες την οικονομική κρίση στην Ελλάδα. Ταυτόχρονα, όμως, η επιλεκτική παρουσίαση των γεγονότων γεννά και την αντίθετη άποψη: την αμφισβήτηση, τη δυσπιστία, τη στροφή σε εναλλακτικές πηγές πληροφόρησης -κυρίως στο ίντερνετ- ειδικά για τις νεαρές ηλικίες.
Σύμφωνα με την έρευνα, η οποία πρωτοπαρουσιάστηκε στις εφημερίδες «Αυγή» και «Δρόμος» και έκανε μια δεύτερη καριέρα στα διαδικτυακά μπλογκ, τα ΜΜΕ προσεγγίζουν την κρίση με πέντε βασικούς τρόπους:

1. Δραματοποίηση
Η κρίση παρουσιάζεται σαν μια φυσική καταστροφή αναπόφευκτη και ανεξήγητη, σαν μια άλλη 11η Σεπτεμβρίου. Ακολουθείται η ίδια «συνταγή» παρουσίασης, χωρίς να αναλύονται οι βαθύτεροι λόγοι ούτε να ακούγονται τρόποι διεξόδου από την κρίση. Οι εκφράσεις που χρησιμοποιούνται είναι «εφιαλτικό σενάριο», «απελπιστική κατάσταση», «δεν υπάρχει άλλος δρόμος», «σκληρά αλλά αναγκαία μέτρα», «είμαστε στο χείλος του γκρεμού».
    Πλάι στις παρατηρήσεις της έρευνας θα μπορούσε κανείς να προσθέσει ότι το μοντέλο της δραματοποίησης ακολουθείται όχι μόνο στην παρουσίαση της οικονομικής κατάστασης, αλλά και στην αντιμετώπιση των αντιδράσεων και διαδηλώσεων. «Τα πλάνα από την πορεία που έδειχναν τη μαζικότητα του κόσμου ήταν ελάχιστα σε σχέση με τις εικόνες από τις καταστροφές και τη φονική πυρκαγιά» επισημαίνει η πανεπιστημιακός, σχολιάζοντας την κάλυψη της πορείας της 5ης Μαΐου.

     Πράγματι, ο τραγικός θάνατος τριών εργαζομένων κατάπιε το ανθρώπινο τσουνάμι που πλημμύρισε τους δρόμους, μετατοπίζοντας το ενδιαφέρον των ΜΜΕ από τις κοινωνικές αντιδράσεις στην καταδίκη της βίας. Το τριπλό έγκλημα μούδιασε την κοινωνία στο σύνολό της· όμως, τα ανακλαστικά των ΜΜΕ να παρουσιάσουν με όρους θρίλερ μία ήδη δραματική κατάσταση, αποκρύπτοντας, παραπληροφορώντας ή παραποιώντας γεγονότα, ακόμα και στοχοποιώντας διαδηλωτές, ακολουθεί πάλι την ίδια συνταγή «το δράμα πάνω από τα γεγονότα».
    Όσοι έβλεπαν μόνο τηλεόραση εκείνες τις ημέρες, χωρίς να διαβάζουν εφημερίδες ή διαδίκτυο, το πιο πιθανό είναι να άκουσαν ότι κάποιοι φώναξαν «να καούν» παρά να έμαθαν ότι διαδηλωτές, και μάλιστα μετανάστες, έσπευσαν να διασώσουν τους εγκλωβισμένους. Η «άβυσσος» και η «έκτακτη ανάγκη» έδωσαν χώρο σε ηλεκτρονικές και έ- ντυπες φωνές που ζητούσαν να καταργηθούν άρθρα του Συντάγματος και να επιβληθεί «όχι ακριβώς δικτατορία» αλλά κάτι που της μοιάζει ανησυχητικά.

