Σάββατο, 31 Μαρτίου 2012

(αν)Ημερα Πινόκιο

Εφήμερη ανάρτηση πρωταπριλιάς

Μνημόνιο προεκλογικού αγώνα μιας Κυριακής
έτσι ώστε η ξύλινη ρητορεία τους
να συναγελάζεται με το συμβολισμό της ημέρας
και το δικό μας (ψευδο)δίλημμα
για το κοντράστ του μαυρίσματός τους



να δένει με το λυρισμό της κλασικής ευχής
για την επί ασπαλάθων
αιώνια τιμωρία άδικων τυράννων.  

[ΟΔΗΓΙΕΣ ΧΡΗΣΕΩΣ: ας κυκλοφορήσει σε όλες τις επαφές σας μέρα που είναι…]

Πέμπτη, 29 Μαρτίου 2012

Για την ελευθερία του τύπου, ένα μανιφέστο του Αλμπέρ Καμί

Ο ρόλος της δημοσιογραφίας σε καιρό πολέμου (ή κρίσεων): ή πώς ο δημοσιογράφος σε κάθε εποχή πρέπει να οικοδομήσει εαυτόν ως ελεύθερη προσωπικότητα


Το κείμενο αυτό, που γράφτηκε στις 25 Νοεμβρίου 1939, ο συγγραφέας προσδιορίζει «τις τέσσερις εντολές του ελεύθερου δημοσιογράφου: τη διαύγεια, την άρνηση, την ειρωνεία και την εμμονή». Ο Καμί καταδικάζει την παραπληροφόρηση που το 1939 ήδη κατατρώει ως γάγγραινα τη Γαλλία. Αλλά το «μανιφέστο» αυτό πάει πιο μακριά: τοποθετείται για το ρόλο της δημοσιογραφίας εν καιρώ πολέμου ή γενικότερα για την επιλογή του καθενός μάλλον -παρά των συλλογικοτήτων- να οικοδομήσει εαυτόν ως ελεύθερη προσωπικότητα.

Είναι δύσκολο σήμερα να αναφερθείς στην ελευθερία του τύπου χωρίς να κατηγορηθείς για μωρολογία, Μάτα Χάρι (Mata-Hari) ή για το ότι είσαι –δίχως άλλο- ανιψιός του Στάλιν (Stalin).

Κι όμως, αυτή η ελευθερία, δεν είναι παρά μια ακόμα πτυχή της ελευθερίας συνολικά, πράγμα που εξηγεί την εμμονή μας να την υπερασπιζόμαστε, πόσο μάλλον για όσους εξ ημών θεωρούν πως δεν υπάρχει άλλος τρόπος να νικήσουμε πραγματικά στον πόλεμο.

Ασφαλώς κάθε ελευθερία έχει τους περιορισμούς της, που προϋποθέτουν πάντως να αναγνωρίζεται η ύπαρξή της. Έχουμε εξάλλου πει ό.τι είχαμε να πούμε όσον αφορά τα εμπόδια που εγείρονται σήμερα κατά της ελευθερίας της σκέψεως, και ασφαλώς θα το κάνουμε και στο μέλλον, και μάλιστα με δυναμισμό, μόλις έχουμε να πούμε κάτι καινούργιο. Ιδιαιτέρως όμως δεν πρόκειται να εξοικειωθούμε ποτέ επαρκώς με την ιδέα πως τα κείμενα που λογοκρίνονται στην Γαλλία από τους λογοκριτές της μητροπολιτικής χώρας, θα πρέπει να απαγορεύεται να δημοσιεύονται στη «σουαρ ρεπουμπλικέν» παραδείγματος χάριν. Και μόνο το γεγονός πως μια εφημερίδα εξαρτάται από τις διαθέσεις ενός ανθρώπου, δείχνει το βαθμό ασυνειδησίας στον οποίο έχουμε ξεπέσει.

Κάθε φιλοσοφία άξια αυτού του χαρακτηρισμού χαρακτηρίζεται από το ότι δεν αρκείται ποτέ σε άχρηστες οιμωγές απέναντι σε μια κατάσταση που δεν μπορεί να αποφευχθεί. Το ζήτημα στη Γαλλία σήμερα δεν είναι πώς να διασωθεί η ελευθερία του τύπου. Είναι να αναζητήσουμε πώς, απέναντι στην κατάργηση αυτών των ελευθεριών, μπορεί να εξακολουθεί να παραμείνει ελεύθερος κάθε δημοσιογράφος. Το πρόβλημα δεν αφορά τις συλλογικότητες, αλλά το άτομο.

Ακριβώς λοιπόν αυτό που θα επιθυμούσαμε να καθορίσουμε εδώ είναι οι όροι και οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες, εντός ακριβώς του πλαισίου που καθορίζεται από τον πόλεμο και τις δουλείες του, η ελευθερία μπορεί όχι μόνο να επιβιώνει, αλλά και να εκδηλώνεται. Τέσσερις είναι αυτές οι προϋποθέσεις: η διαύγεια, η άρνηση, η ειρωνεία και η εμμονή.

Η διαύγεια προϋποθέτει την αντίσταση στο μίσος και τη μοιρολατρία. Είναι βέβαιο πως στον κόσμο που προσεγγίζουμε δια των εμπειριών μας τα πάντα μπορούν να αποφευχθούν. Ο ίδιος ο πόλεμος είναι ένα ανθρώπινο φαινόμενο, που ανά πάσα στιγμή είναι δυνατό να αποφευχθεί με ανθρώπινα μέσα. Αρκεί να γνωρίζει κανείς την ευρωπαϊκή πολιτική ιστορία των τελευταίων χρόνων για να βεβαιωθεί πως ο πόλεμος, όποιος κι αν είναι αυτός, έχει προφανείς αιτίες. Αυτή η διαυγής αντίληψη για τα πράγματα αποκλείει το τυφλό μίσος και την απελπισία που επιτρέπει τα πάντα. Εν έτει 1939, κανένας ελεύθερος δημοσιογράφος δεν απελπίζεται και ο καθένας αγωνίζεται για ό,τι θεωρεί αληθινό λες κι οι εξελίξεις των γεγονότων καθορίζονται από την ατομική του δράση. Δεν αναδημοσιεύει τίποτα που θα μπορούσε να πυροδοτήσει το μέλλον ή να προκαλέσει την απελπισία. Όλα τα παραπάνω βρίσκονται απολύτως εντός των δυνατοτήτων τους.

