Πέμπτη, 9 Φεβρουαρίου 2012

Στοχαστικό ή αποδεικτικό δοκίμιο: εφαρμογή θεωρίας στα κείμενα

Ο δοκιμιογράφος
άλλοτε εκφράζει τις σκέψεις του και τα συναισθήματά του για τη ζωή ή περιπλανιέται ελεύθερα στο χώρο των ιδεών
και άλλοτε προσπαθεί να αναλύσει και να ερμηνεύσει διάφορα θέματα.

Στην πρώτη περίπτωση τα δοκίμια έχουν πιο ελεύθερη οργάνωση και προσεγγίζουν περισσότερο τη λογοτεχνία,
ενώ στα δοκίμια που έχουν αποδεικτικό χαρακτήρα ο συγγραφέας εκθέτει το θέμα και με το υλικό που προσκομίζει στη συνέχεια, προσπαθεί να διασαφηνίσει την κύρια ιδέα ή να αποδείξει τη θέση του.

Να βρείτε στοιχεία μέσα στα κείμενα που να επιβεβαιώνουν τη μια ή την άλλη μορφή δοκιμίου. 

Α. ΚΕΙΜΕΝΑ:
1. Αγάπη (Χαλίλ Γκιμπράν «Ο Προφήτης»)

Όταν η αγάπη σε καλεί, ακολούθησέ την, μόλο που τα μονοπάτια της είναι τραχιά κι απότομα. Κι όταν τα φτερά της σε αγκαλιάσουν, παραδώσου, μόλο που το σπαθί που είναι κρυμμένο ανάμεσα στις φτερούγες της μπορεί να σε πληγώσει. Κι όταν σου μιλήσει, πίστεψε την, μ' όλο που η φωνή της μπορεί να διασκορπίσει τα όνειρά σου σαν το βοριά που ερημώνει τον κήπο.
Γιατί όπως η αγάπη σε στεφανώνει, έτσι και θα σε σταυρώσει. Κι όπως είναι για το μεγάλωμα σου, είναι και για το κλάδεμά σου. Κι όπως ανεβαίνει ως την κορφή σου και χαϊδεύει τα πιο τρυφερά κλαδιά σου που τρεμοσαλεύουν στον ήλιο,έτσι κατεβαίνει κι ως τις ρίζες σου και ταράζει την προσκόλληση τους στο χώμα.
Σα δεμάτια σταριού σε μαζεύει κοντά της. Σε αλωνίζει για να σε ξεσταχυάσει. Σε κοσκινίζει για να σε λευτερώσει από τα φλούδια σου. Σε αλέθει για να σε λευκάνει. Σε ζυμώνει ώσπου να γίνεις απαλός. Και μετά σε παραδίνει στην ιερή φωτιά της για να γίνεις ιερό ψωμί για του Θεού το άγιο δείπνο.
Όλα αυτά θα σου κάνει η αγάπη για να μπορέσεις να γνωρίσεις τα μυστικά της καρδιάς σου και με τη γνώση αυτή να γίνεις κομμάτι της καρδιάς της ζωής.
Αλλά αν από το φόβο σου, γυρέψεις μόνο την ησυχία της αγάπης και την ευχαρίστηση της αγάπης, τότε, θα ήταν καλύτερα για σένα να σκεπάσεις τη γύμνια σου και να βγεις έξω από το αλώνι της αγάπης. Και να σταθείς στον χωρίς εποχές κόσμο όπου θα γελάς, αλλά όχι με ολάκερο το γέλιο σου και θα κλαις, αλλά όχι με όλα τα δάκρυά σου.
Η αγάπη δε δίνει τίποτα παρά μόνο τον εαυτό της και δεν παίρνει τίποτα παρά από τον εαυτό της. Η αγάπη δεν κατέχει κι ούτε μπορεί να κατέχεται, γιατί η αγάπη αρκείται στην αγάπη.
Όταν αγαπάς, δε θα ’πρεπε να λες: «Ο Θεός είναι στην καρδιά μου», αλλά μάλλον «Εγώ βρίσκομαι μέσα στην καρδιά του Θεού».
Και μη πιστέψεις ότι μπορείς να κατευθύνεις την πορεία της αγάπης, γιατί η αγάπη, αν σε βρει άξιο, θα κατευθύνει εκείνη τη δική σου πορεία.
Η αγάπη δεν έχει καμιά άλλη επιθυμία εκτός από την εκπλήρωσή της. Αλλά αν αγαπάς κι είναι ανάγκη να έχεις επιθυμίες, ας είναι αυτές οι επιθυμίες σου: Να λιώσεις και να γίνεις σαν το τρεχούμενο ρυάκι που λέει το τραγούδι του στη νύχτα.
Να γνωρίσεις τον πόνο της πολύ μεγάλης τρυφερότητας.
Να πληγωθείς από την ίδια την ίδια τη γνώση σου της αγάπης. Και να ματώσεις πρόθυμα και χαρούμενα.
Να ξυπνάς την αυγή με καρδιά έτοιμη να πετάξει και να προσφέρεις ευχαριστίες για μια ακόμα μέρα αγάπης. Να αναπαύεσαι το μεσημέρι και να στοχάζεσαι την έκσταση της αγάπης.
Να γυρίζεις σπίτι το σούρουπο με ευγνωμοσύνη στην καρδιά
Και ύστερα να κοιμάσαι με μια προσευχή για την αγάπη που έχεις στην καρδιά σου και μ' έναν ύμνο δοξαστικό στα χείλη σου.
(Απόσπασμα από το βιβλίο του Χαλίλ Γκιμπράν "Ο Προφήτης, Ο κήπος του Προφήτη". Εκδόσεις Μπουκουμάνης)

