Πέμπτη, 3 Μαΐου 2012

Ο στραβός γιαλός που αρμενίζουμε και το ζαβό το ριζικό μοιραίων ψηφοφόρων

Δαγκωτό ΟΧΙ στον άδικο λόγο της εξουσίας με λέξεις από φώσφορο και με το χέρι στην καρδιά


(λεζάντα)Το κοινό καλό σε μια πάσχουσα δημοκρατία:
«το να έχεις δίκιο είναι πολύ λίγο»
 
Καθώς στην ΕΡΗΜΗ ΧΩΡΑ συννεφιασμένης Κυριακής, οι κομματικοί αγκιτάτορες και οι επαγγελματίες σωτήρες, υπόσχονται ασφαλείς διελεύσεις από τη νεκρά θάλασσα της καθημαγμένης οικονομίας που οι ίδιοι δημιούργησαν, κολλημένο στην καρδιά αληθινό διαμάντι δυο αστέρων και ενός μονάχα πεπρωμένου: ΟΧΙ

επικεφαλής (από)στροφή]:

Παραμυθάς είναι αυτός που μπορεί
να μηχανεύεται τοπία, να τα αρμόζει
κι όλα να γίνονται για μια στιγμή μοχλοί
που κινούν το έργο,
είναι αυτός που είχε φτιάξει με τα χέρια του
μια χάρτινη πεταλούδα,
κι η πεταλούδα τριγύρισε μέσα στο δωμάτιο
κι ύστερα βγήκε μέσα απ’ τη μισάνοιχτη πόρτα…
 
ΑΚΟΛΟΥΘΕΙ ποιητική ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ….
«Προσωπικά, αισθάνομαι να καταπιέζομαι από τις εξουσίες.
Αν αυτό είναι αναρχισμός, τότε είμαι αναρχικός.
Όχι βέβαια με την έννοια να βάζω μπόμπες.
Αλλά να μην ανέχομαι με κανένα τρόπο
να με διαθέτουν κατά τη βούλησή τους,
χωρίς τη συγκατάθεσή μου, οι τρίτοι,
οι άσχετοι, οι σωτήρες.

Και αυτό είναι ένα αίσθημα που ολοένα και περισσότερο
κυριεύει σήμερα μερικές συνειδήσεις.
Μυρίζει ευγένεια ξύλου παλαιού ή ζώου ταπεινωμένου.
Και βέβαια κάπου εδώ πρέπει να υπήρξα τόσο γρήγορα
που ξημερώνει και σας ξαναβρίσκω βάσανα μου ιερά …
Ίσως κάτι που μου ανήκει ανέκαθεν να διεκδικώ
Μπορεί και απλώς μια θέση μες στα Ερχόμενα
Που είναι το ίδιο, ένδυμα καμωμένο από φωτιά ψυχρή…
Το μικρό τετράγωνο παράθυρο πάνω στην καταιγίδα
Τα Πέραν και τα Μέλλοντα (Οδυσσέας Ελύτης)
 
Και ένας ψηφοφόρος… χορηγός: «Μια μέρα θα γίνω ο μέγας κηπουρός που θα ’χω το σπίτι μου σ’ ένα σύννεφο και θα ανάβω τα όνειρά μου με τον ήλιο»


Απ’ όταν, το 1887, ο Παλαμάς έγραψε το διήγημα ΕΝΑΣ ΨΗΦΟΦΟΡΟΣ δε μας χωρίζουν μόνο 125 χρόνια, όπως προκύπτει από μια απλή αφαίρεση. Από τον 19ο αιώνα στον 21ο η διαφορά δεν είναι αριθμητική. Πολλά από τότε έχουν αλλάξει, σχεδόν όλα – έτσι τουλάχιστον φαίνεται. Πρώτα-πρώτα, τα σφαιρίδια έχουν αντικατασταθεί προ πολλού από χάρτινα ψηφοδέλτια, οπότε η έννοια «δαγκωτό» δεν μπορεί να ισχύει παρά μόνον μεταφορικά. Επιπλέον η σχέση πολιτευτή – ψηφοφόρου έχει αλλάξει πολύ κι αυτή (!!!). Το πελατειακό σύστημα, στην εποχή που γράφει ο Παλαμάς, λειτουργεί μ’ ένα άγαρμπο τρόπο, πολιτικά πρωτόγονο θα έλεγα, καθώς οι κομματαρχαίοι είχαν το ελεύθερο και τη δύναμη να λύνουν και να δένουν και οι ταλαίπωροι ψηφοφόροι ήταν αναγκασμένοι να στοιχίζονται πίσω τους μ’ ανταλλάγματα είτε τη χρηματική αμοιβή είτε κάποια εκδούλευση είτε το ρουσφέτι, που κείνες τις εποχές «έδινε κι έπαιρνε».

Βέβαια, από τότε τα πράγματα άλλαξαν, το πελατειακό σύστημα, το ρουσφέτι κι οι τρόποι εκμαυλισμού των ψηφοφόρων εκσυγχρονίστηκαν, και μένει να μας θυμίζουν τις παλιότερες τραγελαφικές εκλογικές καταστάσεις που έζησαν οι πρόγονοί μας οι υπέροχες ασπρόμαυρες ελληνικές ταινίες με πρωταγωνιστές το Διονύση Παπαγιαννόπουλο – Γκόρτσο, το Λάμπρο Κωνσταντάρα- Μαυρογιαλούρο ή τον πολιτευόμενο Ανδρέα Μπάρκουλη.

Ας δούμε όμως, περιληπτικά, τι γράφει στο διήγημά του ο Παλαμάς, του οποίου η συνόψιση διευκολύνεται από την κάποια σχηματικότητά του, αποτυπωμένη και στο όνομα των δύο αντίπαλων πολιτικών: Αριστάρχης ο ένας, Χρύσης ο άλλος. Ο Αντωνάτσος είναι ο ψηφοφόρος, ταπεινός άνθρωπος, ψαράς από μια παραλιακή πόλη της Ελλάδας.