Απέναντι στην πλημμυρίδα της ηλιθιότητας, είναι επίσης αναγκαίο να προβάλλουμε ορισμένες αντιθέσεις. Όλες οι δυσκολίες του κόσμου δεν μπορούν να κάμψουν ένα πνεύμα κάπως καθαρό ώστε να αποδεχθεί να γίνει ανέντιμο. Για όποιον γνωρίζει το μηχανισμό της πληροφόρησης έστω και λίγο, είναι μάλλον εύκολο να διαπιστώνει την αυθεντικότητα κάθε είδησης. Κι είναι στο έργο αυτό που οφείλει να αφιερωθεί κάθε ελεύθερος δημοσιογράφος. Διότι, ακόμα κι αν δεν μπορεί να πει όλα όσα σκέφτεται, του είναι πάντα δυνατό τουλάχιστο να μη λέγει όλα όσα θεωρεί παραπλανητικά. Κάθε ελεύθερη εφημερίδα κρίνεται εξίσου από όσα λέγει και όσα δεν λέγει. Αυτή η αρνητική ελευθερία είναι μακράν η σημαντικότερη όλων, για όποιον γνωρίζει πώς να την τηρεί. Διότι προετοιμάζει την έλευση της αληθινής ελευθερίας. Κατά συνέπεια, κάθε ανεξάρτητη εφημερίδα αναφέρει τις πηγές της, βοηθάει το κοινό της να τις αξιολογούν, απεχθάνεται την πλύση εγκεφάλου, καταργεί την καθοδήγηση, απαλύνει διαμέσου του σχολιασμού την ομοιομορφία της πληροφόρησης και γενικά υπηρετεί την αλήθεια στο βαθμό των δυνάμεών της. Όσο σχετικό κι αν είναι αυτό το μέτρο, τουλάχιστο μας επιτρέπει να αρνούμαστε αυτό που καμία δύναμη στον κόσμο δε θα μπορούσε να μας εξαναγκάσει να αποδεχθούμε: να μετατραπούμε σε υπηρέτες του ψεύδους.

Οδηγούμεθα έτσι στην ειρωνεία. Θεωρούμε αρχικά δεδομένο πως κάθε πνεύμα που αρέσκεται να επιβάλει δια της βίας τη θέλησή του, έχει ανοσία στην ειρωνεία. Δεν μπορώ να δω τον Χίτλερ (Hitler),για να πάρω ένα μόνο σχετικό παράδειγμα, να καταφεύγει στη σωκρατική ειρωνεία. Αυτό σημαίνει πως η ειρωνεία μετατρέπεται σε απαράμιλλο όπλο κατά των δυναστών. Η ειρωνεία συμπληρώνει την άρνηση, υπό την έννοια πως επιτρέπει, όχι απλά να απορρίπτεται ό,τι είναι λανθασμένο, αλλά συχνά να λέγει ό,τι είναι αληθές. Εν έτει 1939, κανένας ελεύθερος δημοσιογράφος δεν έχει αυταπάτες ως προς τη νοημοσύνη των καταπιεστών του. Είναι απαισιόδοξος για τη φύση του ανθρώπου. Κάθε αλήθεια που εκφέρεται σε δογματικούς τόνους λογοκρίνεται, εννέα φορές στις δέκα. Αν η ίδια αλήθεια ειπωθεί πλαγίως, λογοκρίνεται μόνον πέντε φορές στις δέκα. Αυτή η διάταξη απεικονίζει με αρκετή πιστότητα τα περιθώρια της ανθρώπινης διάνοιας. Εξηγεί επίσης πως γαλλικές εφημερίδες σαν το «μερλ» ή το «κανάρ ανσενέ» εξακολουθούν να δημοσιεύουν τα θαρραλέα άρθρα που όλοι γνωρίζουμε. 'Αρα εν έτει 1939, ένας ελεύθερος δημοσιογράφος είναι εξορισμού είρων, έστω και παρά τη θέλησή του. Αν και η αλήθεια και η ελευθερία είναι απαιτητικές ερωμένες, καθώς διαθέτουν ελάχιστους εραστές.

Είναι σαφές πως αυτή η διανοητική κατάσταση που εκτέθηκε εν συντομία εδώ, δεν είναι δυνατό να υποστηριχτεί αποτελεσματικά χωρίς ένα ελάχιστο εμμονής. Πολλά εμπόδια εγείρονται στο δρόμο της ελευθερίας της έκφρασης. Και το πνεύμα δεν αποθαρρύνεται από τα υψηλότερα εξ αυτών. Διότι οι απειλές, οι διακοπές κυκλοφορίας, οι διώξεις στη Γαλλία ως επί το πλείστον επιτυγχάνουν αποτελέσματα αντίθετα του αναμενομένου. Χρειάζεται από την άλλη να αποδεχθούμε πως υπάρχουν αποθαρρυντικά εμπόδια: η εμμονή της ανοησίας, η οργανωμένη παραπλάνηση, η πνευματική οξύτητα, κι ας αρκεστούμε σε αυτά. Αυτά είναι τα μεγάλα εμπόδια που καλούμαστε να καταρρίψουμε. Η ύπατη αρετή στο σημείο αυτό είναι η εμμονή. Εμμονή που παραδόξως αλλά φανερά τίθεται τότε στην υπηρεσία της αντικειμενικότητας και της ανεκτικότητας.

Ιδού λοιπόν ένας κανόνας για να διατηρηθεί η ελευθερία εν μέσω στης γενικευμένης δουλείας. Και λοιπόν; Θα μας πουν. Μετά τι γίνεται; Ας μη βιαζόμαστε. Αν μόνο κάθε Γάλλος αποφάσιζε να διατηρήσει στην προσωπική του σφαίρα όλα όσα θεωρούσε αληθή και δίκαια, αν επέμενε να συμβάλλει με τις ταπεινές του δυνάμεις στη διατήρηση της ελευθερίας, να αντισταθεί στην παράδοση και να καταστήσει γνωστή αυτή του την θέλησή, τότε μόνο αυτός ο πόλεμος θα κερδιζόταν, με την πλήρη έννοια του όρου.

Ναι, είναι συχνά παρά τη θέλησή του που ένα ελεύθερο πνεύμα σήμερα θα καταφύγει στην ειρωνεία. Τι ευχάριστο να βρει κανείς σε αυτόν το φλεγόμενο κόσμο; Αλλά η αξία του ανθρώπου είναι να ορθώνει το ανάστημά του, απέναντι σε όλα όσα θέλουν να τον εκμηδενίσουν. Κανείς δεν επιθυμεί σε είκοσι πέντε χρόνια να ξαναζήσουμε την εμπειρία του 1914 και του 1939. Χρειάζεται λοιπόν να δοκιμάσουμε μια, ολοκαίνουργια ακόμα, μέθοδο: την δικαιοσύνη και τη γενναιοδωρία. Που δεν μπορούν να εκδηλωθούν παρά εντός ήδη ελευθέρων καρδιών και πνευμάτων που εξακολουθούν να παραμένουν διαυγή. Η διαμόρφωση τέτοιων καρδιών και τέτοιων πνευμάτων, ή μάλλον η αφύπνισή τους, να ποιο είναι ταυτόχρονα το φιλόδοξο και ταπεινό έργο, που ανατίθεται σε κάθε ανεξάρτητο άνθρωπο. Χρειάζεται να συνεχίσουμε, περισσότερο από οποτεδήποτε στο παρελθόν. Η ιστορία μπορεί να καταγράψει ή να μην καταγράψει, τις προσπάθειές μας. Αλλά τουλάχιστο να τις έχουμε κάνει.