2. Ενοχοποίηση του κοινού
Φταίμε όλοι, και μάλιστα σχεδόν το ίδιο, για την κατάσταση στην οποία φτάσαμε. Το ίδιο όσοι έφαγαν εκατομμύρια με σκάνδαλα που ποτέ δεν εξιχνιάστηκαν, το ίδιο και όσοι έχουν απλήρωτα δάνεια και υπερχρεωμένες πιστωτικές. Ο ψιλικατζής και ο μεγαλοεπιχειρηματίας, ο άνεργος και το γκόλντεν-μπόι, ο συνταξιούχος και ο εκατομμυριούχος αντιμετωπίζονται ως συνυπεύθυνοι σε μια διάχυση της διαφθοράς που θα λυθεί «αναλαμβάνοντας όλοι τις ευθύνες μας». Όπως τονίζεται στην έρευνα, «η εικόνα που μεταφέρουν είναι η εικόνα μιας διεφθαρμένης κοινωνίας στο σύνολό της. Η συλλογική ενοχοποίηση "απαγορεύει" στο θυμό και την οργή να εκφραστούν με στόχο τους πραγματικούς υπεύθυνους, δημιουργώντας συναισθήματα αυτοαπόρριψης και αυτομομφής. Ετσι καθηλώνει τους πολίτες και οδηγεί αθόρυβα στην αποδοχή των μέτρων. Μόνο τα ΜΜΕ και οι άνθρωποί τους δεν εμφανίζονται ποτέ να εμπλέκονται σε σκάνδαλα, ύποπτες δραστηριότητες, φοροδιαφυγή κ.ά.».

3. Έμφαση στο ατομικό
Η ανασφάλεια υπερτονίζεται ως το μόνο επιτρεπτό συναίσθημα. Οι συλλογικές αντιδράσεις (διαδηλώσεις, απεργίες κ.λπ.) προβάλλονται συνήθως τελευταίες, άρα ασή- μαντες και, τελικά, μάταιες. Ελάχιστη ώρα καταλαμβάνουν στα δελτία οι μαζικές ειρηνικές διαδηλώσεις και διαμαρτυρίες· μόνο τα σπασίματα παρουσιάζονται με έμφαση. Το ζουμ του φακού γίνεται στο ατομικό δράμα: μία άνεργη μητέρα, ένας συνταξιούχος, ένας έμπορος εμφανίζονται ως ατομικές περιπτώσεις, αποκομμένες από το συλλογικό. Κατά το δόγμα «ένας θάνατος είναι τραγωδία, χίλιοι θάνατοι είναι στατιστική», οι «συλλογικότητες» εμφανίζονται με τη μορφή στατιστικών πινάκων: 1.000.000 άνεργοι, το 20% ζει κάτω από το όριο της φτώχειας κ.ο.κ. Φυσικά, οι στατιστικές είναι νούμερα και δεν έχουν δύναμη να αλλάξουν τη μοίρα. Στην τελική, είναι διεσπαρμένες μονάδες, μοιραίοι και άβουλοι αντάμα, κατά το θατσερικό ρητό «δεν υπάρχει κοινωνία, μόνο άτομα».

4. Υποβάθμιση στο συλλογικό
Όσο προβάλλεται κατά κόρον το μοτίβο «είμαστε όλοι υπαίτιοι», η αντιμετώπιση της κρίσης παρουσιάζεται ως: α) υπόθεση των πολιτικών που χειρίζονται τα πράγματα και β) ατομική υπόθεση του καθενός να τα βγάλει πέρα όπως μπορεί. Οι συλλογικές μορφές αγώνα (διαδηλώσεις, απεργίες κ.λπ.) υποβαθμίζονται ως «άκαιρες», «υπερβολικές» ή/και «καταστροφικές» για τη χώρα. Σε έναν εσκεμμένο συμψηφισμό, κάποιοι έφτασαν να συγκρίνουν τη μαζική απόπειρα εισόδου των διαδηλωτών στη Βουλή με τον εμπρησμό της Μαρφίν, προκαλώντας τον γκεμπελικό συνειρμό «διαδηλωτής = πιθανός δολοφόνος».

