Κυριακή, 29 Απριλίου 2012

Από «την κοινωνία του θεάματος» στον «πολιτισμό της εικόνας», που έχει εξορίσει τον «πολιτισμό του λόγου

Δυστυχῶς τίς περισσότερες φορές τό θέαμα χαρακτηρίζεται ἀπό πράξεις ὑποβιβασμοῦ, φανεροῦ ἤ συγκεκαλυμμένου, τῆς ἀνθρώπινης ἀξιοπρέπειας.

Εἶναι γνωστή ἡ κριτική πού ἔχει ἀσκηθεῖ κατά καιρούς στήν λεγόμενη «κοινωνία τοῦ θεάματος», στό πολυπληθές τμῆμα τῶν παλαιοτέρων (λ.χ. τῆς ρωμαϊκῆς κοινωνίας) ἀλλά καί τῶν συγχρόνων (λ.χ. τῆς κοινωνίας τῶν Μ.Μ.Ε) κοινωνιῶν πού ἱκανοποιεῖται ἀπό τό θέαμα. Δυστυχῶς τίς περισσότερες φορές τό θέαμα χαρακτηρίζεται ἀπό πράξεις ὑποβιβασμοῦ, φανεροῦ ἤ συγκεκαλυμμένου, τῆς ἀνθρώπινης ἀξιοπρέπειας. Ἐπειδή γίνεται λόγος γιά τόν «πολιτισμό τῆς εἰκόνας», στήν σημερινή κατάθεση θά διατυπώσω ὁρισμένες παρατηρήσεις πάνω σ’ αὐτήν τήν νέα κυρίαρχη ἀντίληψη, τάση καί πρακτική συμπεριφορά.



Κατ’ ἀρχάς, ὁριζόμενη ἡ σημερινή εἰκόνα δέν ἔχει σχέση μέ τήν ζωγραφική, θρησκευτική ἤ κοσμική, τέχνη. Παρά τό γεγονός ὅτι ἡ σημερινή εἰκόνα εἶναι ἐν πολλοῖς ἀποτέλεσμα τεχνικῶν διαδικασιῶν, ἀποτελεῖ μία ἰδιάζουσα μορφή «τέχνης» καί ἴσως ἔχει ὁρισμένη αἰσθητική ἀξία, ὡς δημιουργία τοῦ ἀνθρώπου. Ἐάν, ὅμως, ἡ χρήση τῆς τεχνικῆς στήν εἰκόνα φθάνει στήν παραποίηση τῆς ἀληθινῆς πραγματικότητας, τότε ἡ εἰκόνα καθίσταται ἰσχυρό «ὅπλο» στά χέρια τῶν ἐξουσιαζόντων ἤ τῶν ἐπιδιωκόντων νά καταλάβουν τήν ἐξουσία. Ἐπίσης στήν περίπτωση αὐτή, ἡ εἰκόνα χρησιμοποιεῖται, ἀφοῦ ἔχει ὑποστῆ τεχνική ἐπεξεργασία, καί ἀπό τούς ἀσχολούμενους μέ τήν «ἐνημέρωση» τῶν πολιτῶν (μέσῳ τῆς τηλεόρασης ἤ μέσῳ τοῦ διαδικτύου), καί μάλιστα ἐν ὀνόματι τῆς ἀλήθειας. Ἀπό τά ἀναφερθέντα παραδείγματα εἶναι προφανές ὅτι «ἠθική» τῆς εἰκόνας, διαμορφώνοντας συνειδήσεις καί συμπεριφορές, ἐπηρεάζει καί κατευθύνει ἀνθρώπους καί λαούς. Ἄρα ἡ σημερινή εἰκόνα ἔχει ἕνα εὐρύτατα πολιτικό καί κοινωνικό προσανατολισμό.