[Albert Camus: Γάλλος συγγραφέας, που έγινε γνωστός από τα μυθιστορήματά του Ο ΞΕΝΟΣ και Η ΠΑΝΟΥΚΛΑ. Σε ηλικία 26 ετών, όντας αρχισυντάκτης σε εφημερίδα στη γενέτειρά του το Αλγέρι,  το 1939 έγραψε το παραπάνω μανιφέστο του ελέυθερου δημοσιογράφου. Το κείμενο λογοκρίθηκε και παρέμεινε ανέκδοτο μέχτι πρόσφατα που δημοσιεύθηκε στη Monde, από όπου αναδημοσιεύθηκε  στα ΝΕΑ την Τρίτη 27 Μαρτίου 2012]

Τρίτη, 27 Μαρτίου 2012

Η Συνθήκη του Σένγκεν και τα σύνορα της διάλυσης

Η Ελλάδα κατηγορείται ότι παραβιάζει τους κανόνες για τον έλεγχο της λαθρομετανάστευσης και της ανθρώπινης διαχείρισης μεταναστών και όσων αιτούνται άσυλο.

Τα δύο μεγαλύτερα επιτεύγματα της ευρωπαϊκής ενοποίησης είναι η νομισματική ένωση και η συνοριακή ένωση, γνωστή ως Συνθήκη του Σένγκεν, όπου 400 εκατ., κάτοικοι 25 χωρών, κυκλοφορούν χωρίς συνοριακούς ελέγχους. Και τα δύο βασίζονται στην αρχή ότι κάθε μέλος επωμίζεται τις ίδιες ευθύνες και απολαμβάνει τα ίδια προνόμια – της απρόσκοπτης συμμετοχής σε έναν οργανισμό που του προσφέρει μεγαλύτερη ασφάλεια και περισσότερες ευκαιρίες. Αυτό απαιτεί την εύρυθμη λειτουργία τής κάθε χώρας και της ανοικτής επικοινωνίας μεταξύ των μελών. Προϋπόθεση γι’ αυτό είναι να ξέρει κάθε χώρα τις ευθύνες και τα προνόμιά της και να σηκώνει το βάρος που της αναλογεί.

Δεν είναι τυχαίο, λοιπόν, ότι η Ελλάδα σήμερα βρίσκεται στο επίκεντρο μιας έντονης συζήτησης για το μέλλον του ευρώ και της συνοριακής ένωσης – μιας συζήτησης που μας αναγκάζει να δούμε για πρώτη φορά τους εαυτούς μας μέσα στο ευρωπαϊκό πλαίσιο, να αναλογιστούμε τις ευθύνες μας και το κόστος της ανευθυνότητας. Και στις δύο περιπτώσεις, οι πολιτικοί, κοινωνικοί και οικονομικοί ηγέτες μας ανέχτηκαν (και υπέθαλψαν) την ανικανότητα της δημόσιας διοίκησης να υπηρετήσει τις ανάγκες μιας σύγχρονης χώρας. Σήμερα η Ελλάδα παραμένει στην Ευρωζώνη χάρη στη βοήθεια των εταίρων της, ενώ απειλείται με αποπομπή από τη συνοριακή ένωση.

Τα τελευταία δύο χρόνια, όσο η «ελληνική κρίση» κυριαρχεί στα πρωτοσέλιδα του κόσμου, υποβόσκει και το θέμα της παραμονής της χώρας μας στη Συνθήκη του Σένγκεν. Οι εταίροι κατανοούν ότι η Ελλάδα έχει τεράστιες αστυνομικές και πολιτικές δυσκολίες όσον αφορά τη φύλαξη των συνόρων της. Αναγνωρίζουν, επίσης, τον ύπουλο ρόλο της Άγκυρας, η οποία από τη μία διευκολύνει την είσοδο στην Τουρκία πολιτών από χώρες της Βορείου Αφρικής και από την άλλη δεν δέχεται την επιστροφή τους όταν αυτοί συλλαμβάνονται εισερχόμενοι παρανόμως στην Ελλάδα. Η τουρκική πλευρά δεν δέχεται την επιστροφή μεταναστών αν η Ε. Ε. δεν συμφωνήσει πρώτα να διευκολύνει την είσοδο Τούρκων στην Ευρώπη.

Αυτό που οι εταίροι μας δεν μπορούν να κατανοήσουν είναι γιατί δεν κάναμε όσα δεσμευτήκαμε να εφαρμόσουμε. Το 2010, υπό την πίεσή τους η Ελλάδα υιοθέτησε σχέδιο δράσης, το οποίο θα αντιμετώπιζε τα καυτά θέματα της μετανάστευσης, του ασύλου και της διαχείρισης των εξωτερικών συνόρων. Για την εφαρμογή του, οι εταίροι διέθεσαν 234 εκατ. ευρώ για την περίοδο 2010–2012. Ενώ, λοιπόν, υπήρχε πίεση, υπήρχε σχέδιο, υπήρχαν και τα κονδύλια, το πρόβλημα παρέμεινε άλυτο. Όπως σημειώνει η Ομάδα Δράσης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την Ελλάδα στην πρόσφατη τρίμηνη έκθεσή της, ακόμη δεν έχουν στελεχωθεί οι υπηρεσίες ασύλου και υποδοχής και της Αρχής Εφέσεων, και έτσι «οι νέες υπηρεσίες δεν λειτουργούν». Η έκθεση δεν κατονομάζει τα αίτια, αλλά είναι γνωστά σε όποιον έχει οποιαδήποτε εμπειρία από την ελληνική δημόσια διοίκηση: η γραφειοκρατία, η πολυπλοκότητα των διαδικασιών, η πολυαρχία (όπου χρειάζονται επτά υπουργοί για μία απόφαση), η έλλειψη υποδομών και η γενική κρατική δυσλειτουργία υπονομεύουν και τα καλύτερα «σχέδια δράσης».  Έτσι, η Ελλάδα κατηγορείται ότι παραβιάζει τους κανόνες για τον έλεγχο της λαθρομετανάστευσης και της ανθρώπινης διαχείρισης μεταναστών και όσων αιτούνται άσυλο. Πέρυσι, η εισροή προσφύγων από τη Βόρεια Αφρική τάραξε τη σχέση της Γαλλίας με την Ιταλία. Σήμερα, δεκάδες χιλιάδες Σύροι αναζητούν καταφύγιο στην Τουρκία – και ίσως από εκεί στην Ευρώπη. Το ποτάμι της δυστυχίας είναι αστείρευτο. Εάν η Ελλάδα δεν λύσει τα χρόνια προβλήματα της διοίκησής της –αυτά που ταλαιπωρούν πολίτες, επισκέπτες και επιχειρήσεις– δεν μπορεί να είναι αξιόπιστος φύλακας των συνόρων της Ένωσης. Με όλες τις συνέπειες τέτοιας αποτυχίας.