2. Η Παιδεία και το σύνδρομο των μωρών παρθένων
Το χειρότερο που μας συμβαίνει σήμερα δεν είναι αυτή καθεαυτή η οικονομική κρίση. Το χειρότερο είναι ότι το σύνδρομο των μωρών παρθένων με το οποίο υποδεχθήκαμε την κρίση, ως εάν επρόκειτο για ακραίο και μη προβλέψιμο φυσικό φαινόμενο που ενέσκηψε αιφνιδίως, σε συνδυασμό με την υπερβολική προσήλωση στην αγωνιώδη προσπάθεια εκταμίευσης κάθε τόσο και νέας δόσης, δεν επέτρεψαν ως τώρα ούτε να συνειδητοποιήσουμε γιατί φτάσαμε ως εδώ, ούτε όμως και να σχεδιάσουμε την έξοδο από τη ζοφερή σημερινή συγκυρία.
Ακόμη κι αν το γεγονός ότι η σωτηρία της χώρας ανατέθηκε στους ίδιους που την οδήγησαν στην καταστροφή αποδοθεί στην αμηχανία μιας κοινωνίας να αντιδράσει στον αιφνιδιασμό, παραμένει αναπάντητο τόσο το ερώτημα της αδυναμίας να αναζητήσουμε τις πραγματικές αιτίες του κακού όσο και της ανικανότητας να συλλάβουμε σχέδιο διάσωσης.
Μια ψύχραιμη παράθεση βέβαια των επίσημων αναφορών στο ζήτημα αποδυναμώνει σημαντικά το ελαφρυντικό του αιφνιδιασμού και το άλλοθι της συλλογικής αμηχανίας. Από την ελαφρότητα του «λεφτά υπάρχουν», που προκάλεσε ρίγη ευφορίας το 2009, και από την κυνική παραδοχή τού «μαζί τα φάγαμε», που επιδίωξε τον συμψηφισμό των ευθυνών, έως και την προσποιητή αφέλεια των υπουργών που δεν διάβαζαν τους νόμους που ψήφιζαν και γι' αυτό σήμερα μπορούν συμπολιτευόμενοι να... αντιπολιτεύονται, όλα οδηγούν στο συμπέρασμα ότι σ' αυτή τη χώρα ούτε γεννήθηκαν αλλά ούτε και διδάχθηκαν ο Όμηρος, ο Ηρόδοτος και ο Θουκυδίδης. Ο μόνος που φαίνεται πράγματι να δικαιώνεται είναι ο Αριστοφάνης...
Καμία αναφορά στο παγκοσμιοποιημένο μοντέλο της επιθετικής οικονομικής ανάπτυξης που επιβλήθηκε τις τελευταίες δεκαετίες και το οποίο με πρόσχημα την καθολική ευημερία έκανε τους πλούσιους πλουσιότερους και τους φτωχούς φτωχότερους, υποβαθμίζοντας επιπλέον και το οικοσύστημα που στηρίζει την ανάπτυξη. Καμία νύξη για έναν πολιτισμό με υλιστικό προσανατολισμό, που για δεκαετίες αναγόρευσε την κατανάλωση πάνω από την παραγωγή και τοποθέτησε το κέρδος πάνω από τις αξίες. Καμία κριτική σ' ένα εκπαιδευτικό σύστημα που για χρόνια εμπέδωνε την ιδιοτέλεια και την ιδιωτικότητα και το οποίο για δεκαετίες εκπαίδευσε την ελληνική κοινωνία να αποδέχεται την εύκολη απόλαυση και να αποφεύγει τη χαρά της κοπιώδους προσπάθειας. Καμία αναφορά στο έλλειμμα μόρφωσης που δημιούργησε η εκπαίδευση της εξειδίκευσης και της κατάρτισης. Κουβέντα δηλαδή για όλα αυτά που δημιούργησαν μια οικονομία του χρέους και του δανεισμού, μια κοινωνία άπληστη και αντιπαραγωγική και ένα πολιτικό σύστημα φαύλο και ανεπαρκές.
Αλλά και σήμερα, που είναι σαφές ότι ο δρόμος που ακολουθήσαμε μας οδήγησε στη χρεοκοπία, ποια είναι τα αντανακλαστικά προσαρμογής μας στη νέα πραγματικότητα; Ποιο όραμα Παιδείας αποπνέει η άκριτη αντιγραφή ξένων εκπαιδευτικών προτύπων; Τι κοινωνικά μηνύματα εκπέμπει μια αυταρχική εκπαιδευτική μεταρρύθμιση που καταργεί ακαδημαϊκές ελευθερίες; Και ποιο νέο μοντέλο ανάπτυξης μπορεί να υποστηριχθεί, με ελλειμματική επένδυση στην έρευνα και στην καινοτομία;
[ΠΗΓΗ: Γιάννης Α. Μυλόπουλος, πρύτανης στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο, δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 05/02/2012]