Χρόνια και χρόνια ο Αντωνάτσος ψήφιζε τον Αριστάρχη «επειδή ήταν λεβέντης, λαμπρός άνθρωπος, και τον έχει μέσα στην καρδιά του». Τον άλλο, τον Χρύση, που «τον στήριζε η δύναμη του παρά, δεν τον χωνεύει, τον έχει στο στομάχι του».

Τα πολιτικά παιχνίδια όμως του τοπικού κομματάρχη, του «παντοδύναμου πληρεξούσιου», του αγαπημένου του Αρίσταρχου, φέρνουν τα «πάνω κάτω» για τον Αντωνάτσο. Ο τοπικός κομματάρχης του στερεί το μόνο που ζητούσε από τον αρχηγό του, να τον μεταφέρει αυτός με τη δική του βάρκα στον τόπο της εκλογικής συγκέντρωσης. Η μεγάλη του αυτή επιθυμία δεν έγινε δεκτή, κι ο Αντωνάτσος «πήρε ανάποδες». Και στο θυμό του επάνω, αποφασίζει να γίνει κι αυτός ένας από τους «εκλεχτικούς», όπως «είχανε βαφτίσει με σαρκαστικήν ευφημίαν όσους πουλούσανε την ψήφο τους». Πουλάει, λοιπόν, την ψήφο του στον αντίπαλο, στον αχώνευτο Χρύση, στο κόμμα του παρά και αποζημιώνεται με «εβδομήντα ψωροδραχμές».

Αλλά τελικά δεν αντέχει την προδοσία, η καρδιά του και το στομάχι του συνεργάζονται γι άλλη μια φορά και τον γλυτώνουν από την «απόχη του ρουσφετιού».

«Για την υπόληψή του» αρνείται τελικά τη δωροδοκία, αψηφά τα τάλαρα και ψηφίζει το λεβέντη του, τον Αρίσταρχο.

Ο Παλαμάς τα γράφει αυτά στα τέλη 19ου αιώνα, κατά συνέπεια θα μπορούσε να ειπωθεί ότι όσα αφηγείται έχουν για μας λαογραφικό ενδιαφέρον και μόνο, όχι πολιτικό ή ιδεολογικό. Ή μήπως όχι; Μήπως κάποια από τα γνωρίσματα του πολιτικού μας βίου, από τα πιο άθλια μάλιστα, πέρασαν αλώβητα, αν όχι ενισχυμένα, και στον 20ο αιώνα, γεγονός άλλωστε που είχε οδηγήσει τον Παλαμά να αστράψει και να βροντήσει σε ένα από τα Σατιρικά Γυμνάσματά του, εναντίον και των ρουσφετλήδων και των κομματαρχαίων:

Διαβασμένοι, ντοτόροι, σπιρουνάτοι,
ρασοφόροι, δασκάλοι, ρουσφετλήδες,
οικοπεδοφαγάδες, αβοκάτοι,
κομματάρχηδες και κοτζαμπασήδες,
και της γραμματικής οι μανταρίνοι,
και της πολιτικής οι φασουλήδες,
ταρτούφοι, ραμπαγάδες, ταρταρίνοι…
Ρωμαίικο, να! Με γεια σου, με χαρά σου.

Μήπως τα ίδια ζοφερά γνωρίσματα, που μειώνουν τη δημοκρατία και αποκαλύπτουν πως είναι απλός μύθος η «ανόθευτη και αβίαστη ψήφος του λαϊκού φρονήματος», πέρασαν άθικτα και στο λαμπρό 21ο αιώνα μας;

Και μήπως διακρίνονται με ακόμη μεγαλύτερη σαφήνεια στη δράση των εξουσιαζόντων πολιτιών, οι οποίοι διατείνονται με υπέρμετρο πάθος ότι νεωτερίζουν ενόσω προσπαθούν, με τους πολλούς πανίσχυρους μηχανισμούς που διαθέτουν, να κρατήσουν το σκηνικό με τα χρώματα του 19ου αιώνα;

Όσες «ανανεώσεις» και «ανακαινίσεις» κι αν έχουν εξαγγελθεί στο πέρασμα των χρόνων και των κυβερνώντων κομμάτων, το πελατειακό σύστημα μένει άθικτο και η παλαμική «απόχη του ρουσφετιού» αποτελεσματικότατη.
 
Επίλογος Επί Ασπαλάθων (μας γέρασαν προώρως, Γιώργο, το κατάλαβες;)

Πάλι τι κανιβαλισμός αυτή την Άνοιξη
λουλούδια καταβρόχθισαν τις μέλισσες
πουλιά τους’ φάγαν τα εντόσθια τα γεράκια
το τριαντάφυλλο έμεινε ολομόναχο
κι ο μενεξές μεταμορφώθη σε κηδεία
 

Δεν έχω άλλα λουλούδια να σου φέρω
όμως μια μέρα θα γίνω ο μέγας κηπουρός
φυτεύω θα κλαδεύω θα ποτίζω
θα ’χω το σπίτι μου πάνω σ’ ένα σύννεφο
θ’ ανάβω τα όνειρά μου με τον ήλιο.
 
Σήμερα ακόμα είμαι ένας πλοηγός
συνένοχος για τις λάσπες τα λεμόνια
τους  τενεκέδες στο νερό μεσ’ το λιμάνι
τρελαίνω τη σειρήνα σπέρνω το αίμα μου
φορώ γυαλιά από πέτρα και με λένε Πέτρο
(Μίλτος Σαχτούρης)