Δευτέρα, 5 Μαρτίου 2012

Το άλλοθι της ευθύνης των άλλων

Αντί να συνεχίσουμε να εφευρίσκουμε εχθρούς, ας αρχίσουμε να ανακαλύπτουμε τον εαυτό μας.

«Οι Έλληνες διασύρουν την Ευρώπη και εμείς τους χαρίζουμε δισεκατομμύρια» έγραφε με πηχυαίους τίτλους ένα πρόσφατο πρωτοσέλιδο της γερμανικής εφημερίδας BILD, προτού πάρουν τη σκυτάλη του λαϊκισμού ο Σόιμπλε και ο Ρέσλερ. Σπορ στο οποίο άλλωστε έχουν επιδοθεί στο παρελθόν τόσο έλληνες πολιτικοί όσο και εγχώρια μέσα ενημέρωσης. Πριν από διακόσια χρόνια με ανάλογη υποτιμητική διάθεση έβλεπαν οι Γάλλοι τους Γερμανούς και οι Γερμανοί τους Γάλλους. Ωστόσο οι μεγαλύτερες καταστροφές έχουν προκύψει από τις εμφύλιες έριδες και τις κομματικές αντιπαραθέσεις. Ασφαλώς η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη από ερμηνείες του τύπου «οι Βόρειοι μας παλεμούν γιατί θέλουν τον ήλιο μας» και άλλα παρόμοια.

- Φταίει το ζαβό το ριζικό μας!- Φταίει ο θεός που μας μισεί!
- Φταίει το κεφάλι το κακό μας!- Φταίει πρώτ’ απ’ όλα το κρασί!
Ποιος φταίει; ποιος φταίει; Κανένα στόμα
δεν το ’βρε και δεν το ’πε ακόμα (Κώστας Βάρναλης)



Ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά της πολιτικής μας παθογένειας (σε συλλογικό και ατομικό επίπεδο) είναι, πιστεύω, η βεβαιότητά μας πως για όλα τα δεινά, τις εθνικές καταστροφές και τα προβλήματά μας υπαίτιος είναι ο Άλλος. Εμείς όχι μόνο πιστεύουμε πως είμαστε άτομα με ιδιαίτερες αρετές και δεξιότητες, με ορθή πολιτική κρίση και πατριωτική συνείδηση, αλλά (πιστεύουμε πως) πράττουμε πάντοτε το καθήκον μας. Δεν τα καταφέρνουμε όμως επειδή μας εμποδίζει ένας σκοτεινός, κακόβουλος Άλλος. Είμαστε τα αθώα θύματα μιας γενικότερης συνωμοσίας που ξεκινά από το διπλανό χωριό μας και φθάνει ως τις εσχατιές της Ευρώπης και της Αμερικής.
Ας δεχθούμε πως υπάρχει κάποια αλήθεια σε όλα αυτά. Ο κόσμος δεν είναι αγγελικά πλασμένος και συχνά έχουμε αδικηθεί ως λαός (και ως άτομα) από άλλους. Για τις μείζονες εθνικές συμφορές όμως (Μικρασιατική Καταστροφή, Εμφύλιος, δικτατορία του 1967, Κυπριακό, σημερινή κρίση) η ευθύνη, σε έναν εξαιρετικά μεγάλο βαθμό, είναι δική μας. Οι μεγαλύτερες καταστροφές έχουν προκύψει από τις εμφύλιες έριδες και τις κομματικές αντιπαραθέσεις. Αλλά και εδώ διατυπώνεται η άποψη πως πίσω από όλα αυτά κρύβεται ο ξένος παράγοντας! Ωστόσο υπάρχουν παραδείγματα της πολιτικής μας αφροσύνης για τα οποία κανείς ξένος δεν ευθύνεται - ακόμη και αν το επεδίωκε. Το καλύτερο - το χειρότερο, δηλαδή - παράδειγμα της εθνικής μας αφροσύνης είναι η Παιδεία. Ακούγεται λαϊκίστικο, ποιος όμως άραγε ξένος έφταιξε για το γεγονός πως αυτή τη σχολική χρονιά οι μαθητές μήνες ολόκληρους δεν είχαν (ίσως και τώρα εξακολουθούν να μην έχουν) διδακτικά βιβλία; Η τρόικα, οι Τούρκοι ή οι σιωνιστές; Είναι ένα απλό παράδειγμα αλλά σημαδιακό καθώς μας δίνει, ίσως, τη δυνατότητα να σκεφθούμε τα αίτια και των υπόλοιπων συμφορών. Ή, για να το θέσουμε διαφορετικά, μήπως ο στρεβλός τρόπος με τον οποίο σκεφτόμαστε και πολιτευόμαστε οφείλεται ακριβώς στο γεγονός ότι η Παιδεία μας, με την ευρύτερη έννοια του ορθολογισμού και του διαφωτισμού, είναι εξαιτίας μας στρεβλή και ανάπηρη; Και αν ναι, πότε θα σταματήσει αυτό το ανακυκλούμενο έγκλημα;