Ἐξ ἄλλου, ὁ συγκροτηθείς «πολιτισμός τῆς εἰκόνας» ἔχει ἀπομακρύνει τόν «πολιτισμό τοῦ λόγου». Ἔτσι ὁ λόγος, νοούμενος ὡς ὁμιλία, συνομιλία, διαλεκτική ἀλλά καί ὡς λογική δύναμη, ἀτροφεῖ λόγῳ τῆς κυριαρχίας τῆς εἰκόνας. Μάλιστα ἡ γνωστή διατύπωση «μία εἰκόνα, χίλιες λέξεις» ἑρμηνεύεται κακῶς, ὅταν ὁ λόγος καί ἡ λογική ἀντικαθίστανται διά τῆς εἰκόνας καί κυρίως ἀπό ἀνθρώπους πού δέν διαθέτουν μία ἱκανοποιητική γνωστική συγκρότηση ἀλλά καί κριτική ὡριμότητα. Αὐτό διαπιστώνεται εὔκολα στούς συγχρόνους νέους πού ἀδυνατοῦν νά σκεφθοῦν διά τῆς λογικῆς διαδικασίας καί νά καταλήξουν σέ ἀσφαλῆ συμπεράσματα. Εἶναι εὐνόητο ὅτι ἡ σκέψη τῶν συγχρόνων νέων εἶναι εἰκονοκεντρική καί ὄχι λογοκεντρική. Ἀλλά, γιά τήν ἀλήθεια, ἡ εὐθύνη ἀνήκει καί σέ ἐκείνους πού προετοιμάζουν τούς νέους νά εἰσέλθουν στήν σκληρή κοινωνική πραγματικότητα (λ.χ ἡ «παιδαγωγική τῆς εἰκόνας» στά σχολικά ἐγχειρίδια εἶναι σέ πολλές περιπτώσεις καταστροφική). Ἐδῶ, λοιπόν, διακρίνεται ὁ παιδαγωγικός ρόλος τῆς εἰκόνας πού ὁδηγεῖ στήν συγκρότηση τῆς «κοινωνίας τῆς πληροφορίας» καί ὄχι τῆς «κοινωνίας τῆς γνώσεως».

Νομίζω ὅτι ὁ πολιτικός-κοινωνικός ἀλλά καί παιδαγωγικός χαρακτήρας τῆς σημερινῆς εἰκόνας, παρά τίς διαβεβαιώσεις περί τοῦ ἀντιθέτου, δεν ἀποτελεῖ μία ἰδιαίτερη πολιτιστική κατάκτηση. Δέν συνιστᾶ, δηλαδή, μία ad hoc πολιτιστική δημιουργία ἀλλά περισσότερο ἕνα τρόπο, βοηθούμενο ἀπό τίς δυνατότητες τῆς τεχνολογίας, συγκροτήσεως μιᾶς κοινωνίας χωρίς γνώση, κρίση καί συγκεκριμένο προσανατολισμό. Ἐάν οἱ νέοι ἄνθρωποι ἐπιθυμοῦν νά διαμορφώσουν μία καλύτερη κοινωνία ἀπό τίς προηγηθεῖσες, αὐτό θά τό ἐπιτύχουν βασιζόμενοι σέ ἀληθεῖς (ἤ καί σέ ψευδεῖς, κατά μία ἔννοια) ἀλλά ὄχι σέ εἰκονικές προκείμενες.

[πηγή: Δημήτρης Μπαλτάς, περιοδικό Ευθύνη, τ. 433, 2008, σσ. 42-43 – αναρτήθηκε στο ΑΝΤΙΦΩΝΟ http://www.antifono.gr/ ]

Δευτέρα, 23 Απριλίου 2012

ΔΟΚΙΜΙΟ: αποδεικτικό  στοχαστικό: θεωρία και παραδείγματα

A.ΤΟ ΑΠΟΔΕΙΚΤΙΚΟ ΔΟΚΙΜΙΟ

Πρόλογος : Ο συγγραφέας εκθέτει στον πρόλογο το θέμα (δηλαδή την προβληματική του), προσπαθώντας να προκαλέσει το ενδιαφέρον του αναγνώστη και συνεχίζει εκθέτοντας την κατευθυντήρια ή κύρια ιδέα που αποτελεί και τη θέση του πάνω στο θέμα.
Κύριο μέρος : Στο κύριο μέρος ο συγγραφέας προσκομίζει το υλικό που διαθέτει, για να διασαφηνίσει την κύρια ιδέα ή να αποδείξει τη θέση που διατύπωσε στον πρόλογο.

Επίλογος : Στον επίλογο παρουσιάζει συμπυκνωμένα ό,τι έχει αποδείξει ή επανεκθέτει την αρχική του θέση. Αν έχει αποδείξει πειστικά το θέμα του, η θέση θα έχει πάρει καινούριο νόημα για τον αναγνώστη.

