Τρίτη, 17 Απριλίου 2012

«Ανίδεοι και χορτάτοι» (Γιώργος Σεφέρης)

Η Λογοτεχνία της μεταπολίτευσης αποδείχθηκε πολύ κατώτερη των περιστάσεων

Όπως η ματαιόδοξη βασίλισσα στη ΧΙΟΝΑΤΗ βλέπει στον καθρέπτη την εικόνα που θέλει να έχει για τον εαυτό της, με ανάλογο τρόπο λειτούργησαν στην πλειονότητά τους οι λογοτέχνες της Μεταπολίτευσης που δεν κατάφεραν να δουν κριτικά την ελληνική κοινωνία


Τώρα που όλοι επιτέλους συμφωνούμε ότι έκλεισε οριστικά ο κύκλος της Μεταπολίτευσης, αφού τον κλείναμε και τον ξανανοίγαμε κάθε τόσο εδώ και 25 χρόνια, μπορούμε να ρωτήσουμε ποιον ρόλο έπαιξε η λογοτεχνία στην πορεία προς τη χρεοκοπία, χρεοκοπία που επίσης συμφωνούμε ότι δεν είναι μόνον οικονομική. Στάθηκε άραγε η λογοτεχνία μας απέναντι στη μεταπολιτευτική κουλτούρα ως ένας πόλος κριτικής συνείδησης, που ανέτεμνε με τα δικά της εργαλεία την καινούργια πραγματικότητα, επισήμαινε, προέβλεπε, προειδοποιούσε, κλόνιζε τους κυρίαρχους μύθους της περιόδου; Ή μήπως αφομοιώθηκε από αυτή την κουλτούρα κι έγινε ένα από τα συμπτώματα της παθογένειάς της;

Η εικόνα που προκύπτει αναδρομικά είναι τόσο ξεκάθαρη ώστε δεν γίνεται να καθυστερήσουμε την απάντηση για λόγους τακτικής. Με λίγες εξαιρέσεις, από εκείνες που υπάρχουν πάντα και παντού, η μεταπολιτευτική λογοτεχνία βρέθηκε πολύ κατώτερη των περιστάσεων. Στην καλύτερη περίπτωση έμεινε σε μονότονες, άχαρες, αβαθείς και κακεντρεχείς αναπαραστάσεις του «νεοβάρβαρου» μικροαστού, που κατέληξαν να κάνουν την ασχήμια από κοινωνικό φαινόμενο αισθητική επιλογή της. Στη χειρότερη περίπτωση, που ήταν και η πιο συχνή, παραδόθηκε ηδονικά στο τραγούδι των σειρήνων, στη στριγκή λαγνεία του lifestyle, με το φτενό πρόσχημα της «ρεαλιστικής» καταγραφής βιωμάτων αυτοβιογραφικού χαρακτήρα.

Στο μεγαλύτερο διάστημα της Μεταπολίτευσης δέσποσε επικοινωνιακά η λογοτεχνία της γενιάς του '80 και της επόμενης, δηλαδή συγγραφέων που οι περισσότεροι είναι σήμερα ανάμεσα στα 40 και τα 55. Η λογοτεχνία αυτή πέρασε από έναν ανέμελο, λοίδορο κι εγωπαθή αμοραλισμό σε μια ψυχαναλίζουσα ενδοσκόπηση, που αναπαρήγε αδιάκοπα τα ίδια στερεότυπα, διογκώνοντας τα ιδιωτικά τρικυμίσματα ως εκεί που δεν πήγαινε άλλο. Και στην πρώτη και στη δεύτερη φάση της, ένα ήταν το βασικό χαρακτηριστικό της: οι ήρωές της παρέμεναν ψυχικά και πνευματικά νήπια, την ίδια στιγμή που ήταν παραμεστωμένοι, βουλιμικοί καταναλωτές των πάντων, από σεξ μέχρι επώνυμες μάρκες προϊόντων και ταξίδια ανά την υφήλιο, που και αυτά δεν ήταν παρά τροφές που καταπίνονταν αμάσητες, μόνο και μόνο για να κάνουν εντυπωσιακότερο τον κατάλογο των «εμπειριών».

