Σάββατο, 24 Μαρτίου 2012

Ο χορός του Ζαλόγγου, ένας χορός για… γυναικεία βήματα

Μια απόπειρα ενσωμάτωσης του συγκεκριμένου θρύλου στο λόγο κινημάτων που ευαγγελίστηκαν την αλλαγή: ο γυναικείος χορός του θανάτου συνιστά παρακολούθημα της μεγαλειώδους ένοπλης αντίστασης των ανδρών, ενώ στο απονενοημένο διάβημα οδηγεί τις γυναίκες όχι απλώς η προσήλωσή τους στην πατρίδα, την τιμή και τη θρησκεία, αλλά και η «προς τους ήρωας συντρόφους τους στοργή


Πρωτόφαντοι καιροί, καιροί κρίσης, και η επιλεκτική προσφυγή στην ιστορία ενδύεται όλο και συχνότερα ρόλους πολιτικού επιχειρήματος: τόσο η κατοχή όσο και το 1821 ανασύρονται και πάλι ως φωτεινά παραδείγματα, ικανά να μαρτυρήσουν για τις κρυφές αρετές –καλύτερα την εν υπνώσει ουσία– του διωκόμενου, παρεξηγημένου ή/και παραστρατημένου ελληνικού έθνους/λαού. Στο κλίμα αυτό, αναπαράγονται και ανασημασιοδοτούνται αφηγήσεις σχετικές με ιστορικά συμβάντα ή πρόσωπα που απέκτησαν στο πέρασμα του χρόνου τη δύναμη εθνικού συμβόλου. Ανάμεσά τους και ο πασίγνωστος χορός του Ζαλόγγου, με τον οποίο, μέρα που ’ναι, σκέφτηκα να καταπιαστώ σήμερα.

Σπεύδω να ξεκαθαρίσω ότι σε όσα ακολουθούν δεν πρόκειται να ασχοληθώ με το ίδιο το ιστορικό γεγονός ούτε με την παγίωση της σχετικής αφήγησης κατά τον 19ο αιώνα, ζητήματα για τα οποία μπορούμε να βασιστούμε στέρεα στις μελέτες του Αλέξη Πολίτη και της Βάσως Ψιμούλη. Εκείνο που με ενδιαφέρει είναι οι απόπειρες ενσωμάτωσης του συγκεκριμένου θρύλου στο λόγο κινημάτων που ευαγγελίστηκαν την αλλαγή: την αλλαγή ως «λελογισμένη» διευθέτηση των έμφυλων ανισοτήτων από το λεγόμενο «πρώτο κύμα» της γυναικείας αμφισβήτησης και την αλλαγή ως ριζική ανατροπή των κοινωνικών σχέσεων από το αριστερό και κομμουνιστικό κίνημα κατά τη δεκαετία 1940-1950. Ούτως ή άλλως, δίχως τις παρελθούσες χρήσεις του, δύσκολα γίνονται κατανοητές και οι σημερινές επιβιώσεις του Ζαλόγγου.

Ως κορυφαία στιγμή του εθνικού αφηγήματος, ο χορός του Ζαλόγγου έμελλε να υιοθετηθεί αμετάλλακτος από τη γυναικεία κίνηση του τέλους του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα. Τα εγκώμια για τις γυναίκες του Σουλίου αποτελούσαν ήδη έναν διαδεδομένο –ιστοριογραφικό, ποιητικό, θεατρικό κ.ο.κ.– κοινό τόπο, ο οποίος δεν ήταν δυνατόν να παραμείνει ανεκμετάλλευτος: γυναίκες-εξαίρεση σαν τις Σουλιώτισσες ήταν απαραίτητες για τη συγκρότηση μιας γυναικείας εθνικής γενεαλογίας. Πόσο μάλλον που η Σουλιώτισσα ως συνεκδοχικό άθροισμα ποικίλων παραδειγμάτων γυναικείου ηρωισμού διευκόλυνε τη συγκρότηση μιας «θηλυκής» οπτικής για τις διαδικασίες που οδήγησαν στην επανάσταση του 1821. Έτσι, δεν είναι περίεργο που το Σούλι και οι ηρωίδες του κατέχουν ξεχωριστή θέση στο ιδρυτικό κείμενο της ιστορίας των γυναικών στην Ελλάδα, την Ιστορία της Γυναικός της Καλλιρρόης Παρρέν (1896).