Β.ΤΟ ΣΤΟΧΑΣΤΙΚΟ ΔΟΚΙΜΙΟ

Σ’ αυτό ο συγγραφέας στοχάζεται ελεύθερα πάνω σ’ ένα θέμα και εκφράζει τις ιδέες του γι’ αυτό, αντλώντας από την εμπειρία, τη φαντασία και τις γενικές γνώσεις του. Υπάρχει ένα κεντρικό θέμα με το οποίο οι επιμέρους ιδέες συνδέονται περισσότερο ή λιγότερο συνειρμικά. Με άλλα λόγια ο συγγραφέας περιδιαβάζει ελεύθερα στο χώρο των ιδεών Παρατηρούμε δηλαδή, μια ιδιότυπη ανάπτυξη των σκέψεων, που είναι συνειρμική και διαισθητική (δεν υπάρχει συνήθως  ένα σαφές διάγραμμα).


Διαβάζοντας ένα τέτοιο δοκίμιο: α)προσέχουμε περισσότερο την ύφανση του λόγου παρά τη λογική που διέπει τη δομή του κειμένου ως συνόλου.
β) νιώθουμε εμπλουτισμένοι σε ανιχνεύσεις και σε προβληματισμό, χωρίς να έχουμε αναγκαστικά επισημάνει ένα καθαρό διάγραμμα του.

 
ΜΕ ΔΥΟ ΛΟΓΙΑ: Τα Αποδεικτικά Δοκίμια οργανώνονται λογικά, προσεγγίζουν περισσότερο τον επιστημονικό λόγο και έχουν συνήθως αποδεικτικό χαρακτήρα.

Αντίθετα, τα στοχαστικά δοκίμια: έχουν πιο ελεύθερη οργάνωση προσεγγίζουν περισσότερο τη λογοτεχνία και η δομή τους δεν καθορίζεται από τη σχέση απόδειξης ανάμεσα στη θέση του συγγραφέα και την υποστήριξη αυτής της θέσης.
 
Παραδείγματα:
Κ. Ιωακείμ, «Μόδα: οι συνέπειες της»

Η αρετή είναι μεσότητα -τουλάχιστον κατά τον Αριστοτέλη- και η παθολογική εξάρτηση από τη μόδα αποτελεί υπερβολή, είναι αναπόφευκτο και αποδεδειγμένο στην πράξη ότι οι συνέπειες της κυριαρχίας της μόδας στη ζωή του σύγχρονου ανθρώπου είναι καταστροφικές τόσο σε ατομικό, όσο και σε κοινωνικό επίπεδο.

Βέβαια, υπάρχουν μερικοί που υποστηρίζουν ότι από τη μόδα ωφελείται το κοινωνικό σύνολο, αφού αποτελεί μια σταθερή πηγή πλούτου. Αναμφισβήτητα, εξαιτίας της λειτουργούν και ακμάζουν πολλές βιομηχανίες, απασχολείται επομένως αρκετό εργατικό δυναμικό και ευνοείται το εμπόριο και γι’ αυτό εξασφαλίζεται η βελτίωση της οικονομίας και η ευημερία. Ωστόσο, δεν μπορούμε να δεχτούμε ως καθολική την αλήθεια αυτής της γνώμης, αφού μακροπρόθεσμα βλάπτεται ο πολίτης από την καταδυνάστευση της μόδας και των μηχανισμών της.

Αρχικά, το πρώτο πλήγμα που δέχεται ο άνθρωπος, όταν υποδουλώνεται στη μόδα, είναι η οικονομική ανεπάρκεια. Κι αυτό γιατί με την αστάθεια και με τη μεταβλητικότητα που χαρακτηρίζει τη μόδα υποχρεώνεται ο άνθρωπος να αγοράζει συνεχώς καινούρια και άχρηστα πράγματα, έστω κι αν τα ήδη αποκτημένα του υπεραρκούν. Καταλήγει λοιπόν να παραγκωνίζει τις βασικές του ανάγκες και να παραμελεί τον οικονομικό του προγραμματισμό, με αποτέλεσμα να μένει απροστάτευτος στις αναποδιές της ζωής. Η μόδα λοιπόν ικανοποιεί βέβαια την ανθρώπινη ματαιοδοξία, αλλά είναι και ο μεγαλύτερος εχθρός για το πορτοφόλι ενός μέσου εισοδήματος.