Σπάνια μαθαίναμε πώς έβγαζαν το ψωμί τους, αλλά και όταν το μαθαίναμε δεν είχε σημασία, γιατί η δουλειά τους δεν επηρέαζε σχεδόν καθόλου τη ζωή τους και τη στάση τους. Το σημαντικότερο είναι ότι αυτά τα πορτρέτα δεν βγήκαν από κάποια λοξή ματιά πάνω στην πραγματικότητα που απεικόνιζαν. Οι δημιουργοί τους ήταν απόλυτα ταυτισμένοι με τους κεντρικούς χαρακτήρες τους, ήταν οι κεντρικοί χαρακτήρες τους, και οι όποιες πινελιές αυτοσαρκασμού χρησίμευαν ως άλλοθι (είμαι ένας αναίσθητος παλιοεγωιστής, αλλά δέστε με πόση παρρησία και προπαντός με πόση χάρη το λέω). Η περιλάλητη, υπερτιμημένη και παρεξηγημένη ειρωνεία αυτής της λογοτεχνίας δεν ήταν κριτική, ήταν απλώς επίδειξη κοκεταρίας.

Χάδια στα αυτιά στάχτη στα μάτια

Η λογοτεχνία της Μεταπολίτευσης έγινε μια από τις χαρακτηριστικότερες εκφάνσεις μιας εφησυχασμένης, αυτάρεσκης, εθελότυφλης κουλτούρας, που πορευόταν με σπασμένα φρένα προς τον γκρεμό.

Καθώς ο δημόσιος χώρος εξοβελιζόταν με γοργούς ρυθμούς από τη λογοτεχνία της περιόδου προς όφελος είτε της «ψυχικής ενδοχώρας» είτε φανταστικών κόσμων είτε ενός νοσταλγικά χρωματισμένου ιστορικού παρελθόντος, βρήκε καταφύγιο στην αστυνομική λογοτεχνία. Το αστυνομικό μυθιστόρημα υπήρξε πράγματι για ένα διάστημα ο αυθεντικότερος λογοτεχνικός εκφραστής μιας κριτικής στάσης απέναντι στη μεταπολιτευτική κοινωνία. Γρήγορα όμως παγιδεύτηκε από την επιτυχία του (που ήρθε κυρίως πάνω στα φτερά της δημοτικότητας του είδους στο εξωτερικό): έγινε μόδα, με συνέπεια να κατακλυστεί και αυτό από στερεότυπα και από έναν αφ' υψηλού, αλλά ρηχό σχολιασμό με εντελώς προβλέψιμο περιεχόμενο.


Παρά το αντικομφορμιστικό και αντιιδεολογικό (ή «μεταϊδεολογικό») πνεύμα από το οποίο υποτίθεται ότι εμφορούνταν η μεταπολιτευτική λογοτεχνία, πολύ σπάνια αμφισβήτησε τα κυρίαρχα ιδεολογήματα αυτής της περιόδου, αριστερά ή εθνικιστικά, και όποτε συνέβη αυτό οι τολμητίες συγγραφείς δεν ανήκαν στα κύρια ρεύματά της. Προσέχοντας να μη προκαλέσει ένα κοινό που χόρευε στους ρυθμούς μιας μεταμοντέρνας καταναλωτικής φρενίτιδας κι ενός άκρατου ατομικισμού, αλλά ήθελε να πιστεύει ότι ήταν «προοδευτικό» και «πατριωτικό», απέφυγε επιμελώς να θίξει τους μύθους του. Σε αρκετές περιπτώσεις μάλιστα τους ευλόγησε. Έχουμε ξεχάσει ότι όχι λίγοι προβεβλημένοι «προοδευτικοί» συγγραφείς μας ανέβασαν αίφνης εθνικιστικό πυρετό, μαζί με τις μάζες, τη δεκαετία του '90. Από την άλλη, δεν έχουμε ξεχάσει τις υστερικές αντιδράσεις που προκάλεσαν οι λίγοι συγγραφείς οι οποίοι τόλμησαν να πουν σχεδόν αυτονόητες αλήθειες, αλλά ανακηρυγμένες σε ταμπού από την Αριστερά ή την «εθνοπατριωτική» Δεξιά. Τη δεκαετία του '80 η Άλκη Ζέη στοχοποιήθηκε από το ιδεολογικά πανίσχυρο τότε ΚΚΕ για ένα βιβλίο, την «Αρραβωνιαστικιά του Αχιλλέα», που ψέλλιζε κάτι για σταλινισμό, χωρίς μάλιστα ν' αμφισβητεί κατά τ' άλλα τη μυθολογία της ελληνικής Αριστεράς. Τη δεκαετία του '90 ο Θανάσης Βαλτινός επέσυρε τη μήνιν σύμπασας τώρα της Αριστεράς για το «Ορθοκωστά» του, τη δεκαετία του 2000 ο Βασίλης Γκουρογιάννης προγράφτηκε από τους «ελληνόψυχους» για το «Κόκκινο στην Πράσινη Γραμμή». Και οι αντιδράσεις αυτές στηρίζονταν ή ήταν ανεκτές από ένα πολύ μεγάλο μέρος της κοινής γνώμης.