[ΠΗΓΗ:  Νίκος Κωνσταντάρας – εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 18-03-2012]

Κυριακή, 25 Μαρτίου 2012

«Τη γλώσσα μου έδωσαν ελληνική, το σπίτι φτωχικό στις αμμουδιές του Ομήρου» (από το ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ του Οδυσσέα Ελύτη)

«Μήγαρις έχω άλλο στο νου μου πάρεξ ελευθερία και γλώσσα;»:  Οι κοινές διαθέσεις των ποιητών για την αδιαίρετη ελληνική γλώσσα από την εποχή του Ομήρου έως σήμερα


Ποια Ελληνική λέξη είναι αρχαία και ποια νέα; Γιατί μια Ομηρική λέξη μας φαίνεται δύσκολη και ακαταλαβίστικη;

Μερικά (μόνο) παραδείγματα λέξεων που ήταν καθημερινές την εποχή του Ομήρου, αλλά η χάρις τους ανεμόδαρτη, που λέει κι ο ποιητής, αντηχεί έως τις μέρες μας με παραλλαγές πράσινες μες το γαλάζιο: 

Αυδή είναι η φωνή. Σήμερα χρησιμοποιούμε το επίθετο άναυδος.
Αλέξω στην εποχή του Ομήρου σημαίνει εμποδίζω, αποτρέπω. Τώρα χρησιμοποιούμε τις λέξεις αλεξίπτωτο, αλεξίσφαιρο, αλεξικέραυνο αλεξήλιο Αλέξανδρος (αυτός που αποκρούει τους άνδρες) κ.τ.λ.
Με το επίρρημα τήλε στον Όμηρο εννοούσαν μακριά, εμείς χρησιμοποιούμε τις λέξεις τηλέφωνο, τηλεόραση, τηλεπικοινωνία, τηλεβόλο, τηλεπάθεια κ.τ.λ.
Λάας ή λας έλεγαν την πέτρα. Εμείς λέμε λατομείο, λαξεύω.
Πέδον στον Όμηρο σημαίνει έδαφος, τώρα λέμε στρατόπεδο, πεδινός.
Το κρεβάτι λέγεται λέχος, εμείς αποκαλούμε λεχώνα τη γυναίκα που μόλις γέννησε και μένει στο κρεβάτι.
Πόρο έλεγαν τη διάβαση, το πέρασμα, σήμερα χρησιμοποιούμε τη λέξη πορεία. Επίσης αποκαλούμε εύπορο κάποιον που έχει χρήματα, γιατί έχει εύκολες διαβάσεις, μπορεί δηλαδή να περάσει όπου θέλει, και άπορο αυτόν που δεν έχει πόρους, το φτωχό.
Φρην είναι η λογική. Από αυτή τη λέξη προέρχονται το φρενοκομείο, ο φρενοβλαβής, ο εξωφρενικός, ο άφρων κ.τ.λ.
Δόρπος, λεγόταν το δείπνο, σήμερα η λέξη είναι επιδόρπιο.
Λώπος είναι στον Όμηρο το ένδυμα. Τώρα αυτόν που μας έκλεψε (μας έγδυσε το σπίτι) το λέμε λωποδύτη.
Ύλη ονόμαζαν ένα τόπο με δένδρα, εμείς λέμε υλοτόμος.
Άρουρα ήταν το χωράφι, όλοι ξέρουμε τον αρουραίο.
Τον θυμό τον αποκαλούσαν χόλο. Από τη λέξη αυτή πήρε το όνομα της η χολή, με την έννοια της πίκρας. Λέμε επίσης αυτός είναι χολωμένος.
Νόστος σημαίνει επιστροφή στην πατρίδα. Η λέξη παρέμεινε ως παλινόστηση, ή νοσταλγία.
Άλγος στον Όμηρο είναι ο σωματικός πόνος, από αυτό προέρχεται το αναλγητικό.
Το βάρος το αποκαλούσαν άχθος, σήμερα λέμε αχθοφόρος.
Ο ρύπος, δηλαδή η ακαθαρσία, εξακολουθεί και λέγεται έτσι - ρύπανση.
Από τη λέξη αιδώς (ντροπή) προήλθε ο αναιδής.
Πέδη, σημαίνει δέσιμο και τώρα λέμε πέδιλο. Επίσης χρησιμοποιούμε τη λέξη χειροπέδες.
Από το φάος, το φως προέρχεται η φράση φαεινές ιδέες.
Άγχω, σημαίνει σφίγγω το λαιμό, σήμερα λέμε αγχόνη. Επίσης άγχος είναι η αγωνία από κάποιο σφίξιμο, ή από πίεση.
Βρύχια στον Όμηρο είναι τα βαθιά νερά, εξ ου και τo υποβρύχιο.
Φερνή έλεγαν την προίκα. Από εκεί επικράτησε την καλά προικισμένη να τη λέμε «πολύφερνη νύφη».
Το γεύμα στο οποίο ο κάθε παρευρισκόμενος έφερνε μαζί του το φαγητό του λεγόταν έρανος. Η λέξη παρέμεινε, με τη διαφορά ότι σήμερα δεν συνεισφέρουμε φαγητό, αλλά χρήματα.
Υπάρχουν λέξεις, από τα χρόνια του Ομήρου, που ενώ η πρώτη τους μορφή μεταβλήθηκε - η χειρ έγινε χέρι, το ύδωρ νερό, η ναυς έγινε πλοίοστη σύνθεση διατηρήθηκε η πρώτη μορφή της λέξεως.
Από τη λέξη χειρ έχομε: χειρουργός, χειριστής, χειροτονία, χειραφέτηση, χειρονομία, χειροδικώ κ.τ.λ.
Από το ύδωρ έχομε τις λέξεις: ύδρευση υδραγωγείο, υδραυλικός, υδροφόρος, υδρογόνο, υδροκέφαλος, αφυδάτωση, ενυδρείο, κ.τ.λ.
Από τη λέξη ναυς έχομε: ναυπηγός, ναύαρχος, ναυμαχία, ναυτικός, ναυαγός, ναυτιλία, ναύσταθμος, ναυτοδικείο, ναυαγοσώστης, ναυτία, κ.τ.λ.

Η Ελληνική γλώσσα, με αυτή την έννοια λοιπόν, είναι ενιαία και ουσιαστικά αδιαίρετη χρονικά.