ΑΣΚΗΣΗ: Να συγκρίνετε τα δύο κείμενα ως προς τη μορφή: οργάνωση (δομή) και τη γλώσσα (επίπεδο λόγου, ύφος, πειθώ)

Β΄ Θεωρία και η εφαρμογή της
Το ΔΟΚΙΜΙΟ γραμματολογικά βρίσκεται στο μέσο λογοτεχνίας και επιστήμης, αφού χαρακτηρίζεται άλλοτε από την υποκειμενική προσέγγιση του θέματος, το συνειρμό ιδεών, τη συγκινησιακή χρήση της γλώσσας και την επιδίωξη της αισθητικής τέρψης και άλλοτε απ’ την αντικειμενική εξέταση του θέματος, την αλληλουχία του λόγου, τη λογική χρήση της γλώσσας και την επιδίωξη της πληροφόρησης και της πειθούς. Το κύριο χαρακτηριστικό ενός στοχαστικού δοκιμίου είναι η ελευθερία με την οποία ο συγγραφέας παρουσιάζει το θέμα του. Αντίθετα, σ’ ένα αποδεικτικό δοκίμιο ο συγγραφέας βάζει ως στόχο να συζητήσει ένα συγκεκριμένο πρόβλημα και προσπαθεί με λογικό τρόπο να τεκμηριώσει τις θέσεις του, δηλαδή να επιχειρηματολογήσει υπέρ ή κατά ή να εκθέσει και τις δύο πλευρές ενός θέματος καταλήγοντας σ’ αυτή που θεωρεί πιο πιθανή.