5. Κοινωνικός αυτοματισμός
Η παρουσίαση των μέτρων αλλά και των αντιδράσεων στοχεύει στη διάρρηξη της κοινωνικής συνοχής, ώστε η μία κοινωνική ομάδα να στρέφεται εναντίον της άλλης και να φαίνεται ότι απειλεί την ευημερία της άλλης. Δημόσιοι υπάλληλοι εναντίον ιδιωτικών (βλέπε και την αποτυχημένη απόπειρα να παρουσιαστεί ότι η κυβέρνηση «έσωσε» τάχα τον 13-14ο μισθό των ιδιωτικών), διαδηλωτές εναντίον εμπόρων και τουρισμού, απεργοί εναντίον εργαζομένων. «Η λογική τού διαίρει και βασίλευε» παρατηρεί η Αλ. Κορωναίου «εδραιώνει την κυριαρχία όχι των πολιτικών προσώπων (άλλωστε, εύκολα γίνονται αποδιοπομπαίοι τράγοι), αλλά των ίδιων των δημοσιογράφων και των μέσων. Μόνο αυτοί μένουν στο απυρόβλητο».
    Όπως, όμως, μας είπε η ίδια η καθηγήτρια και συντονίστρια της έρευνας, ο τρόπος που τα κυρίαρχα ΜΜΕ παρουσιάζουν την κρίση συντελεί στην ίδια την κρίση και την απαξίωση των ΜΜΕ. «Ολο και περισσότεροι νέοι δεν ενημερώνονται από την τηλεόραση, ειδικά οι ηλικίες κάτω των 25. Γι' αυτό στρέφονται σε μέσα που ενθαρρύνουν το διάλογο, όπως το διαδίκτυο. Οσο για την τηλεόραση, στρέφονται κυρίως σε χιουμοριστικές εκπομπές, όπως το "Αλ Τσαντίρι Νιους" και το "Ράδιο Αρβύλα", ακόμα και στα λεγόμενα ψυχαγωγικά δελτία ειδήσεων».
     Όπως φάνηκε μέσα από συνεντεύξεις με το κοινό, πολλοί αποφεύγουν συνειδητά τις ειδήσεις, γιατί τους προκαλούν άγχος και απέχθεια, τους οδηγούν στην κατάθλιψη. «Χαρακτηριστικά θυμάμαι τη φράση μια κοπέλας, ότι όταν βλέπει τηλεόραση είναι σαν να πενθεί διαρκώς. Οπως γνωρίζουν οι ψυχολόγοι, το παρατεταμένο εσωτερικευμένο πένθος είναι κλινικό σύμπτωμα της κατάθλιψης. Ηδη ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας είχε προειδοποιήσει από το 2008 ότι η οικονομική κρίση θα αυξήσει τα συμπτώματα κατάθλιψης και τις αυτοκτονίες. Αυτό φάνηκε με δραματικό τρόπο και στη χώρα μας, με τέσσερεις αυτοκτονίες σε ένα μόνο Σαββατοκύριακο. Ο τρόπος που παρουσιάζουν τα ΜΜΕ την κρίση δεν διευκολύνει το διάλογο και σίγουρα επηρεάζει αρνητικά την ψυχική υγεία. Ο θεατής το εισπράττει ως μία συνθλιπτική απουσία ελέγχου στη ζωή του, στο παρόν και στο μέλλον του, ότι τα μέτρα είναι μονόδρομος και ότι δεν υπάρχει συλλογική διέξοδος, παρά μόνο η ατομική συμμόρφωση».
     Κι όμως, όπως φαίνεται μέσα από τις συνεντεύξεις, πάρα πολλοί ερωτώμενοι αμφισβητούν πως τα πράγματα είναι έτσι όπως μας τα παρουσιάζουν, ενώ η συντριπτική πλειονότητα των νεότερων ηλικιών είναι πεπεισμένη ότι θα υπάρξει κοινωνική αντίδραση

[Έρευνα από τους φοιτητές του Παντείου Πανεπιστημίου Έψιλον Ελευθεροτυπίας 16-05-2010]

Σάββατο, 7 Μαΐου 2011

«Καλέ μου άνθρωπε»


Μια επίκαιρη επιφυλλίδα του Ευγένιου Αρανίτση, που με αφορμή το Θανάση Βέγγο προχωρεί σε σκέψεις και παρατηρήσεις γενικότερου ενδιαφέροντος