Αποτολμώντας να τοποθετήσει στο κέντρο του τις γυναίκες, το αφήγημα της Παρρέν κατέφευγε στον νομιμοποιητικό λόγο της ιστορίας προκειμένου να προσδώσει στη γυναικεία κίνηση το χρονικό βάθος που θα της επέτρεπε να διεκδικήσει την οργανική ένταξή της στο σώμα του έθνους. Βασισμένη στην ιστοριογραφία και την εθιμογραφία της εποχής, καθώς και στις τότε διαθέσιμες συλλογές δημοτικών τραγουδιών, η παρρενική ανάγνωση της σουλιώτικης ιστορίας φρόντιζε να εξισορροπήσει το εγκώμιο της γυναικείας πολεμικής αρετής με συνεχείς διαβεβαιώσεις για τις θηλυκές αρετές των ηρωίδων της. Ιστορημένος ο χορός του Ζαλόγγου δίπλα σε παραδείγματα ένοπλης γυναικείας «ανδρείας», συνοδευμένα από αναφορές στις Αμαζόνες ή τις Σπαρτιάτισσες, αναλάμβανε να αποκαταστήσει την έμφυλη τάξη των πραγμάτων: η έμφαση στη μοναδικότητά του –«ο χορός των εξήκοντα ηρωίδων, εφαμίλλους των οποίων δεν έχει ουδαμού του κόσμου να επιδείξη η Ιστορία της Γυναικός»[3]– έθετε κατά κάποιον τρόπο σε δεύτερη μοίρα κάποιες «ανδρίζουσες» συμπεριφορές των υπόλοιπων Σουλιωτισσών. Και πάλι, η Παρρέν πατούσε σε σταθερό έδαφος: για το Ζάλογγο ως «θυσία καταπληκτική» που οι νεότερες γενιές δεν είναι σε θέση να κατανοήσουν είχε ήδη μιλήσει ο Κ. Παπαρρηγόπουλος.

Όπως και να έχει, ο χορός του Ζαλόγγου παρουσιάζεται από την Παρρέν ως ανυπέρβλητη εκδήλωση γυναικείας/μητρικής αυτοθυσίας, προανάκρουσμα της επικείμενης αναγέννησης της Ελλάδας. Κι εδώ, βέβαια, η συγγραφέας της Ιστορίας της Γυναικός μετρά τα λόγια της: ο γυναικείος χορός του θανάτου συνιστά παρακολούθημα της μεγαλειώδους ένοπλης αντίστασης των ανδρών, ενώ στο απονενοημένο διάβημα οδηγεί τις γυναίκες όχι απλώς η προσήλωσή τους στην πατρίδα, την τιμή και τη θρησκεία, αλλά και η «προς τους ήρωας συντρόφους τους στοργή».

Είναι βέβαιο πως η θανάτωση των παιδιών από τις ίδιες τους τις μάνες προκαλούσε μια κάποια αμφιθυμία στην Καλλιρρόη Παρρέν. Δεν θα περάσει πολύς καιρός και οι Σουλιώτισσες του Ζαλόγγου, «αι αγιάσασαι το όνομα της μητρός», θα δεχθούν σκληρή κριτική από θετική ηρωίδα του μυθιστορήματός της «Το νέον συμβόλαιον». «Δεν αγαπώ τας ηρωίδας που πετούν τα παιδιά των από τον κρημνόν», υποστηρίζει εκεί μια αμερικανίδα γιατρός, ιερέας και πασιφίστρια, διευκρινίζοντας ότι σε καμία περίπτωση δεν έχουν δικαίωμα οι μητέρες να θανατώνουν τα παιδιά τους. Στον απόηχο της ίδρυσης της Ένωσης των Ελληνίδων και της γυναικείας συμμετοχής στον πόλεμο του 1897, η πάντοτε προσεκτική Παρρέν αναθέτει σε μια μυθιστορηματική «ξένη» να υπερασπίσει τη φιλειρηνική φύση των γυναικών ως μητέρων. Έτσι, καθώς η γυναικεία κίνηση διεκδικεί πλέον την έμφυλη αρμοδιότητα των γυναικών στην επούλωση των τραυμάτων του πολέμου, η συμβολική δύναμη του Ζαλόγγου μοιάζει προς στιγμήν να κλονίζεται.