Ο Οδυσσέας Ελύτης με τη λυρική αποστροφή του στο ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ (μοναχή έγνοια μου η γλώσσα στις αμμουδιές του Ομήρου) τοποθετεί την ποιητική της αρχή σ’ αυτό το μακρινό παρελθόν και στη συνέχεια περιγράφει με μοναδικό ποιητικό οίστρο την εξέλιξη και τον εμπλουτισμό:

Μοναχή έγνοια η γλώσσα μου στις αμμουδιές του Ομήρου
Εκεί σπάροι και πέρκες
ανεμόδαρτα ρήματα
ρεύματα πράσινα μες τα γαλάζια
όσα είδα στα σπλάχνα μου ν’ ανάβουνε
σφουγγάρια, μέδουσες
με τα πρώτα λόγια των Σειρήνων
όστρακα ρόδινα με τα πρώτα μαύρα ρίγη.
Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου με τα πρώτα μαύρη ρίγη.
Εκεί ρόδια, κυδώνια
θεοί μελαχρινοί, θείοι κι εξάδελφοι
το λάδι αδειάζοντας μες στα πελώρια κιούπια
και πνοές απ’ τη ρεματιά ευωδιάζοντας
λυγαριά και σχίνο
σπάρτο και πιπερόριζα
με τα πρώτα πιπίσματα των σπίνων,
ψαλμωδίες γλυκές με τα πρώτα-πρώτα Δόξα σοι!
Εκεί δάφνες και βάγια
θυμιατό και λιβάνισμα
τις πάλες ευλογώντας και τα καριοφίλια.
Στο χώμα το στρωμένο με τ’ αμπελομάντιλα
κνίσες, τσουγκρίσματα
και Χριστός Ανέστης
Με τα πρώτα σμπάρα των Ελλήνων.
Αγάπες Μυστικές με τα πρώτα λόγια του Ύμνου.
Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου, με τα πρώτα λόγια του Ύμνου!

Σάββατο, 24 Μαρτίου 2012

Ο χορός του Ζαλόγγου, ένας χορός για… γυναικεία βήματα

Μια απόπειρα ενσωμάτωσης του συγκεκριμένου θρύλου στο λόγο κινημάτων που ευαγγελίστηκαν την αλλαγή: ο γυναικείος χορός του θανάτου συνιστά παρακολούθημα της μεγαλειώδους ένοπλης αντίστασης των ανδρών, ενώ στο απονενοημένο διάβημα οδηγεί τις γυναίκες όχι απλώς η προσήλωσή τους στην πατρίδα, την τιμή και τη θρησκεία, αλλά και η «προς τους ήρωας συντρόφους τους στοργή


Πρωτόφαντοι καιροί, καιροί κρίσης, και η επιλεκτική προσφυγή στην ιστορία ενδύεται όλο και συχνότερα ρόλους πολιτικού επιχειρήματος: τόσο η κατοχή όσο και το 1821 ανασύρονται και πάλι ως φωτεινά παραδείγματα, ικανά να μαρτυρήσουν για τις κρυφές αρετές –καλύτερα την εν υπνώσει ουσία– του διωκόμενου, παρεξηγημένου ή/και παραστρατημένου ελληνικού έθνους/λαού. Στο κλίμα αυτό, αναπαράγονται και ανασημασιοδοτούνται αφηγήσεις σχετικές με ιστορικά συμβάντα ή πρόσωπα που απέκτησαν στο πέρασμα του χρόνου τη δύναμη εθνικού συμβόλου. Ανάμεσά τους και ο πασίγνωστος χορός του Ζαλόγγου, με τον οποίο, μέρα που ’ναι, σκέφτηκα να καταπιαστώ σήμερα.

Σπεύδω να ξεκαθαρίσω ότι σε όσα ακολουθούν δεν πρόκειται να ασχοληθώ με το ίδιο το ιστορικό γεγονός ούτε με την παγίωση της σχετικής αφήγησης κατά τον 19ο αιώνα, ζητήματα για τα οποία μπορούμε να βασιστούμε στέρεα στις μελέτες του Αλέξη Πολίτη και της Βάσως Ψιμούλη. Εκείνο που με ενδιαφέρει είναι οι απόπειρες ενσωμάτωσης του συγκεκριμένου θρύλου στο λόγο κινημάτων που ευαγγελίστηκαν την αλλαγή: την αλλαγή ως «λελογισμένη» διευθέτηση των έμφυλων ανισοτήτων από το λεγόμενο «πρώτο κύμα» της γυναικείας αμφισβήτησης και την αλλαγή ως ριζική ανατροπή των κοινωνικών σχέσεων από το αριστερό και κομμουνιστικό κίνημα κατά τη δεκαετία 1940-1950. Ούτως ή άλλως, δίχως τις παρελθούσες χρήσεις του, δύσκολα γίνονται κατανοητές και οι σημερινές επιβιώσεις του Ζαλόγγου.

Ως κορυφαία στιγμή του εθνικού αφηγήματος, ο χορός του Ζαλόγγου έμελλε να υιοθετηθεί αμετάλλακτος από τη γυναικεία κίνηση του τέλους του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα. Τα εγκώμια για τις γυναίκες του Σουλίου αποτελούσαν ήδη έναν διαδεδομένο –ιστοριογραφικό, ποιητικό, θεατρικό κ.ο.κ.– κοινό τόπο, ο οποίος δεν ήταν δυνατόν να παραμείνει ανεκμετάλλευτος: γυναίκες-εξαίρεση σαν τις Σουλιώτισσες ήταν απαραίτητες για τη συγκρότηση μιας γυναικείας εθνικής γενεαλογίας. Πόσο μάλλον που η Σουλιώτισσα ως συνεκδοχικό άθροισμα ποικίλων παραδειγμάτων γυναικείου ηρωισμού διευκόλυνε τη συγκρότηση μιας «θηλυκής» οπτικής για τις διαδικασίες που οδήγησαν στην επανάσταση του 1821. Έτσι, δεν είναι περίεργο που το Σούλι και οι ηρωίδες του κατέχουν ξεχωριστή θέση στο ιδρυτικό κείμενο της ιστορίας των γυναικών στην Ελλάδα, την Ιστορία της Γυναικός της Καλλιρρόης Παρρέν (1896).

Αποτολμώντας να τοποθετήσει στο κέντρο του τις γυναίκες, το αφήγημα της Παρρέν κατέφευγε στον νομιμοποιητικό λόγο της ιστορίας προκειμένου να προσδώσει στη γυναικεία κίνηση το χρονικό βάθος που θα της επέτρεπε να διεκδικήσει την οργανική ένταξή της στο σώμα του έθνους. Βασισμένη στην ιστοριογραφία και την εθιμογραφία της εποχής, καθώς και στις τότε διαθέσιμες συλλογές δημοτικών τραγουδιών, η παρρενική ανάγνωση της σουλιώτικης ιστορίας φρόντιζε να εξισορροπήσει το εγκώμιο της γυναικείας πολεμικής αρετής με συνεχείς διαβεβαιώσεις για τις θηλυκές αρετές των ηρωίδων της. Ιστορημένος ο χορός του Ζαλόγγου δίπλα σε παραδείγματα ένοπλης γυναικείας «ανδρείας», συνοδευμένα από αναφορές στις Αμαζόνες ή τις Σπαρτιάτισσες, αναλάμβανε να αποκαταστήσει την έμφυλη τάξη των πραγμάτων: η έμφαση στη μοναδικότητά του –«ο χορός των εξήκοντα ηρωίδων, εφαμίλλους των οποίων δεν έχει ουδαμού του κόσμου να επιδείξη η Ιστορία της Γυναικός»[3]– έθετε κατά κάποιον τρόπο σε δεύτερη μοίρα κάποιες «ανδρίζουσες» συμπεριφορές των υπόλοιπων Σουλιωτισσών. Και πάλι, η Παρρέν πατούσε σε σταθερό έδαφος: για το Ζάλογγο ως «θυσία καταπληκτική» που οι νεότερες γενιές δεν είναι σε θέση να κατανοήσουν είχε ήδη μιλήσει ο Κ. Παπαρρηγόπουλος.