Για να καταφεύγει ο Βέγγος τόσο συχνά στην προσφώνηση «Καλοί μου άνθρωποι!», πά' να πει ότι υπήρχαν και κακοί -διαφορετικά η διευκρίνιση θα περίττευε.
     Τώρα οι κακοί, οι άπληστοι, οι πωρωμένοι, οι μηδενιστές και οι τεχνοκράτες επελαύνουν κερδίζοντας τις μάχες σε όλα τα μέτωπα, ενώ ο Βέγγος χάνεται μαζί με την τελευταία συγκινησιακή ανταύγεια της δεκαετίας του '60, στην ψυχική ευρυχωρία της οποίας είχε τρέξει και ξανατρέξει αλωνίζοντας και καλώντας τους πάντες σε επαγρύπνηση εν όψει μιας απειλής που ουδέποτε κατονόμαζε. Εκ των υστέρων, έχουμε αμέτρητους λόγους να υποθέσουμε πως η τελευταία δεν ήταν παρά ο κίνδυνος να αποκοπούμε απ' το συναισθηματικό φως του παρελθόντος της ζωντανής γειτονιάς.
     ΠΡΑΓΜΑΤΙ, το τρέξιμο του Βέγγου στην πόλη, η αδιάκοπη κίνηση πάνω-κάτω και γύρω απ' την εστία κάθε μικροσυμβάντος είναι μια τρελή τροχιά απείρως πιο αγωνιώδης και ομιλητική απ' ό,τι των διάσημων συναδέλφων του της κινηματογραφικής κωμωδίας, όπως ο Λουί ντε Φινές ή, παλαιότερα, ο Τσάπλιν. Μ' αυτούς μοιράζεται, φυσικά, τη σπασμωδική τεθλασμένη και την ταχύτητα μιας κίνησης που προκύπτει απ' την καταδίωξη: όλοι αυτοί οι κωμικοί τρέχουν σαν να τους κυνηγούν, για να μην πούμε ότι τους κυνηγούν όντως κάθε είδους απειλές και παρεξηγήσεις, αντικείμενα που ξεφεύγουν από τον έλεγχο και παλιάνθρωποι. Ωστόσο υπάρχει στον Βέγγο, επιπλέον -και κυρίως-, μια δόση αστείρευτης αγάπης για εκείνους που αναλαμβάνει να προστατέψει και που δεν είναι παρά οι ίδιοι οι θεατές: ο Βέγγος τρέχει θέλοντας να προειδοποιήσει για μιαν επερχόμενη καταστροφή, τρέχει αντιστεκόμενος στην εισβολή ενός παράλογου τρόπου ζωής που έρχεται απ' το μέλλον και που ήδη έχει κατακτήσει, στις ταινίες εκείνες, το εσωτερικό των σαλονιών της ανώτερης τάξης με τη γοητεία των πλαστικοποιημένων επιφανειών και την υπνωτιστική επιρροή των επίπλων ντιζάιν στις αποφάσεις του Κωνσταντάρα και της Μάρως Κοντού. Εν ολίγοις, ο Βέγγος τρέχει, όχι μόνον επειδή δεν τον χωράει ο τόπος, αλλά επίσης για να σημάνει συναγερμό.
       ΤΡΕΧΕΙ και τρέχει θέλοντας να μας πει ότι η συμφορά δεν είναι αυτή που μας βρήκε αλλά εκείνη που πρόκειται να μας βρει όταν θα λησμονηθεί οριστικά και αμετάκλητα το περίφημο εκείνο κάτι, αυτός ο προ πολλού μισοχαμένος θησαυρός που ο ίδιος ψάχνει εδώ κι εκεί και που δεν είναι άλλος απ' τη διαπροσωπική συμπάθεια ως ιδανική ρίζα κάθε επιθυμίας και κάθε αιτιότητας. Τρέχει διαλαλώντας ότι η ευτυχία τού να περιστοιχίζεσαι από καλούς ανθρώπους εκπνέει όπου να 'ναι, σημαδεμένη από την ημερομηνία λήξης της διαφαινόμενης αλματώδους προόδου στην τεχνολογία των τηλεοράσεων και των ψυγείων. Τρέχει σπάζοντας όλα τα ρεκόρ νευρικότητας και υπερδιέγερσης για να μας μεταδώσει, με κωμικό τρόπο, το νόημα της τελευταίας ευρωπαϊκής τραγωδίας: δηλαδή την επίγνωση ότι κάθε ρεκόρ, κάθε επίτευγμα έχει χαρακτήρα αποχαιρετιστήριο. Σ' αυτό συνίσταται η ιδιοφυΐα του.