Εξ άλλου, οι επιταγές της μόδας, όταν, μολονότι συγκρούονται με το ιδιαίτερο «στιλ» και την ιδιοσυγκρασία του ατόμου, ακολουθούνται πιστά, δημιουργούν σοβαρά προβλήματα. Όταν οι μοντέρνες τάσεις στο ντύσιμο δεν εναρμονίζονται με την εμφάνιση του ανθρώπου, η υιοθέτηση τους καταλήγει σε κακογουστιά και τελικά αυτός γελοιοποιείται και γίνεται στόχος κακόγουστων σχολίων. Κι από την άλλη μεριά, όσοι αδυνατούν από οικονομική συνήθως αδυναμία να ακολουθήσουν τον παλμό της εποχής, νιώθουν πολύ μειονεκτικά και πολλές φορές γίνονται κομπλεξικοί και απομονώνονται από τους άλλους, για να αποφύγουν τη «λαϊκή κατακραυγή». Έτσι, το άτομο συγκρούεται αδυσώπητα πολλές φορές με τον εσωτερικό του κόσμο, με αποτέλεσμα τη δημιουργία πολλών ακόμα ψυχολογικών προβλημάτων.

Το σοβαρότερο όμως πλήγμα το δέχεται η προσωπικότητα του ανθρώπου, ιδιαίτερα όταν αυτός ρυθμίζει και τη ζωή του και τις ιδέες του σύμφωνα με τη μόδα. Από τη στιγμή που μόδα σημαίνει ομαδικότητα, ομοιότητα και ομοιομορφία, οι οπαδοί της τυποποιούνται, χάνουν το προσωπικό τους «στιλ» και ατονίζει το γούστο τους. Ακόμη, ο πνευματικός τους κόσμος σταδιακά αλλοιώνεται και φτωχαίνει, αφού αδιαφορούν για την καλλιέργεια και την αυτοβελτίωσή τους και απορροφούνται στην προσπάθεια να τελειοποιήσουν την εξωτερική τους εμφάνιση. Και όσοι γλιτώνουν από την αλλοτρίωση νιώθουν ψυχικά κενοί, αφού για χάρη της μόδας και εξαιτίας της μοντερνοπληξίας τους, δεν συμπεριφέρονται όπως οι ίδιοι νιώθουν, αλλά πιθηκίζουν μιμούμενοι τα καθιερωμένα μοντέρνα πρότυπα. Η προσκόλληση λοιπόν της μόδας πλήττει πολύπλευρα την προσωπικότητα του ατόμου.

Αλλά και στα πλαίσια της κοινωνίας, το ακμάζον φαινόμενο της μόδας εγκυμονεί σοβαρούς κινδύνους.
Αρχικά, η εισαγωγή ξένων και φυσικά μοντέρνων προϊόντων συνεπάγεται την εξαγωγή συναλλάγματος, γεγονός με ιδιαίτερα αρνητικά αποτελέσματα για την οικονομία των φτωχών χωρών. Συχνά μάλιστα ο κρατικός προϋπολογισμός τους κατανέμεται για την ανάπτυξη επιχειρήσεων μόδας σε βάρος φυσικά των ουσιαστικών κοινωνικών αναγκών για βελτίωση της εκπαίδευσης, της νοσοκομειακής περίθαλψης και της βιομηχανίας τους, με αποτέλεσμα να αναστέλλεται μακροπρόθεσμα η πρόοδος και η ευημερία τους.
Επιπλέον, η κυριαρχία της μόδας «εγγυάται» την αλλοίωση των τοπικών ιδιαιτεροτήτων μιας χώρας. Σήμερα τα ρεύματα της μόδας κινούνται σε παγκόσμιο επίπεδο, με αποτέλεσμα, εκεί όπου καθιερώνονται, να παραγκωνίζουν το παραδοσιακό «στιλ» και τα εθνικά χαρακτηριστικά του λαού και να επιβάλλουν έναν τυποποιημένο και «ψυχρό» ρυθμό, που τις περισσότερες φορές δεν εξυπηρετεί και τις πραγματικές ανάγκες των ανθρώπων. Έτσι, ατονίζει το εθνικό στοιχείο και ο λαός αποκόβεται από το παρελθόν του.