Όπως και να έχει, ο χορός του Ζαλόγγου παρουσιάζεται από την Παρρέν ως ανυπέρβλητη εκδήλωση γυναικείας/μητρικής αυτοθυσίας, προανάκρουσμα της επικείμενης αναγέννησης της Ελλάδας. Κι εδώ, βέβαια, η συγγραφέας της Ιστορίας της Γυναικός μετρά τα λόγια της: ο γυναικείος χορός του θανάτου συνιστά παρακολούθημα της μεγαλειώδους ένοπλης αντίστασης των ανδρών, ενώ στο απονενοημένο διάβημα οδηγεί τις γυναίκες όχι απλώς η προσήλωσή τους στην πατρίδα, την τιμή και τη θρησκεία, αλλά και η «προς τους ήρωας συντρόφους τους στοργή».

Είναι βέβαιο πως η θανάτωση των παιδιών από τις ίδιες τους τις μάνες προκαλούσε μια κάποια αμφιθυμία στην Καλλιρρόη Παρρέν. Δεν θα περάσει πολύς καιρός και οι Σουλιώτισσες του Ζαλόγγου, «αι αγιάσασαι το όνομα της μητρός», θα δεχθούν σκληρή κριτική από θετική ηρωίδα του μυθιστορήματός της «Το νέον συμβόλαιον». «Δεν αγαπώ τας ηρωίδας που πετούν τα παιδιά των από τον κρημνόν», υποστηρίζει εκεί μια αμερικανίδα γιατρός, ιερέας και πασιφίστρια, διευκρινίζοντας ότι σε καμία περίπτωση δεν έχουν δικαίωμα οι μητέρες να θανατώνουν τα παιδιά τους. Στον απόηχο της ίδρυσης της Ένωσης των Ελληνίδων και της γυναικείας συμμετοχής στον πόλεμο του 1897, η πάντοτε προσεκτική Παρρέν αναθέτει σε μια μυθιστορηματική «ξένη» να υπερασπίσει τη φιλειρηνική φύση των γυναικών ως μητέρων. Έτσι, καθώς η γυναικεία κίνηση διεκδικεί πλέον την έμφυλη αρμοδιότητα των γυναικών στην επούλωση των τραυμάτων του πολέμου, η συμβολική δύναμη του Ζαλόγγου μοιάζει προς στιγμήν να κλονίζεται.

Ας μη παραπλανηθούμε από τις –διόλου σπάνιες– αντιφάσεις των κειμένων της Καλλιρρόης Παρρέν. Ο χορός του Ζαλόγγου όχι μόνο δεν έμελλε να αμφισβητηθεί, αλλά, αντιθέτως, μέσα σε λίγα χρόνια θα γνώριζε εντυπωσιακή διάχυση. Υποψιάζομαι πως κάποιους από τους λόγους της ευρύτατης υποδοχής του πρέπει να τους αναζητήσουμε στην πολυσημία των έμφυλων νοημάτων του: πηγή περηφάνιας για τις γυναίκες, η θυσία του Ζαλόγγου δεν μπορεί παρά να λειτουργούσε καθησυχαστικά και για τους άνδρες, καθώς άφηνε άθικτες τις έμφυλες ιεραρχίες.

Στο κλίμα αυτό, δεν είναι παράδοξο που η γυναικεία κίνηση θα επιμείνει να αντιμετωπίζει το Ζάλογγο ως ανυπέρβλητο παράδειγμα γυναικείου ηρωισμού, το σημαντικότερο που έχει να επιδείξει η εγχώρια επαναστατική μυθολογία. Στο μεταξύ, δύο ενδιαφέρουσες εξελίξεις σημαδεύουν τη συνέχεια: η πρώτη αφορά τη σύνδεση του Ζαλόγγου με το υποτιθέμενο δημοτικό τραγούδι «Έχε γεια καημένε κόσμε». Η δεύτερη σχετίζεται με το συνδυασμό του πατριωτικού αυτού τραγουδιού με έναν συρτό χορό, το «χορό του Ζαλόγγου», ο οποίος εμφανίζεται στα Ανθεστήρια, την «αμιγώς ελληνική» πρωτομαγιάτικη γιορτή που οργανώνει το Λύκειο των Ελληνίδων το 1911, λίγους μήνες μετά την ίδρυσή του. Την επόμενη χρονιά, το Ζάλογγο θα αποτελέσει θέμα θεατρικής αναπαράστασης στη γιορτή που διοργανώνει το Λύκειο προς τιμήν του Διεθνούς Συνεδρίου των Ανατολιστών. Προτείνοντας το Ζάλογγο (και) ως χορευτικό γεγονός, το Λύκειο ανέθετε σε μιαν ενσώματη πρακτική τη μετάδοση των έμφυλων μηνυμάτων του στον δημόσιο χώρο. Την επιτυχία του εγχειρήματος μαρτυρούν η θερμή υποδοχή του κοινού, καθώς και η παράλληλη υιοθέτηση αντίστοιχων χορευτικών πρακτικών στα σχολεία.

Την εποχή του μεσοπολέμου, οι συντηρητικές («μετριοπαθείς») γυναικείες οργανώσεις θα συνεχίσουν να ανατρέχουν στο Ζάλογγο προκειμένου να προσδώσουν θηλυκό πρόσημο στην εγχώρια ιστορία. «Τι άλλο είναι ο χορός του Ζαλόγγου, το μεγαλειώδες αυτό και μοναδικόν εις την παγκόσμιον ιστορίαν γεγονός, παρά ζωντανό παράδειγμα περιφρονήσεως προς τον θάνατον χάριν της Ελευθερίας και της Πίστεως; Ποίος δύναται να μη αποκαλυφθή προ της μεγαλειώδους αυτής αποφάσεως και ποίος δύναται να μη υμνήση το μοναδικόν αυτό φαινόμενον εις τον κόσμον;». Δεν έχει σημασία που τα λόγια αυτά υπογράφονται από μέλος του Πανελληνίου Συλλόγου Γυναικών, στο πλαίσιο των «Μνημοσύνων των Ηρωίδων του Εικοσιένα» (1921). Εκφράζουν, πιστεύω, μεγάλο τμήμα της μεσοπολεμικής γυναικείας κίνησης.