ΑΠΟΔΕΙΧΤΗΚΕ προφήτης. Ήταν ο πιο ενστικτώδης, καλόκαρδος και ταλαντούχος ταχυδρόμος που είχαμε ποτέ

[ΠΗΓΗ: από τη μόνιμη στήλη ΕΙΣΟΔΟΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ του Ευγένιου Αρανίτση στη σαββατιάτικη ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ 7/5/2011]

Πέμπτη, 5 Μαΐου 2011

ΔΙΔΑΚΤΕΟΝ ΕΚΤΟΣ ΥΛΗΣ: «Η Ελλάδα του μνημονίου»


Θα αποκτήσει επί τέλους η χώρα μας αξιόπιστο δημοκρατικό πολίτευμα, με πλήρη και ειλικρινή ενημέρωση των πολιτών, με έντιμη διαχείριση της φτώχειας μας, και -προ παντός- με κατάργηση της πολιτικής οικογενειοκρατίας;


Ανάλυση στα γεγονότα από τον πανεπιστημιακό καθηγητή Κώστα Ε, Μπέη


    Από το 1974, όταν, επιτέλους, έπεσε μέσα στις δικές της αμαρτίες η δικτατορία, και αφελώς πιστέψαμε ότι θα επακολουθούσε η λειτουργία και ο σεβασμός γνήσιων δημοκρατικών αξιών, κανένα πολιτικό κόμμα δεν είχε την ειλικρίνεια να μας ενημερώσει ότι αδυνατεί να κυβερνήσει τον τόπο δίχως διεθνή δανεισμό και συνακόλουθα να ζητήσει λαϊκή εντολή για μια τέτοια περιπέτεια, καθώς και για εκείνα τα αναγκαία όριά της, που δεν θα υποδούλωναν τη χώρα στους ξένους δανειστές, όπως τελικώς έγινε. Όσους ερωτώ, σταθερά μου απαντούν αρνητικά, ότι δηλαδή αγνοούσαν την επικίνδυνη υπερχρέωση της χώρας μας.
      Στις εκλογές του 2009 και οι δυο κληρονόμοι της αρχηγίας, τόσο της μετριοπαθούς Δεξιάς όσο και της αστικής Αριστεράς, υπόσχονταν, ο μεν ένας «ακόμη καλύτερες μέρες», ο δε άλλος να μεταβάλει τη χώρα σε Δανία του Νότου (!), δίχως να διατυπώσουν τον ελάχιστο υπαινιγμό για το δυσθεώρητο δημόσιο χρέος, το οποίο εκείνοι μεν γνώριζαν, εμείς δε αγνοούσαμε. Κι όμως! Δεν είναι λίγοι εκείνοι που συνεχίζουν ν' ασχημονούν, απειλώντας πως θα βυθίσουν τη χώρα στο σκοτάδι, αν τελειώσει η χρυσή ληστρική εποχή τους.
      Ακόμη και ο κ. πρωθυπουργός εγκατέλειψε το συνήθως ήρεμο χαμογελαστό ύφος, με μια πρωτόγνωρη αναιδή αναφορά του σε «δήθεν ανεξάρτητους αναλυτές και ανησυχούντες επιστήμονες», τους οποίους περιέγραψε ως «Κασσάνδρες» και «εργολάβους της αγωνίας των πολιτών», που «έστω και άθελά τους συνταυτίζονται με συμφέροντα και ιδιοτελείς σύγχρονους μαυραγορίτες, εγχώριους ή της αλλοδαπής» (βλ. «Καθημερινή» της 29ης Απριλίου, σελ. 4). Ε, όχι!