Ας μη παραπλανηθούμε από τις –διόλου σπάνιες– αντιφάσεις των κειμένων της Καλλιρρόης Παρρέν. Ο χορός του Ζαλόγγου όχι μόνο δεν έμελλε να αμφισβητηθεί, αλλά, αντιθέτως, μέσα σε λίγα χρόνια θα γνώριζε εντυπωσιακή διάχυση. Υποψιάζομαι πως κάποιους από τους λόγους της ευρύτατης υποδοχής του πρέπει να τους αναζητήσουμε στην πολυσημία των έμφυλων νοημάτων του: πηγή περηφάνιας για τις γυναίκες, η θυσία του Ζαλόγγου δεν μπορεί παρά να λειτουργούσε καθησυχαστικά και για τους άνδρες, καθώς άφηνε άθικτες τις έμφυλες ιεραρχίες.

Στο κλίμα αυτό, δεν είναι παράδοξο που η γυναικεία κίνηση θα επιμείνει να αντιμετωπίζει το Ζάλογγο ως ανυπέρβλητο παράδειγμα γυναικείου ηρωισμού, το σημαντικότερο που έχει να επιδείξει η εγχώρια επαναστατική μυθολογία. Στο μεταξύ, δύο ενδιαφέρουσες εξελίξεις σημαδεύουν τη συνέχεια: η πρώτη αφορά τη σύνδεση του Ζαλόγγου με το υποτιθέμενο δημοτικό τραγούδι «Έχε γεια καημένε κόσμε». Η δεύτερη σχετίζεται με το συνδυασμό του πατριωτικού αυτού τραγουδιού με έναν συρτό χορό, το «χορό του Ζαλόγγου», ο οποίος εμφανίζεται στα Ανθεστήρια, την «αμιγώς ελληνική» πρωτομαγιάτικη γιορτή που οργανώνει το Λύκειο των Ελληνίδων το 1911, λίγους μήνες μετά την ίδρυσή του. Την επόμενη χρονιά, το Ζάλογγο θα αποτελέσει θέμα θεατρικής αναπαράστασης στη γιορτή που διοργανώνει το Λύκειο προς τιμήν του Διεθνούς Συνεδρίου των Ανατολιστών. Προτείνοντας το Ζάλογγο (και) ως χορευτικό γεγονός, το Λύκειο ανέθετε σε μιαν ενσώματη πρακτική τη μετάδοση των έμφυλων μηνυμάτων του στον δημόσιο χώρο. Την επιτυχία του εγχειρήματος μαρτυρούν η θερμή υποδοχή του κοινού, καθώς και η παράλληλη υιοθέτηση αντίστοιχων χορευτικών πρακτικών στα σχολεία.

Την εποχή του μεσοπολέμου, οι συντηρητικές («μετριοπαθείς») γυναικείες οργανώσεις θα συνεχίσουν να ανατρέχουν στο Ζάλογγο προκειμένου να προσδώσουν θηλυκό πρόσημο στην εγχώρια ιστορία. «Τι άλλο είναι ο χορός του Ζαλόγγου, το μεγαλειώδες αυτό και μοναδικόν εις την παγκόσμιον ιστορίαν γεγονός, παρά ζωντανό παράδειγμα περιφρονήσεως προς τον θάνατον χάριν της Ελευθερίας και της Πίστεως; Ποίος δύναται να μη αποκαλυφθή προ της μεγαλειώδους αυτής αποφάσεως και ποίος δύναται να μη υμνήση το μοναδικόν αυτό φαινόμενον εις τον κόσμον;». Δεν έχει σημασία που τα λόγια αυτά υπογράφονται από μέλος του Πανελληνίου Συλλόγου Γυναικών, στο πλαίσιο των «Μνημοσύνων των Ηρωίδων του Εικοσιένα» (1921). Εκφράζουν, πιστεύω, μεγάλο τμήμα της μεσοπολεμικής γυναικείας κίνησης.