Τέλος, η μόδα αλλάζει συχνά τις αξίες μιας ανθρώπινης κοινότητας και μαζί και τα κριτήρια αξιολόγησης ενός ατόμου και σύναψης διαπροσωπικών σχέσεων. Στην εποχή μας η «σικ» εμφάνιση και ο μοντέρνος τρόπος διασκέδασης και συμπεριφοράς θεωρούνται το «άλφα και το ωμέγα» για μια «ολοκληρωμένη» προσωπικότητα, ενώ οι αρχές, τα ιδανικά και τα προτερήματα του χαρακτήρα ενός ατόμου μπαίνουν σε δεύτερη μοίρα. Τελικά, σήμερα «τα ράσα κάνουν τον παπά» και, όποι¬ος δε συμμορφώνεται, καταδικάζεται σε κοινωνική απομόνωση. Από την καταδυνάστευση της μόδας λοιπόν υποβαθμίζεται και η ποιότητα των ανθρώπινων σχέσεων.

Γενικά, η μόδα δεν είναι ασφαλώς «φρούτο» των καιρών μας, αφού η παρουσία της εντοπίζεται σ’ όλη την ιστορική πορεία του ανθρώπου, από τη στιγμή βέβαια που κάλυψε τις πρωτογενείς του ανάγκες. Σήμερα όμως έχει εξαπλωθεί ευρύτατα και ταυτόχρονα αυξήθηκε και η επιρροή της στις προτιμήσεις των ανθρώπων, μια επιρροή που έχει ανησυχητικά δυσμενείς επιπτώσεις στη ζωή τους, είτε ως άτομα, είτε ως μέλη μιας κοινωνίας.
Γι’ αυτό και η κινητοποίηση των διαθέσιμων μηχανισμών άμυνας του ανθρώπου αποτελεί επιτακτική ανάγκη. Η παιδεία στα πλαίσια της οικογένειας και του σχολείου, αλλά και η πνευματική καλλιέργεια του ατόμου με την επιμόρφωση, μπορούν να το οπλίσουν με τα ηθικά εφόδια, ώστε να αντιστέκεται σθεναρά στο δέλεαρ της μόδας και έτσι να μπορέσει να διασώσει τις ιδιαιτερότητες και την αυτοτέλεια της προσωπικότητας του.

ΕΡΩΤΗΣΗ: Συμφωνείτε με την άποψη του συγγραφέα ότι η παθολογική εξάρτηση από τη μόδα αποτελεί υπερβολή; Να αξιολογήστε το αποδεικτικό υλικό με το οποίο υποστηρίζει αυτή τη θέση.

Γιώργος Σεφέρης, «28η Οκτωβρίου»

Λίγες μέρες ύστερα από την 28η Οκτωβρίου, όταν δεν είχε ακόμη τελειώσει η επιστράτευση, ένας φίλος από τη Μακεδονία μου διηγήθηκε το ακόλουθο επεισόδιο: Σ’ ένα χωριό κοντά στη Φλώρινα, ένας οικογενειάρχης, που δεν είχε στρατιωτική υποχρέωση, πήγε και ντύθηκε εθελοντής. Κι όταν τον ρώτησαν γιατί πήρε μια τέτοια απόφαση, αποκρίθηκε: «Αφήνω γυναίκα και πέντε παιδιά απροστάτευτα, είναι μεγάλο κρίμα, αλλά το κρίμα που θα ’πεφτε πάνω μου αν τύχαινε και σκλάβωναν οι Ιταλοί το χωριό μου, θα ‘ταν ακόμη μεγαλύτερο». Πολιτική ωριμότητα ενός απλού χωριάτη, αίσθημα αλληλεγγύης, βαθιά ριζωμένη συνείδηση της λευτεριάς. Και το σπουδαιότερο απ’ όλα, η ώριμη γνώση πώς για να σώσουμε αυτή τη λευτεριά μας, είμαστε όλοι μαζί και ο καθένας χωριστά, υπεύθυνοι.