      Οι πανεπιστημιακοί δάσκαλοι ενδιαφέρονται να αποκτήσει επί τέλους η χώρα μας αξιόπιστο δημοκρατικό πολίτευμα, με πλήρη και ειλικρινή προεκλογική ενημέρωση των πολιτών, με έντιμη διαχείριση της φτώχειας μας, και -προ παντός- με κατάργηση της πολιτικής οικογενειοκρατίας που ανέδειξε διαμέσου της κληρονομικής διαδοχής 23 πρωθυπουργούς, ενώ πλήθος άλλων αναμένουν τη δική τους σειρά!
      Δεν έχει ηθικό ανάστημα να δίδει μαθήματα ήθους μια κυβέρνηση, της οποίας ο πρωθυπουργός συνεχώς πετάει πολυτελώς με το λεγόμενο πρωθυπουργικό αεροπλάνο, όταν την ίδια μέρα και με δύο ώρες διαφορά, την ίδια αεροπορική διαδρομή Αθηνών-Βρυξελλών πραγματοποιεί και ο πρόεδρος της πλούσιας Κυπριακής Δημοκρατίας, ταξιδεύοντας με το αεροπλάνο της γραμμής! Ούτε νομιμοποιείται να δίδει αξιόπιστα μαθήματα χρηστής και σφιχτής διαχείρισης της φτώχειας μας ο υπουργός Οικονομικών, όταν πετάει για τη σύνοδο της Νέας Υόρκης επίσης με το πρωθυπουργικό αεροπλάνο, ενώ στο αεροδρόμιο των Βρυξελλών ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας κ. Τρισέ κάθεται ανάμεσα στο πλήθος των ταξιδιωτών, περιμένοντας ευγενικά τη σειρά του για την ίδια πτήση προς Νέα Υόρκη και την ίδια σύνοδο, στην οποία κατευθύνθηκε και ο Ελληνας υπουργός που διαχειρίζεται τη χρεοκοπία μας.
      Βεβαίως, ποτέ κανένας δεν κλήθηκε αξιόπιστα ν' αποδώσει λογαριασμό και να επιστρέψει όσα παρανόμως και ανηλεώς ενθυλάκωσε ή κατασπατάλησε. Δεν περιμένω λοιπόν τίποτε από το αναξιόπιστο πολιτικό σύστημα που σταθερά μας εμπαίζει. Θα μπορούσα να αδιαφορώ, αποσυρμένος στην ηρεμία της μελέτης, στον πάντα ελκυστικό φιλοσοφικό στοχασμό, στη συγγραφή βιβλίων που ελάχιστοι έχουν ενδιαφέρον να μελετούν, καθώς και σε περιοδικούς διαλόγους με άλλους φίλους διανοητές.
      Θα μπορούσα ακόμη να βρω πρόσχημα υπεκφυγής με τα λόγια απελπισίας του Νίκου Καζαντζάκη: δεν πιστεύω πια σε τίποτε. Δεν προσδοκώ από κανέναν λαοπλάνο προπαγανδιστή τίποτε. Είμαι λεύτερος! Όμως δεν είμαι ανέμελος. Έχω παιδιά κι εγγόνια. Είμαι περήφανος που εδώ γεννήθηκαν η Δημοκρατία και ο ευρωπαϊκός πολιτισμός. Βέβαια, τελικώς, οι Μήδοι δεν εμποδίζονται να περνούν.
      Δίχως υπερβολικές προσδοκίες λοιπόν, δίνω, συντροφικά με άλλους φίλους και συναδέλφους, τον αγώνα του αυτοσεβασμού και του τεκμηριωμένου αντιλόγου. Αν όχι για την αβέβαιη νίκη, οπωσδήποτε όμως για την τιμή της αντίστασης, ως αξίας καθ' αυτήν. Μιας ηθικής αξίας, που δίνει νόημα ύπαρξης και αυτοσεβασμού σε κάθε άνθρωπο με ευαισθησίες και ιδανικά