***

Στη συνέχεια, με δεδομένη τη συστηματική προσφυγή του λόγου της αντίστασης στα παραδείγματα του ’21, το Ζάλογγο καταλαμβάνει βαθμιαία κεντρική θέση στο αντιστασιακό ιδίωμα, λειτουργώντας άλλοτε ως μεταφορά, άλλοτε ως παρομοίωση, κάποτε και ως κυριολεξία. Συνήθως διατηρεί το φύλο του, είτε διεκδικείται σε πρώτο πρόσωπο («ίδιο ηρωισμό δείχνουμε με τις Σουλιώτισσες στο Ζάλογγο»), είτε καλείται να χαρακτηρίσει όλες ανεξαιρέτως τις Ελληνίδες («Οι Ελληνίδες πατριώτισσες αναδείχνονται εφάμιλλες με τις θρυλικές Σουλιώτισσες»), είτε επιστρατεύεται για να εγκωμιάσει κάποιες υποδειγματικές γυναικείες συμπεριφορές («Από το σημερινό μας αγώνα δεν λείπουν και οι ηρωίδες του Ζαλόγγου»). Κι αν η δύναμη του συμβόλου τού επιτρέπει να περιλάβει κάποτε και τους άνδρες («Εμείς όλοι και όλες ας φωνάξωμε δυνατά: Είμαστε πρόθυμοι το χορό του Ζαλόγγου να τον χορέψωμε και στην πράξη, στ’ αλήθεια, όχι μόνο στη σκηνή»), το Ζάλογγο παραμένει με τον ένα ή τον άλλο τρόπο γυναικεία υπόθεση. Έτσι, καθώς οι Σουλιώτισσες δίνουν το μέτρο της γυναικείας αντιστασιακής συνείδησης («Σήμερα ξύπνησα Σουλιώτισσα. […] Βαδίζω πλάι σας στο δρόμο που οδηγεί στη Νίκη ή στο Ζάλογγο»), ο ΕΛΑΣ τιμωρεί σκληρά τις γυναίκες που παραστράτησαν, επειδή ακριβώς λησμόνησαν πως κατάγονταν από τις ηρωίδες του Ζαλόγγου.

Το Ζάλογγο, ωστόσο, δεν θα παραμείνει απλό σχήμα λόγου. Και δεν θα συνδεθεί αποκλειστικά με την εαμική αντίσταση. Όπως υποστηρίζουν οι βιογράφοι της, η Λέλα Καραγιάννη τραγούδησε και χόρεψε το «Έχε γεια καημένε κόσμε», όταν βρέθηκε αντιμέτωπη με το εκτελεστικό απόσπασμα τον Σεπτέμβριο του 1944 στο Χαϊδάρι. Μπροστά στο θάνατο, η «Μπουμπουλίνα» της κατοχής μεταμορφωνόταν σε Σουλιώτισσα, κατορθώνοντας να συμφιλιώσει, ενσαρκώνοντάς τα, και τα δύο –αντιθετικά, αλλά και συμπληρωματικά– ηρωικά γυναικεία πρότυπα του ’21. Τα χρόνια του εμφυλίου, το ίδιο τραγούδι συνοδεύει συχνά τις κομμουνίστριες που θα σταθούν με τη σειρά τους μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα, ενώ μιαν αντίστοιχη σπαραχτική τελετουργία υιοθετούν οι μελλοθάνατες των φυλακών Αβέρωφ: τραγουδώντας το «Έχε γεια καημένε κόσμε», χορεύουν το χορό του Ζαλόγγου γύρω από το φοίνικα της αυλής προτού οδηγηθούν στην απομόνωση της τελευταίας νύχτας. Ιστορική θα μείνει και η στάση της Βαγγελίτσας Κουσιάντζα που εκτελέστηκε το 1947 με ομάδα συντρόφων της στο νεκροταφείο της Ξηριώτισσας (Λαμία): η κομμουνίστρια δασκάλα έσυρε το χορό του Ζαλόγγου, τραγούδησε το τραγούδι του και, προτού ξεψυχήσει, πρόλαβε να ζητωκραυγάσει υπέρ του ΚΚΕ.