Το επεισόδιο αυτό είναι ένα από τα πιο χαρακτηριστικά της ψυχολογίας του ελληνικού λαού την εποχή εκείνης της κρίσης που κορυφώθηκε καθώς τελείωνε το καλοκαίρι του ’40. Του απλού λαού, που δεν ξέρει πολλά γράμματα και πληρώνει περισσότερο από κάθε άλλον, γιατί όλα τα πληρώνει με τον πόνο και το αίμα του κορμιού του. Ποια ήταν η κατάσταση του πολέμου και της Ευρώπης τον Αύγουστο εκείνον; Μια σειρά πανωλεθρίες είχαν καλύψει τον κόσμο με την παχιά καταχνιά του φόβου. Ισπανία, Μόναχο, Τσεχοσλοβακία και, το τραγικότερο απ’ όλα, η Γαλλία. Το Παρίσι σε χέρια γερμανικά και το Βισύ δεχότανε να ικανοποιήσει το σαδισμό του κ. Χίτλερ στο δάσος της Κομπιένης. Μόνο μια ελπίδα: Ένα νησί που πάλευε και βαστούσε ψηλά το νόημα της ανθρώπινης αξιοπρέπειας κάτω από το σιδερένιο κατακλυσμό. Ένα ηρωικό νησί στη βορεινή άκρη της Ευρώπης, στο αναμεταξύ χώρες σκλαβωμένες, ρημαγμένες ή βουβές, και στην άλλη άκρη η Ελλάδα, ένας τόπος χωρίς πλούτη, με το φτωχό λαό της, το φτωχό, τον ανθρώπινο, τον υπερήφανο λαό της, περιμένοντας να ηχήσουν και γι’ αυτήν οι σάλπιγγες ενός πολέμου με πολλά εκατομμύρια εχθρούς, με δισε¬κατομμύρια τόνους σίδερο, δουλεμένα στα εργοστάσια του θανάτου για την καταστροφή ψυχών και σωμάτων. Και η Ελλάδα πολέμησε, ο ελληνικός λαός πολέμησε, γιατί ένιωθε πως το κρίμα που θα ‘πεφτε πάνω του, αν δεν πολεμούσε, θα ήταν ασήκωτο, θα μπορούσε να καταποντίσει για πάντα, όχι την Ελλάδα αλλά ολόκληρη την οικουμένη.

Ο Ελληνικός λαός πολέμησε τότε στις μάχες που άρχισαν στις 28 του Οκτώβρη και για έναν άλλο λόγο ακόμη. Γιατί είχε αρχίσει να πολεμά με την ψυχή του, πολύ πριν από την ημέρα εκείνη. Ήταν εμπόλεμος πριν από τη δεύτερη Βαλκανική κρίση και πριν από την πρώτη Βαλκανική κρίση, που έγινε ένα χρόνο νωρίτερα, όταν οι Ιταλοί μπήκαν μια Μεγάλη Παρασκευή στην Αλβανία. Ήταν εμπόλεμος σε κάθε μάχη που έδιναν οι δυνάμεις της τυραννίας και ήταν σύμμαχος με κάθε λαό, με κάθε άτομο, με κάθε ιδέα που πολεμούσε γία τη λευτεριά. Αυτή η λευτεριά, που λιγόστευε τόσο τραγικά κάθε τόσο στην Ευρώπη των παραμονών και των αρχών του πολέμου. Περισσότερο ώριμος από τους προσεχτικούς διπλωμάτες και τους πολιτικούς που λένε πως κρίνουν τα πράγματα ρεαλιστικά, ήξερε ένα πάρα πολύ απλό πράγμα, πως ζωή θα πει λευτεριά και πως αν πρόκειται κάποτε μείνει ο κόσμος τούτος που ζούμε αδειανό;. -φύγουμε πρώτα όλοι μας και η λεύτερα • αδειάσει τον τόπο τελευταία.