***

Στη συνέχεια, με δεδομένη τη συστηματική προσφυγή του λόγου της αντίστασης στα παραδείγματα του ’21, το Ζάλογγο καταλαμβάνει βαθμιαία κεντρική θέση στο αντιστασιακό ιδίωμα, λειτουργώντας άλλοτε ως μεταφορά, άλλοτε ως παρομοίωση, κάποτε και ως κυριολεξία. Συνήθως διατηρεί το φύλο του, είτε διεκδικείται σε πρώτο πρόσωπο («ίδιο ηρωισμό δείχνουμε με τις Σουλιώτισσες στο Ζάλογγο»), είτε καλείται να χαρακτηρίσει όλες ανεξαιρέτως τις Ελληνίδες («Οι Ελληνίδες πατριώτισσες αναδείχνονται εφάμιλλες με τις θρυλικές Σουλιώτισσες»), είτε επιστρατεύεται για να εγκωμιάσει κάποιες υποδειγματικές γυναικείες συμπεριφορές («Από το σημερινό μας αγώνα δεν λείπουν και οι ηρωίδες του Ζαλόγγου»). Κι αν η δύναμη του συμβόλου τού επιτρέπει να περιλάβει κάποτε και τους άνδρες («Εμείς όλοι και όλες ας φωνάξωμε δυνατά: Είμαστε πρόθυμοι το χορό του Ζαλόγγου να τον χορέψωμε και στην πράξη, στ’ αλήθεια, όχι μόνο στη σκηνή»), το Ζάλογγο παραμένει με τον ένα ή τον άλλο τρόπο γυναικεία υπόθεση. Έτσι, καθώς οι Σουλιώτισσες δίνουν το μέτρο της γυναικείας αντιστασιακής συνείδησης («Σήμερα ξύπνησα Σουλιώτισσα. […] Βαδίζω πλάι σας στο δρόμο που οδηγεί στη Νίκη ή στο Ζάλογγο»), ο ΕΛΑΣ τιμωρεί σκληρά τις γυναίκες που παραστράτησαν, επειδή ακριβώς λησμόνησαν πως κατάγονταν από τις ηρωίδες του Ζαλόγγου.

Το Ζάλογγο, ωστόσο, δεν θα παραμείνει απλό σχήμα λόγου. Και δεν θα συνδεθεί αποκλειστικά με την εαμική αντίσταση. Όπως υποστηρίζουν οι βιογράφοι της, η Λέλα Καραγιάννη τραγούδησε και χόρεψε το «Έχε γεια καημένε κόσμε», όταν βρέθηκε αντιμέτωπη με το εκτελεστικό απόσπασμα τον Σεπτέμβριο του 1944 στο Χαϊδάρι. Μπροστά στο θάνατο, η «Μπουμπουλίνα» της κατοχής μεταμορφωνόταν σε Σουλιώτισσα, κατορθώνοντας να συμφιλιώσει, ενσαρκώνοντάς τα, και τα δύο –αντιθετικά, αλλά και συμπληρωματικά– ηρωικά γυναικεία πρότυπα του ’21. Τα χρόνια του εμφυλίου, το ίδιο τραγούδι συνοδεύει συχνά τις κομμουνίστριες που θα σταθούν με τη σειρά τους μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα, ενώ μιαν αντίστοιχη σπαραχτική τελετουργία υιοθετούν οι μελλοθάνατες των φυλακών Αβέρωφ: τραγουδώντας το «Έχε γεια καημένε κόσμε», χορεύουν το χορό του Ζαλόγγου γύρω από το φοίνικα της αυλής προτού οδηγηθούν στην απομόνωση της τελευταίας νύχτας. Ιστορική θα μείνει και η στάση της Βαγγελίτσας Κουσιάντζα που εκτελέστηκε το 1947 με ομάδα συντρόφων της στο νεκροταφείο της Ξηριώτισσας (Λαμία): η κομμουνίστρια δασκάλα έσυρε το χορό του Ζαλόγγου, τραγούδησε το τραγούδι του και, προτού ξεψυχήσει, πρόλαβε να ζητωκραυγάσει υπέρ του ΚΚΕ.

Καθώς από μεταφορά το Ζάλογγο κατέληγε σε κυριολεξία, τον καιρό του εμφυλίου ήταν επόμενο ορισμένα περιστατικά της πολεμικής σύγκρουσης να προσλαμβάνονται από τους κομμουνιστές ως αναβιώσεις του παλιού θρύλου και να βαφτίζονται με το ίδιο όνομα. Από την πλευρά τους, οι εθνικόφρονες γυναικείες οργανώσεις ανέτρεχαν κι αυτές στο Ζάλογγο προκειμένου να ενημερώσουν «τας γνησίας την φύσιν γυναίκας του πολιτισμένου Κόσμου» για τη μοίρα των Ελληνίδων που έπεφταν στα νύχια των κομμουνιστών. Σε σχετική έκκλησή τους, υποστηρίζουν ότι οι σύγχρονες Ηπειρώτισσες επιλέγουν την αυτοκτονία για να γλιτώσουν από τα σεξουαλικά μαρτύρια που υφίστανται εκατοντάδες άλλες άτυχες συμπατριώτισσές τους. Αυτές «σύρονται καθημερινώς ως λεία από ορδάς αγρίας, από όντα, τα οποία την μορφήν έχουν ανθρώπου, […] διά να ζήσουν την ζωήν του πρωτογόνου θήλεος, το οποίον υπάρχει μόνον διά να πληροί του αγρίου κτήτορος τας φρικώδεις ορέξεις».

Ασφαλώς και δεν ολοκληρώνεται εδώ το χρονικό των πολιτικών χρήσεων του Ζαλόγγου. Καθώς, ωστόσο, τελειώνει ο χώρος που είχα στη διάθεσή μου, περιορίζομαι να σημειώσω ότι, παρά την ποικιλία των σημασιών που του αποδόθηκαν, ο «ιστορικός» πυρήνας του ίδιου του θρυλικού περιστατικού παρέμεινε τα χρόνια αυτά ανέγγιχτος. Έτσι, την ίδια ιστορία αφηγείται η Αθηνά Ταρσούλη στη μεταξική Νεολαία το 1939, στις αριστερές Ελληνίδες και την αντικομμουνιστική Ελληνοπούλα το 1946.

ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ

Ποια νοήματα να διακινούν, άραγε, οι σημερινές αναφορές στο Ζάλογγο; Οι μεταφορικές χρήσεις του στον πολιτικό και δημοσιογραφικό λόγο είναι, προφανώς, αμέτρητες. Ταυτόχρονα, παρατηρείται μια κάποια αναζωπύρωση του σχετικού ενδιαφέροντος στον «εθνικοπατριωτικό» χώρο, ενώ εσχάτως εμφανίζονται και νέα «Ζάλογγα» διαφορετικών εθνοτικών, τοπικών και λοιπών παραδόσεων. Θυμίζω ότι οι έμφυλες πτυχές της υπόθεσης υπήρξαν παρούσες στη συζήτηση για το εγχειρίδιο της ΣΤ΄ Δημοτικού, με τις γυναίκες του Ζαλόγγου να διεκδικούνται ως υγιές αντίβαρο στις «ενεργητικές» γυναικείες μορφές του ’21. Πρόσφατη είναι και η γραφική απόπειρα του Γ. Καραμπελιά να κηρύξει το Ζάλογγο εν κινδύνω προκειμένου να κατακεραυνώσει το εγχώριο «εθνοαποδομητικό» ιστορικό ρεύμα.[31] Στο μεταξύ, οι μαθήτριες συνεχίζουν να χορεύουν το χορό του Ζαλόγγου σε δημοτικά και νηπιαγωγεία. Κρατώντας κάποτε αγκαλιά και την κούκλα τους. Πώς να εγγράφεται, άραγε, μέσα τους η ενσώματη αυτή τελετουργία που τη μέρα της εθνικής γιορτής (και του Ευαγγελισμού, για να μην ξεχνιόμαστε) τις διαχωρίζει από τα αγόρια και, προκειμένου να μη διασαλευτεί η έμφυλη τάξη του κόσμου, τις σπρώχνει να πέσουν στον γκρεμό;

