Κυριακή, 12 Φεβρουαρίου 2012

Το θέμα είναι τώρα τι λες… (κι αυτό δεν είναι παρά σταγόνα στον ωκεανό)

«Βλέπετε τον άνθρωπο να τον έχουν παίγνιο δαιμονικές δυνάμεις. Οι ηλίθιοι μονάχα ζουν ανέμελοι…»

Το μέρωμα ενός ποταμού, το μπόλιασμα ενός δένδρου, η μόρφωση ενός ανθρώπου, η αλλαγή ενός κράτους: αυτά είναι δείγματα γόνιμης κριτικής. Και είναι, όλα αυτά, και τέχνης δείγματα! Εφτά φορές κλείνεις τα μάτια όμως την όγδοη καταδικάζεις μονομιάς… ΑΛΛΑΞΕ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ: ΤΟ ’ΧΕΙ ΑΝΑΓΚΗ (Μπέρτολτ Μπρεχτ)


Α. Αζίζ Νεσίν: Σώπα, μη μιλάς, είναι ντροπή κόψ' τη φωνή σου, σώπασε επιτέλους κι αν ο λόγος είναι αργυρός
η σιωπή είναι χρυσός.

 
Τα πρώτα λόγια που άκουσα από παιδί
έκλαιγα, γέλαγα, έπαιζα μου λέγανε:
«σώπα».

Στο σχολείο μού κρύψαν την αλήθεια τη μισή,
μου λέγανε : «εσένα τι σε νοιάζει; Σώπα!

Με φιλούσε το πρώτο κορίτσι που ερωτεύτηκα και μου λέγανε:
«κοίτα μην πεις τίποτα, σσσς ... σώπα!»

Κόψε τη φωνή σου και μη μιλάς, σώπαινε.
Και αυτό βάσταξε μέχρι τα είκοσί μου χρόνια.

Ο λόγος του μεγάλου η σιωπή του μικρού.

Έβλεπα αίματα στο πεζοδρόμιο,
«Τί σε νοιάζει εσένα;», μου λέγανε,
"θα βρεις το μπελά σου, σώπα».

Αργότερα φωνάζανε οι προϊστάμενοι
«Μη χώνεις τη μύτη σου παντού,
κάνε πως δεν καταλαβαίνεις, σώπα».

Παντρεύτηκα, έκανα παιδιά,
η γυναίκα μου ήταν τίμια κι εργατική και
ήξερε να σωπαίνει.
Είχε μάνα συνετή , που της έλεγε Σώπα

Σε χρόνια δίσεκτα οι γονείς, οι γείτονες με συμβουλεύανε :
«Μην ανακατεύεσαι, κάνε πως δεν είδες τίποτα. Σώπα»
Μπορεί να μην είχαμε με δαύτους γνωριμίες ζηλευτές,
με τους γείτονες, μας ένωνε, όμως, το Σώπα.


Σώπα ο ένας, σώπα ο άλλος,
σώπα οι επάνω, σώπα οι κάτω,
σώπα όλη η πολυκατοικία και όλο το τετράγωνο.
Σώπα οι δρόμοι οι κάθετοι
και οι δρόμοι οι παράλληλοι.
Κατάπιαμε τη γλώσσα μας.
Στόμα έχουμε και μιλιά δεν έχουμε.
Φτιάξαμε το σύλλογο του «Σώπα»
και μαζευτήκαμε πολλοί
μία πολιτεία ολόκληρη, μια δύναμη μεγάλη, αλλά μουγκή!

Πετύχαμε πολλά, φτάσαμε ψηλά, μας δώσανε παράσημα,
τα πάντα κι όλα πολύ.
Εύκολα , μόνο με το Σώπα.
Μεγάλη τέχνη αυτό το «Σώπα».

Μάθε το στη γυναίκα σου, στο παιδί σου, στην πεθερά σου
κι όταν νιώσεις ανάγκη να μιλήσεις ξερίζωσε τη γλώσσα σου
και κάν’ την να σωπάσει.
Κόψ’ την σύρριζα.
Πέτα την στα σκυλιά.
Το μόνο άχρηστο όργανο από τη στιγμή που δεν το μεταχειρίζεσαι σωστά.

Δεν θα έχεις έτσι εφιάλτες, τύψεις κι αμφιβολίες.
Δε θα ντρέπεσαι τα παιδιά σου και θα γλιτώσεις από το βραχνά να μιλάς,
χωρίς να μιλάς να λες «έχετε δίκιο, είμαι σαν κι εσάς»
Αχ! Πόσο θα ‘θελα να μιλήσω ο κερατάς.

Και δεν θα μιλάς,
θα γίνεις φαφλατάς,
θα σαλιαρίζεις αντί να μιλάς .

Κόψε τη γλώσσα σου, κόψ’ την αμέσως.
Δεν έχεις περιθώρια.

Αφού δε θα μιλήσεις, καλύτερα να το τολμήσεις Κόψε τη γλώσσα σου.

Για να είσαι τουλάχιστον σωστός στα σχέδια και στα όνειρά μου
ανάμεσα σε λυγμούς και σε παροξυσμούς κρατώ τη γλώσσα μου,
γιατί νομίζω πως θα ’ρθει η στιγμή που δεν θα αντέξω
και θα ξεσπάσω και δεν θα φοβηθώ και θα ελπίζω
και κάθε στιγμή το λαρύγγι μου θα γεμίζω με ένα φθόγγο ,
με έναν ψίθυρο, με ένα τραύλισμα, με μια κραυγή που θα μου λέει:

ΜΙΛΑ!....


[ΠΗΓΗ: A z i z N e s i n (1915 – 1995) Τούρκος σατιρικός συγγραφέας και πολιτικός ακτιβιστής. Ένας από τους πιο γνωστούς λογοτέχνες της Τουρκίας διεθνώς κι ένα από τα πιο φωτεινά μυαλά της γειτονικής χώρας…. Τιμήθηκε με πολλές διακρίσεις στην Τουρκία και το εξωτερικό. Το 1991 ήλθε στην Αθήνα για να παραλάβει το βραβείο ελληνοτουρκικής φιλίας «Αμπντί Ιπεκτσί». Έργα του έχουν μεταφραστεί σε τριάντα γλώσσες και στα ελληνικά. Το πιο γνωστό είναι ο «Καφές και η Δημοκρατία», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Θεμέλιο».


Β. Μπέρτολτ Μπρεχτ, Για την κρίση

Καλλιτέχνες, εσείς που με χαρά σας και με πίκρα
παραδίνεστε στην κρίση του θεατή, αποφασίστε τώρα
να παραδώσετε από δω και μπρος στην κρίση του
και τον κόσμο που παρασταίνετε.
 
Παραστήστε αυτό που υπάρχει, αλλά
παρασταίνοντάς το, δείξτε
κι αυτό που δεν υπάρχει, μα θα μπορούσε να υπάρξει
και θα ήτανε ωφέλιμο. Μεσ’ απ’ την απεικόνισή σας
πρέπει να μάθει ο θεατής να δρα πάνω σ’ αυτό που εικονίζετε.
Και τούτη η διδαχή ας είναι ευχάριστη.
Η μάθηση πρέπει να προσφέρεται
σαν τέχνη και πρέπει εσείς σαν τέχνη
να διδάξετε πώς δρα κανείς πάνω σε πράγματα κι ανθρώπους.
Κι η άσκηση της τέχνης είναι πηγή χαράς.
 
Το δίχως άλλο, ζείτε σε σκοτεινούς καιρούς.
Βλέπετε τον άνθρωπο
να τον έχουν παίγνιο δαιμονικές δυνάμεις.
Οι ηλίθιοι μονάχα ζουν ανέμελοι.
Και πάνε του χαμού όσοι’ ναι ευκολόπιστοι
της σκοτεινής προϊστορίας μπροστά στις συμφορές
που σήμερα χτυπάν τις πολιτείες μας;
Και τι ήταν οι κακές σοδειές
μπρος στην ανέχεια που μα δέρνει ανάμεσα σε τόση αφθονία;

Γ. Περιμένοντας, λοιπόν, τους Βαρβάρους (της Τρόικας)…

Τι περιμένουμε στην αγορά συναθροισμένοι; Είναι οι βάρβαροι να φτάσουν σήμερα!

-Γιατί μέσα στη σύγκλητο μια τέτοια απραξία;
Τι κάθονται οι Συγκλητικοί και δεν νομοθετούνε;
 
-Γιατί οι βάρβαροι θα φτάσουν σήμερα
Τι νόμους θα κάμουν οι Συγκλητικοί;

Οι βάρβαροι σαν έρθουν θα νομοθετήσουν!
 
-Γιατί ο αυτοκράτωρ μας τόσο πρωί σηκώθει;
και κάθεται στης πόλεως την πιο μεγάλη πύλη
στον θρόνο επάνω, επίσημος, φορώντας την κορώνα;
 
-Γιατί οι βάρβαροι θα φτάσουν σήμερα.
Και ο αυτοκράτωρ περιμένει να δεχθεί
τον αρχηγό τους. Μάλιστα ετοίμασε
για να τον δώσει μια περγαμηνή. Εκεί
τον έγραψε τίτλους πολλούς κι ονόματα.
 
-Γιατί οι δυο μας ύπατοι κι οι πραίτορες εβγήκαν
σήμερα με τις κόκκινες, τες κεντημένες τόγες;
γιατί βραχιόλια φόρεσαν με τόσους αμεθύστους
και δαχτυλίδια με λαμπρά γυαλιστερά σμαράγδια;
γιατί να πιάσουν σήμερα πολύτιμα μπαστούνια
μ’ ασήμια και μαλάματα έκτακτα σκαλισμένα;
 
-Γιατί οι βάρβαροι θα φτάσουν σήμερα
και τέτοια πράγματα θαμπώνουν τους βαρβάρους.
 
-Γιατί και οι άξιοι ρήτορες δεν έρχονται σαν πάντα
να βγάλουνε τους λόγους τους, να πούνε τα δικά τους;
 
-Γιατί οι βάρβαροι θα φτάσουν σήμερα
κι αυτοί βαριούνται ευφράδειες και δημηγορίες!
 
-Γιατί ν’ αρχίσει μονομιάς αυτή η ανησυχία
κι η σύγχυσις (τα πρόσωπα τι σοβαρά που εγίναν).
Γιατί αδειάζουν γρήγορα οι δρόμοι κι οι πλατείες
κι όλοι γυρνούν στα σπίτια τους πολύ συλλογισμένοι;
 
-Γιατί ενύχτωσε κι οι βάρβαροι δεν ήλθαν.
Και μερικοί έφτασαν απ’ τα σύνορα
και είπανε πως βάρβαροι πια δεν υπάρχουν.
 
Και τώρα τι θα γένουμε χωρίς βαρβάρους!
Οι άνθρωποι αυτοί ήσαν μια κάποια λύσις!
 
Δ. Το θέμα είναι τώρα τι λες: καλά φάγαμε, καλά ήπιαμε! Καλά φέραμε τη ζωή μας ως εδώ, μικροζημιές και μικροκέρδη συμψηφίζοντας. Το θέμα είναι τώρα τι λες (Μανόλης Αναγνωστάκης)
 
Αισθάνομαι πως η προκλητική αυτή ερώτηση, με την οποία ανοίγει και κλείνει το θυμωμένο αυτό πεντάστιχο μπορεί να μας συνεφέρει καλύτερα από οποιοδήποτε άλλο έμβλημα εθνικού συναγερμού. Προτείνω λοιπόν να γίνει πανελλήνιο σύνθημα αγωνιστικής αυτογνωσίας στα δύσκολα χρόνια που περνούμε. Προσθέτοντας συνάμα και το υπονοούμενο ερώτημα: τώρα τι κάνεις; Έτσι εξάλλου τα κατάλαβαν κάποιοι στα χρόνια της δικτατορίας πληρώνοντας τίμημα βαρύ. Πάντως σαράντα χρόνια μετά την πρώτη δημοσίευσή του, το αυτογνωστικό αυτό πεντάστιχο του Αναγνωστάκη ακούγεται σήμερα κυριολεκτικά προφητικό και επίκαιρο. Η ίδια η σύνταξή του είναι αποκαλυπτική. Καθώς συγκρίνει και συνάμα συναιρεί το οριακό παρόν με το ανυποψίαστο, εφησυχασμένο, κουτοπόνηρο παρελθόν. Τον υπεύθυνο ενικό αριθμό με το ανεύθυνο πληθυντικό αριθμό. Το προσωπικό εσύ με το απρόσωπο εμείς. Το ριψοκίνδυνο λόγο με τη γενναία πράξη. Για να το πω αλλιώς: τα πράγματα γυρεύουν επειγόντως το πραγματικό τους όνομα, που δεν είναι δεδομένο… (Δ.Ν. Μαρωνίτης, Απολίτιστα μονοτονικά, ΤΟ ΒΗΜΑ Κυριακή 12 Φεβρουαρίου 2012)

Όμως ακόμα και κάτω από μας υπάρχουν άλλα πατώματα και κάτωθέ τους φαίνεται να υπάρχουν κι άλλα, κι ακόμα και εμάς τους κακότυχους υπάρχουν άλλοι που καλότυχους μας λένε… Χρειάζονται πολλά τον κόσμο για ν’ αλλάξεις: οργή κι επιμονή, γνώση και αγανάκτηση, γρήγορη απόφαση, στόχαση βαθιά, ψυχρή υπομονή κι ατέλειωτη καρτερία. Κατανόηση της λεπτομέρειας και κατανόηση του συνόλου. Μονάχα η πραγματικότητα μπορεί να μας μάθει πώς την πραγματικότητα ν’ αλλάξουμε! (Μπέρτολτ Μπρεχτ, Ποιήματα)