[ΠΗΓΗ: Γιώργος Μπέης, ΑΝΑΛΥΣΗ ΣΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ στην ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ 4-5-2011]

Δευτέρα, 2 Μαΐου 2011

Γ. Μπαμπινιώτης : Κρίση παιδείας η κρίση της οικονομίας


Η κρίση που μαστίζει σήμερα τη χώρα μας είναι πάνω απ’ όλα κρίση αρχών, κανόνων, αξιών, ιδανικών κρίση, τελικά, πολιτικής σκέψης και ηθικής


     Προσπαθώ να πω με όση δύναμη δημόσιας φωνής διαθέτω ότι η οικονομική κρίση που μαστίζει σήμερα τη χώρα μας είναι πριν και πάνω απ΄ όλα
  • κρίση αρχών, κανόνων, αξιών και ιδανικών,
  • κρίση υπεύθυνων πολιτών με αίσθηση υποχρεώσεων και δικαιωμάτων,
  • κρίση σκεπτόμενων πολιτών με δυνατότητα εκτιμήσεως προσώπων και πραγμάτων,
  • κρίση ήθους και ηθικής,
  • κρίση ευαισθησίας κοινωνικής,
  • κρίση πολιτικής σκέψεως με όραμα και πολιτικών με συνείδηση ευθύνης, με πείρα ζωής και αίσθηση της πραγματικότητας,
  • κρίση συναίσθησης της ουσίας και της σπουδαιότητας του πολιτισμού και της εν γένει καλλιέργειας του ανθρώπου,
  • κρίση θρησκευτικής πίστης,
  • κρίση εμπιστοσύνης σε πρόσωπα και θεσμούς (στον δάσκαλο, στον δικαστή, στον ιερέα, στον γιατρό, στον πολιτικό, στον δημοσιογράφο, στον δημόσιο υπάλληλο),
  • κρίση σύνεσης και ορθοφροσύνης,
  • κρίση αυτογνωσίας,
  • κρίση στοχασμού για το τι είναι σημαντικό στη ζωή,
  • κρίση...

Μπορώ εδώ να σταματήσω την απαρίθμηση των μορφών κρίσεως που γέννησαν, κατά βάθος, την οικονομική κρίση και να εστιάσω στην καρδιά της κρίσης: στην κρίση παιδείας που περνάει πολλά χρόνια τώρα η χώρα μας και που είναι αυτή η οποία υπέσκαψε, αν δεν διέλυσε ήδη, τον ιστό της ελληνικής κοινωνίας.