[ΠΗΓΗ: Αγγελική Ψαρά,  ιστολόγιο ΕΝΘΕΜΑΤΑ: http://enthemata.wordpress.com/ ]

Παρασκευή, 23 Μαρτίου 2012

Anything and everything for money (οτιδήποτε για λεφτά…)

Όλα έχουν την τιμή τους: με το χρυσάφι μπορεί κανείς ακόμη και ψυχές να βάλει στον Παράδεισο.


Σε κάποιο κανάλι της αμερικανικής τηλεόρασης υπήρχε (και ίσως υπάρχει ακόμη) ένα πρόγραμμα με το εξής περιεχόμενο: ένας ρεπόρτερ σταματά τυχαία στο δρόμο κάποιον ή κάποια και θέτει ερωτήσεις του τύπου: «σας δίνω πέντε δολάρια, δέχεσθε να σας βρέξω το κεφάλι με ένα ποτήρι νερό;». Αν η απάντηση ήταν αρνητική, η προσφορά ανέβαινε: «Δέχεσθε με δέκα δολάρια;». Αν ήταν πάλι αρνητική, η προσφορά ανέβαινε ακόμη πιο ψηλά κ.ο.κ. ώσπου ο ερωτώμενος να συμφωνήσει. Σε άλλες περιπτώσεις οι προτάσεις ήταν πιο απαιτητικές, όπως π.χ. «δέχεσθε να βγάλετε τη φούστα σας (ή το παντελόνι σας) για πενήντα δολάρια;»

Θα νόμιζε κανείς ότι πρόκειται για ένα από τα συνηθισμένα ανόητα ή αστεία προγράμματα της αμερικανικής τηλεόρασης. Ο τίτλος, όμως, του προγράμματος «Anything for money» (περίπου «οτιδήποτε για λεφτά) δεν αφήνει περιθώρια για παρανοήσεις. Ο πονηρός εμπνευστής αυτού του προγράμματος έκανε κάτι εξαιρετικά σοβαρό: μετρούσε σε χρηματικές μονάδες την αντίσταση του καθενός στο να δεχθεί να κάνει κάτι που συνήθως δεν έκανε. Ήταν στην ουσία ένα πείραμα για τον βαθμό αυτοσεβασμού του άτυχου διαβάτη.

Το εκπληκτικό ήταν ότι σε όλες τις περιπτώσεις υπήρχε μια τιμή, δηλαδή ένα ποσό δολαρίων για το οποίο ο διαβάτης συμφωνούσε να κάνει ό,τι του είχε προταθεί. Όπως κατάλαβα αργότερα, ήταν η δοκιμασμένη μέθοδος του μαφιόζου Δον Κορλεόνε που έκανε προτάσεις που κανένας δεν μπορούσε να απορρίψει. Όπως υποστηρίζουν πολλοί, «όλα έχουν την τιμή τους»;

Στη φιλοσοφία της επιστήμης υποστηρίζεται ότι αρκεί ένα αντίθετο παράδειγμα για να καταρριφθεί μια θεωρία. Στη θεωρία «όλα έχουν την τιμή τους» είχα βρει το αντίθετο παράδειγμα, όταν ο βρετανός ηθοποιός Άλεκ Γκίνες σε επανειλημμένες προτάσεις αρνήθηκε να διαφημίσει μια αμερικανική μπύρα παρ’ ότι του πρόσφεραν ένα χρηματικό ποσό που σε άλλους θα έφερνε ζάλη. Η απάντηση του Άλεκ Γκίνες ήταν απλή, σαφής και απότομη. Είπε: «Είμαι ηθοποιός».                

Αισθανόμουν πολύ καλά με τη σκέψη ότι ο σπουδαίος ηθοποιός είχε καταρρίψει την ενοχλητική θεωρία ότι όλα είναι για πούλημα, ακόμη και η ανθρώπινη αξιοπρέπεια και ο αυτοσεβασμός, αρκεί να προσφερθεί η κατάλληλη τιμή. Δυστυχώς, όμως, ένα άλλο σπουδαίο (;) όνομα ήρθε να δώσει νέα αίγλη στη θεωρία αυτή. Πριν από λίγες εβδομάδες ο κόσμος πληροφορήθηκε ότι ο άλλοτε πολύς Μιχαήλ Γκορμπατσόφ, αρχηγός άλλοτε της κραταιάς και τώρα διαλυμένης Σοβιετικής Ένωσης, δέχθηκε να διαφημίσει μια συγκεκριμένη εταιρεία πίτσας για ένα εκατομμύριο δολάρια, δηλαδή λιγότερα απ’ όσα παίρνει ένας μέτριος μπασκετμπολίστας. Τέτοιος εξευτελισμός!

Το 1503 ο Κολόμβος σε ένα γράμμα του από την Τζαμάικα έγραφε: «Το χρυσάφι (το τότε χρήμα) είναι ένα θαυμάσιο πράγμα. Όποιος το κατέχει είναι κύριος όλων όσα επιθυμεί. Με το χρυσάφι μπορεί κανείς ακόμη και ψυχές να βάλει στον Παράδεισο». Ο Σαίξπηρ στον Τίμωνα τον Αθηναίο λέει:

«Χρυσάφι! κίτρινο, ακριβό, γυαλιστερό χρυσάφι!»

«…Θεέ ορατέ, που συγκολλάς τα αντίθετα, τα κάνεις να φιλιώνται!

Που όλες λαλείς τις γλώσσες και για κάθε θέμα»

Πιο πρόσφατα ο Μαρξ, γράφει στον πρώτο τόμο του Κεφαλαίου ότι «η σύγχρονη κοινωνία… χαιρετίζει το χρυσό… ως τη λαμπερή ενσάρκωση της αρχής της ίδιας της ζωής της».

Όταν αυτοί και πολλοί άλλοι σοφοί άνθρωποι μας βεβαιώνουν για την παντοδυναμία του χρήματος και η καθημερινή εμπειρία είναι με το μέρος τους, το ενδιαφέρον ερώτημα δεν είναι γιατί ο κακομοίρης Γκορμπατσόφ δέχθηκε να διαφημίσει πίτσες, ταυτοχρόνως εξευτελιζόμενος, αλλά γιατί πολλοί άνθρωποι απορρίπτουν τη θεωρία του «anything and everything for money».

[Θ.Π. Λιανός]