Ενόψει τέτοιων διαθέσεων του πλατιού κοινού, με το οποίο φλέρταρε πάντοτε η μεταπολιτευτική λογοτεχνία, ανέλαβε να γίνει δραγουμάνος τους το ιστορικό μυθιστόρημα, η μεγάλη και διαρκής μόδα των τελευταίων δύο δεκαετιών. Σε άλλες χώρες το σύγχρονο ιστορικό μυθιστόρημα χαρακτηρίζεται από αναθεωρητική ματιά: μεταθέτει την έμφαση από την πρότυπη εξιστόρηση του παρελθόντος σε αγνοημένες πλευρές του, προτείνοντας μια διαφορετική ανάγνωση του ιστορικού δράματος. Σ' εμάς, κάνει το αντίθετο. Είτε εικονογραφεί τις καθεστωτικές εκδοχές της Ιστορίας, διανθίζοντάς τες ίσως με κάποια δευτερεύουσας σημασίας ευρήματα από έρευνα των πηγών, είτε διαχειρίζεται με τον πιο ανώδυνο τρόπο ορισμένα καθοσιωμένα πλέον νεότερα αιτήματα, όπως π.χ. η διαπολιτισμική ή διεθνοτική συνύπαρξη, φροντίζοντας να τα προβάλλει σ' ένα κλειστό παρελθόν και στην εικόνα ενός Άλλου που δεν ενοχλεί πια το κοινό αίσθημα (π.χ. οι Τούρκοι, ελέω και των τουρκικών σίριαλ). Πώς λοιπόν να μην είναι τόσο δημοφιλές;


Η λογοτεχνική κριτική έπαιξε τον ρόλο της στην κατίσχυση αυτής της λογοτεχνίας. Μένοντας προσηλωμένη στο επιμέρους, αποφεύγοντας αλλεργικά τις σφαιρικές θεωρήσεις και υπερτονίζοντας την αισθητική αυτονομία του λογοτεχνικού κειμένου, αποθέωσε την ομφαλοσκοπία, τη ναρκισσιστική καλλιγραφία, τον εστέτ μιζεραμπιλισμό, τις αυτιστικές ονειροδρομίες. Είναι χαρακτηριστική η συχνή, δήθεν ρεαλιστική δήλωση επιφανών εκπροσώπων της ότι αρκεί να έχουμε κάθε χρόνο δυο-τρία καλά μυθιστορήματα για να είμαστε ευχαριστημένοι από τη σοδειά. Καλά με ποιους όρους, με ποια προοπτική;

Η άξια λογοτεχνία βλέπει τον κόσμο χωρίς τα γυαλιά κοινόχρηστων μύθων, δοξασιών και συνηθειών. Αν είναι καθρέφτης μιας κοινωνίας, δεν είναι με την έννοια ότι της γυρίζει την εικόνα που θέλει να έχει για τον εαυτό της. Αλλά η λογοτεχνία της Μεταπολίτευσης λειτούργησε, δυστυχώς, σαν τον καθρέφτη της ματαιόδοξης βασίλισσας στη «Χιονάτη».

[ΠΗΓΗ: Δημοσθένη Κούρτοβικ, ΒΙΒΛΙΟΔΡΟΜΙΟ, ΤΑ ΝΕΑ ΣΑΒΒΑΤΟΚΥΡΙΑΚΟ 7-8 Απριλίου 2012]