Καθώς από μεταφορά το Ζάλογγο κατέληγε σε κυριολεξία, τον καιρό του εμφυλίου ήταν επόμενο ορισμένα περιστατικά της πολεμικής σύγκρουσης να προσλαμβάνονται από τους κομμουνιστές ως αναβιώσεις του παλιού θρύλου και να βαφτίζονται με το ίδιο όνομα. Από την πλευρά τους, οι εθνικόφρονες γυναικείες οργανώσεις ανέτρεχαν κι αυτές στο Ζάλογγο προκειμένου να ενημερώσουν «τας γνησίας την φύσιν γυναίκας του πολιτισμένου Κόσμου» για τη μοίρα των Ελληνίδων που έπεφταν στα νύχια των κομμουνιστών. Σε σχετική έκκλησή τους, υποστηρίζουν ότι οι σύγχρονες Ηπειρώτισσες επιλέγουν την αυτοκτονία για να γλιτώσουν από τα σεξουαλικά μαρτύρια που υφίστανται εκατοντάδες άλλες άτυχες συμπατριώτισσές τους. Αυτές «σύρονται καθημερινώς ως λεία από ορδάς αγρίας, από όντα, τα οποία την μορφήν έχουν ανθρώπου, […] διά να ζήσουν την ζωήν του πρωτογόνου θήλεος, το οποίον υπάρχει μόνον διά να πληροί του αγρίου κτήτορος τας φρικώδεις ορέξεις».

Ασφαλώς και δεν ολοκληρώνεται εδώ το χρονικό των πολιτικών χρήσεων του Ζαλόγγου. Καθώς, ωστόσο, τελειώνει ο χώρος που είχα στη διάθεσή μου, περιορίζομαι να σημειώσω ότι, παρά την ποικιλία των σημασιών που του αποδόθηκαν, ο «ιστορικός» πυρήνας του ίδιου του θρυλικού περιστατικού παρέμεινε τα χρόνια αυτά ανέγγιχτος. Έτσι, την ίδια ιστορία αφηγείται η Αθηνά Ταρσούλη στη μεταξική Νεολαία το 1939, στις αριστερές Ελληνίδες και την αντικομμουνιστική Ελληνοπούλα το 1946.

ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ

Ποια νοήματα να διακινούν, άραγε, οι σημερινές αναφορές στο Ζάλογγο; Οι μεταφορικές χρήσεις του στον πολιτικό και δημοσιογραφικό λόγο είναι, προφανώς, αμέτρητες. Ταυτόχρονα, παρατηρείται μια κάποια αναζωπύρωση του σχετικού ενδιαφέροντος στον «εθνικοπατριωτικό» χώρο, ενώ εσχάτως εμφανίζονται και νέα «Ζάλογγα» διαφορετικών εθνοτικών, τοπικών και λοιπών παραδόσεων. Θυμίζω ότι οι έμφυλες πτυχές της υπόθεσης υπήρξαν παρούσες στη συζήτηση για το εγχειρίδιο της ΣΤ΄ Δημοτικού, με τις γυναίκες του Ζαλόγγου να διεκδικούνται ως υγιές αντίβαρο στις «ενεργητικές» γυναικείες μορφές του ’21. Πρόσφατη είναι και η γραφική απόπειρα του Γ. Καραμπελιά να κηρύξει το Ζάλογγο εν κινδύνω προκειμένου να κατακεραυνώσει το εγχώριο «εθνοαποδομητικό» ιστορικό ρεύμα.[31] Στο μεταξύ, οι μαθήτριες συνεχίζουν να χορεύουν το χορό του Ζαλόγγου σε δημοτικά και νηπιαγωγεία. Κρατώντας κάποτε αγκαλιά και την κούκλα τους. Πώς να εγγράφεται, άραγε, μέσα τους η ενσώματη αυτή τελετουργία που τη μέρα της εθνικής γιορτής (και του Ευαγγελισμού, για να μην ξεχνιόμαστε) τις διαχωρίζει από τα αγόρια και, προκειμένου να μη διασαλευτεί η έμφυλη τάξη του κόσμου, τις σπρώχνει να πέσουν στον γκρεμό;

[ΠΗΓΗ: Αγγελική Ψαρά,  ιστολόγιο ΕΝΘΕΜΑΤΑ: http://enthemata.wordpress.com/ ]