Η γλώσσα του δοκιμίου
Ανάλογα με τον αποδεικτικό ή το στοχαστικό χαρακτήρα του δοκιμίου, η γλώσσα του προσιδιάζει άλλοτε στον επιστημονικό και άλλοτε στο λογοτεχνικό λόγο.  Στην πρώτη περίπτωση κυριαρχεί η αναφορική λειτουργία της γλώσσας και στη δεύτερη συναντώνται πολλά στοιχεία ποιητικής και συγκινησιακής χρήσης της (μεταφορική λειτουργία). Από άποψη γραμματικής και συντακτικού, ο δοκιμιακός λόγος φέρει συνήθως κάποια γνωρίσματα της λόγιας γλώσσας (επεξεργασμένο λεξιλόγιο, λόγιοι τύποι, αφηρημένες έννοιες, σύνθετη σύνταξη, μακροπερίοδος λόγος κλπ) ενώ από άποψη ύφους υπάρχει άλλοτε περισσότερο και άλλοτε λιγότερο φυσικός και οικείος τόνος.

Η οργάνωση (δομή)του δοκιμίου
Δύο είναι οι βασικές μορφές οργάνωσης του δοκιμιακού λόγου: όταν ο χαρακτήρας του είναι αποδεικτικός, τότε η διάρθρωση των ιδεών γίνεται με λογικό τρόπο και όταν είναι στοχαστικός με ελεύθερο ή συνειρμικό. Στην πρώτη περίπτωση, το σύνηθες διάγραμμα έχει της εξής μορφή: στον πρόλογο εκτίθεται το θέμα της πραγμάτευσης και δηλώνεται η θέση του συγγραφέα. Η θέση αυτή ονομάζεται κατευθυντήρια ή κύρια ιδέα και παρουσιάζεται είτε στον πρόλογο είτε στη δεύτερη εισαγωγική (μεταβατική) παράγραφο. Στο κύριο μέρος προσκομίζεται το αποδεικτικό υλικό που διασαφηνίζει την κύρια ιδέα ή επιβεβαιώνει την ορθότητά της. Τέλος, στον επίλογο εκτίθεται το συμπέρασμα της πραγμάτευσης ή η ανακεφαλαίωση των βασικών ιδεών της, με τα συναγόμενα συμπεράσματα.

Στην δεύτερη περίπτωση δεν μπορούμε να κάνουμε λόγο για μια ορισμένη μορφή διαγράμματος. Κεντρικό θέμα υπάρχει, αλλά οι ιδέες που το αναπτύσσουν δεν είναι διευθετημένες με λογικό τρόπο. Αντίθετα, η σχέση που διαπλέκεται μεταξύ τους είναι περισσότερο συνειρμική και υπαγορεύεται απ’ την επιθυμία του δοκιμιογράφου να προσεγγίσει το θέμα του ελεύθερος απ’ τους περιορισμούς της λογικής οργάνωσης.

Επίκληση στη λογική ή πρόκληση συναισθημάτων;
Στην περίπτωση του αποδεικτικού δοκιμίου αξιοποιείται με όλα τα μέσα (τεκμήρια, επιχειρήματα) η ΕΠΙΚΛΗΣΗ στη ΛΟΓΙΚΗ του δέκτη, ενώ το στοχαστικό δοκίμιο από τη φύση του (γλώσσα μορφή) είναι πιο κοντά στην ΠΡΟΚΛΗΣΗ ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΩΝ.