Σάββατο, 3 Μαρτίου 2012

Ελισάβετ Γρηγοριάδου, Τὸ θρανίο ἀνάποδα

 Ο ΚΥΡΑΝΟΣ ΚΑΙ Ο ΛΑΓΟΥΡΕΤΟΣ εἶχαν ἀναποδογυρίσει τὸ θρανίο καὶ τὸ στήριζαν στὰ πόδια τους, ὅταν μπῆκα στὴν τάξη.


       Πέντε θρανία ἀριστερά, πέντε δεξιὰ καὶ στὴ μέση τὸ ἑνδέκατο. Εἰκοσιδύο μαθητὲς σὲ δεκαπέντε τετραγωνικά. Οἱ μαθητὲς ποὺ κάθονται στὰ τρία τελευταῖα θρανία δὲν μποροῦν νὰ βγοῦν, ἂν δὲ μετακινηθεῖ τὸ μεσαῖο θρανίο. Πότε ἀπὸ τὴ μία πλευρά, πότε ἀπὸ τὴν ἄλλη.
       Πυκνά, σγουρὰ μαλλιὰ ὁ Κυρανός, στρογγυλὸ σὰν φεγγάρι πρόσωπο ὁ Λαγουρέτος, ἔχουν προφανῶς κουραστεῖ νὰ κάνουν τοὺς θυρωρούς.
       «Βολευτεῖτε μὲ τὶς αἴθουσες ποὺ ἔχουμε», λέει ὁ Διευθυντής.
      Μία καὶ τριάντα τὸ μεσημέρι, ἕβδομη ὥρα καὶ πρέπει νὰ δῶ τί θυμοῦνται γιὰ τὸν πληθωρισμό, γιὰ νὰ προχωρήσω στὴν ἀνεργία.
       Σιωπή. Βλέπω στὰ μάτια ὅλων τὴν προσμονή. Τί πρόκειται νὰ κάνω;
       «Πολὺ ὡραία ἰδέα τὸ θρανίο ἀνάποδα», λέω καὶ σκύβω γιὰ ν’ ἀνοίξω τὸ βιβλίο ὕλης. Σημειώνω ἡμερομηνία, ὥρα καὶ σελίδα στὴν ὁποία βρίσκομαι.
 [Πηγή: ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ -  Ἐλισάβετ Γρηγοριάδου (1964). Σπούδασε Νομικὰ στὸ Ἀριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Διηγήματά της ἔχουν δημοσιευθεῖ στὸ περ. Πανδώρα τχ. 21 καὶ στὸ Intellectum τχ. 4,6,7]