     Η κρίση παιδείας, βαθύτερης δηλαδή και ουσιαστικής καλλιέργειας της προσωπικότητας τού ατόμου, που πλήττει όχι μόνο τη χώρα μας αλλά τον ευρύτερο χώρο, αποπροσανατόλισε τον σύγχρονο άνθρωπο και υπονόμευσε τον τρόπο σκέψης και συμπεριφοράς του, τις επιδιώξεις, τις επιθυμίες, τις βιοτικές του προτεραιότητες, ολόκληρη τη ζωή τη δική του και των γύρω του. Η επιθυμία απόκτησης όλο και περισσότερων υλικών αγαθών εξελίχθηκε -ελλείψει ουσιαστικής παιδείας και ικανότητας ιεράρχησης αναγκών και επιδιώξεων- σε μανία καταναλωτισμού, με το πολυτελές αυτοκίνητο ή σπίτι, τα σινιέ ρούχα, το σκάφος, τις τραπεζικές καταθέσεις, τα κέρδη από το Χρηματιστήριο ή τον τζόγο να ανάγονται σε αυτοσκοπούς, η φοροδιαφυγή σε εξυπνάδα και το χρήμα σε μέτρο αξιολόγησης της επιτυχίας τού ατόμου. Χάθηκε το μέτρο. Έλειψε το όραμα. Παρατοποθετήθηκε το νόημα της ζωής. Το κυνήγι τού χρήματος έγινε αυτοσκοπός. Σε τέτοιες καταστάσεις μειώνονται οι αναστολές, εκλείπουν τα σημεία αναφοράς, χαλαρώνουν οι αντιστάσεις, αρχίζει η φθορά, επιδίδει η δια-φθορά. Παύουν δηλαδή να λειτουργούν οι οδοδείκτες και οι δικλίδες ασφαλείας μιας πραγματικής παιδείας: οι σωστές αξιολογήσεις στη ζωή, το ήθος, η αίσθηση ευθύνης και, κυρίως, η αίσθηση ορίων. Μιλάμε, βέβαια, για μια πραγματική παιδεία η οποία έχει μεν ως βάση τη σχολική εκπαίδευση αλλά συνδιαμορφώνεται από πολλούς παράγοντες: τα ενδιαφέροντα καθενός, τις ποικίλες επιλογές του (κοινωνικές, πολιτικές, ηθικές, θρησκευτικές), τις ευαισθησίες του, τη διάθεση αυτομόρφωσης και την όλη σχέση του με τον πολιτισμό (με το βιβλίο, το θέατρο, τη μουσική, τον κινηματογράφο, τα εικαστικά, την επιστήμη, την ευρύτερη διανόηση). Μιλάμε για μια παιδεία που-με ευθύνη τής Πολιτείας- προσφέρονται: ποιοτική δημόσια εκπαίδευση σε όλες τις βαθμίδες (σχολική εκπαίδευση- πανεπιστήμια), ευκαιρίες για ευρύτερη ποιοτική διά βίου εκπαίδευση, ποιοτικά κρατικά μέσα ενημέρωσης και ψυχαγωγίας (ραδιόφωνο, τηλεόραση), συνεχής και αποδεδειγμένη έμφαση σε όλες τις μορφές τής τέχνης.
     Είναι φανερό ότι μιλώντας για παιδεία δεν εννοώ τις απλές γνώσεις ή τους όγκους των ασύνδετων πληροφοριών που παρέχει ήδη η σχολική εκπαίδευση. Δεν αναφέρομαι στον «γραμματιζούμενο» αλλά στον «μορφωμένο» -διάκριση που κάνει εύστοχα η λαϊκή σοφία. Μιλάω για ένα σχολείο και μια γενικότερη παιδεία που μορφώνει πολίτες υπεύθυνους, σκεπτόμενους, καλλιεργημένους, κοινωνικά ευαίσθητους, πολίτες με ιδανικά, αρχές και αξίες, πολίτες που αγαπούν την πατρίδα τους και νοιάζονται γι΄ αυτήν, πολίτες με αναφορά σε ρίζες και παραδόσεις, πολίτες με ταυτότητα, που ξέρουν από πού έρχονται και πού πάνε, πολίτες που σέβονται τους θεσμούς και τιμούν τους συμπολίτες τους. Μόνο έτσι πιστεύω ότι μπορείς να αντιμετωπίσεις ριζικά ό,τι έχει φθείρει ψυχικά και διανοητικά σήμερα τον πολίτη και τον έχει εκτρέψει σε κάθε μορφής παρανομία και διαφθορά.
     Λέγοντας αυτά, έχω συνείδηση ότι αναφέρομαι σε μια αντιμετώπιση των δεινών που μάς κατατρύχουν, η οποία απαιτεί χρόνο, δυνάμεις και, το κυριότερο, αλλαγή νοοτροπίας, αλλαγή εθνικής και κοινωνικής πλεύσεως. Αλλά θα ήταν αφελές να πιστεύει κανείς ότι το πρόβλημα της φθοράς που έχουμε υποστεί ως κοινωνία και τού οποίου τώρα συνειδητοποιούμε μία μόνο πλευρά που είναι η οικονομική κατάρρευση, επιφαινόμενο και απόρροια ενός πολύ πιο σύνθετου και ουσιαστικού προβλήματος, ότι αυτό θα λυθεί ως διά μαγείας με κάποια καθαρώς οικονομικά μέτρα! Τα αίτια που το προκαλούν-και ανέφερα ένα από αυτά, το κατ΄ εμέ καθοριστικό- και αν ακόμη τώρα λυθεί το πρόβλημα της οικονομικής κρίσης, θα επαναφέρουν το πρόβλημα πολύ σύντομα, αν δεν υπάρξει ριζική στροφή. Και μια ακόμη διασάφηση. Η φθορά, η διαφθορά και ο αποπροσανατολισμός της ελληνικής κοινωνίας δεν περιλαμβάνει όλους τους Έλληνες. Είναι ευτυχώς πολλοί, και σε ορισμένα στρώματα της κοινωνίας οι περισσότεροι που δεν έχουν διαβρωθεί. Αυτοί είναι και η δύναμη στην οποία μπορεί να στηριχθεί η χώρα.


Και μια συχνή επωδός: τι κάνουν οι πνευματικοί άνθρωποι της χώρας; Μιλούν; Παίρνουν θέση; Βοηθούν; Απάντηση: το ζήτημα δεν είναι αν μιλούν, διότι είναι πολλοί αυτοί που μιλούν δημόσια, που συζητούν, που προτείνουν. Το ζήτημα είναι αν τους ακούει κανείς... Και μάλιστα αν τους ακούν αυτοί που πρέπει πρώτα απ΄ όλα να μάθουν να ρωτούν.

Του Γ. Μπαμπινιώτη www.babiniotis.gr
Ο κ. Γεώργιος Μπαμπινιώτης είναι καθηγητής της Γλωσσολογίας, πρόεδρος του Ελληνικού Ιδρύματος Πολιτισμού, τ. πρύτανης του Πανεπιστημίου των Αθηνών.
Πηγή Το Βήμα 30.4.2011