Ο τρόπος με τον οποίο έχουμε διαπαιδαγωγηθεί για την υποτιθέμενη μοναδικότητά μας ως περιούσιου και δημοκρατικού λαού εμφανίζεται πρωτίστως στην τρέχουσα κομματική φιλοσοφία και πρακτική. Από την άκρα Αριστερά ως την άκρα Δεξιά προβάλλεται, χρόνια τώρα, το οργουελικό στερεότυπο: Εμείς είμαστε καλοί, οι άλλοι κακοί. Εμείς γνωρίζουμε τη σωστή πολιτική, οι άλλοι όχι. Κατά συνέπεια, εμείς έχουμε δικαιώματα, οι άλλοι δεν έχουν. Ένα από τα πιο άθλια κατάλοιπα της φιλοσοφίας του ιδρυτή του ΠαΣοΚ (φαίνεται καθαρά στους επιγόνους του) είναι πως έτσι που είμαστε ως λαός είμαστε μια χαρά. Δεν χρειάζεται να αλλάξουμε τίποτε. Αυτό το δόγμα της εθνικής αυταρέσκειας και της εθνικιστικής έξαρσης («η Ελλάδα στους Έλληνες» κ.ά.) καλλιέργησε την ευνοιοκρατία, τα πολιτικά καρτέλ και τη γενικότερη διαφθορά. Μέσα σε αυτό το κλίμα επωάστηκε το Κακό για να φανερωθεί στις ημέρες μας γιγαντωμένο και να ανακαλύψουμε πάλι τις αδικίες των άλλων. Είναι θλιβερό το γεγονός ότι μέσα σε έναν χρόνο έχουμε χάσει όσα είχαμε κερδίσει τις προηγούμενες δεκαετίες. Θλιβερότερο όμως είναι το γεγονός πως λησμονούμε με ποιον τρόπο επιτεύχθηκε αυτή η «ευημερία». Ας συμφωνήσουμε πως σήμερα η Ευρώπη μάς συμπεριφέρεται με σκληρότητα. Να δεχθούμε πως οι «κακοί» Γερμανοί μάς «ταπεινώνουν». Αλλά γιατί να ξεχάσουμε πόσες φορές εμείς οι ίδιοι ταπεινώσαμε τον εαυτό μας και κηλιδώσαμε το όνομα της χώρας μας με τα σκάνδαλά μας, με την κατασπατάληση των κοινοτικών πόρων, με την οικειοποίηση του εθνικού πλούτου, με τη φοροδιαφυγή, με τις χρηματιστηριακές ανομίες κτλ.; Γιατί τα χρόνια εκείνα η Ευρώπη ήταν καταφύγιο, οι Γερμανοί φίλοι μας, οι Γάλλοι σύμμαχοί μας;
Δεν είναι καθόλου έξυπνο να διαπιστώνει κανείς το αυτονόητο. Ούτε είναι ευχάριστο να ξύνει κάποιος τις πληγές του και να αυτοοικτίρεται. Και μάλιστα τη στιγμή που το παρόν είναι ύπουλο και το μέλλον αβέβαιο. Αλλά πάντοτε υπάρχει ελπίδα. Έτσι μέσα σε αυτές τις τραυματικές εμπειρίες που ζούμε όλοι, είτε έχουμε φταίξει λίγο είτε πολύ (όλοι μας έχουμε φταίξει, ως έναν βαθμό, απόδειξη η ψήφος μας!), ίσως το σημερινό σοκ αποδειχθεί ελπιδοφόρο αν μπορέσει να μας οδηγήσει σε κάποια αυτογνωσία. Τα υπάρχοντα κομματικά μορφώματα δεν προσφέρουν καμία ελπίδα για ένα καλύτερο μέλλον. Όχι μόνο επειδή έχουν συνδικαλιστική νοοτροπία, αλλά και επειδή είναι απολυταρχικά καθώς όλα τους στηρίζονται στο δόγμα της Μόνης Αλήθειας: Ο,τι εμείς υποστηρίζουμε είναι σωστό. Οι άλλοι κάνουν λάθος. Εμείς όμως οι άλλοι, οι πολλοί, οι εκτός κομματικής γραμμής, έχουμε την εξαιρετική ευκαιρία μιας νέας επιλογής: αντί να συνεχίσουμε να εφευρίσκουμε εχθρούς, ας αρχίσουμε να ανακαλύπτουμε τον εαυτό μας. Είναι ένα πρώτο βήμα. Δύσκολο, αλλά με προοπτική.
[ΠΗΓΗ Γιώργης Γιατρομανωλάκης, καθηγητής Κλασικής Φιλολογίας και συγγραφέας, ΤΟ ΒΗΜΑ 4 Μαρτίου 2012]