Μια φορά σ’ ένα ελληνικό νοσοκομείο ένα παλληκάρι είχε χάσει το πόδι του. Μήνυσαν στην γυναίκα του από το χωριό για να τον δει. Ξέσπασε σε λυγμούς όταν τον είδε ακρωτηριασμένο. Εκείνος περίμενε λίγο κι έπειτα της είπε ήσυχα και μετρημένα: Τώρα κλαις ένα κομμένο πόδι και δε συλλογίζεσαι πως αλλιώς θα ‘κλαιγες για τη λευτεριά σου. Τέτοιοι είναι εκείνοι που έκαναν τον πολεμο κατά το φασισμού και εκείνοι που πολέμησαν του; χιτλερικούς και οι άλλοι στην Κρήτη και όσοι πολεμούν τώρα μακριά από την όλοι μαζί όσοι αγωνίζονται κάθε σημερινό μέτωπο που καλύπτει όλη την Ελλάδα απ’ άκρη σ’ άκρη, κάτω από το ζυγό των τυράννων. Τέτοιοι είναι οι ήρωες και οι μάρτυρες που αποφασίζουν κάθε μέρα τη ζωή τους και φτύνουν κατάμουτρα τα αποσπάσματα των δημίων. Η 28η είναι η επέτειος που άναψε το τουφέκι στην Αλβανία. Όμως την απόφαση να πολεμήσει και να δώσει τη ζωή του για να άνθρωπος να είναι άνθρωπος σωστός και όχι ανδράποδο ενός αφέντη, την μέρα, κάθε ώρα, ο ελληνικός λαός, πολύ πριν από την 28η Οκτώβριου. Και θα εξακολουθήσει αυτός ο αγώνας, ώσπου να νιώσει βαθιά μες την ψυχή του πως ήρθε επιτέλους η ώρα της δικαιοσύνης.

Κυριακή, 22 Απριλίου 2012

Μύθος ή πραγματικότητα η ανωτερότητα της ελληνικής γλώσσας;

Και λίγη πρόκληση συναισθήματος δεν βλάπτει με επίκληση στην αυθεντία γλωσσολόγων στοχαστών…


Ο σπουδαίος Γάλλος συγγραφέας Ζακ Λακαρριέρ είχε δηλώσει: «Στην Ελληνική υπάρχει ένας ίλιγγος λέξεων, διότι µόνο αυτή εξερεύνησε, κατέγραψε και ανέλυσε τις ενδότατες διαδικασίες της οµιλίας και της γλώσσης, όσο καµία άλλη γλώσσα»



Ο μεγάλος Γάλλος διαφωτιστής Βολτέρος είχε πει «Είθε η Ελληνική γλώσσα να γίνει κοινή όλων των λαών»


Ο Γάλλος καθηγητής του Πανεπιστημίου της Σορβόνης Κάρολος Φωριέλ είπε: «Η Ελληνική έχει ομοιογένεια σαν την Γερμανική, είναι όμως πιο πλούσια από αυτήν. Έχει την σαφήνεια της Γαλλικής, έχει όμως μεγαλύτερη ακριβολογία. Είναι πιο ευλύγιστη από την Ιταλική και πολύ πιο αρμονική από την Ισπανική. Έχει δηλαδή ότι χρειάζεται για να θεωρηθεί η ωραιότερη γλώσσα της Ευρώπης»

Η Μαριάννα Μακ Ντόναλντ, καθηγήτρια του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνιας και επικεφαλής του TLG δήλωσε: «Η γνώση της Ελληνικής είναι απαραίτητο θεμέλιο υψηλής πολιτιστικής καλλιέργειας»

Theodore F. Brunner (Ιδρυτής του TLG και διευθυντής του µέχρι το 1997):  «Σε όποιον απορεί γιατί ξοδεύτηκαν τόσα εκατομμύρια δολάρια για την αποθησαύριση των λέξεων της Ελληνικής, απαντάµε: Μα πρόκειται για την γλώσσα των προγόνων µας και η επαφή µε αυτούς θα ßελτιώσει τον πολιτισµό µας»

Γκαίτε (Ο μεγαλύτερος ποιητής της Γερμανίας, 1749-1832) σ’ ένα διάλογο με τους μαθητές του:
-Δάσκαλε τι να διαßάσουµε για να γίνουµε σοφοί όπως εσύ;
-Τους Έλληνες κλασικούς.
-Και όταν τελειώσουµε τους Έλληνες κλασικούς τι να διαßάσουµε;
-Πάλι τους Έλληνες κλασικούς.
 
Χάµφρι Κίτο (Άγγλος καθηγητής στο πανεπιστήµιο του Μπρίστολ, 1968): «Είναι στη φύση της Ελληνικής γλώσσας να είναι καθαρή, ακριßής και περίπλοκη. Η ασάφεια και η έλλειψη άµεσης ενοράσεως που χαρακτηρίζει µερικές φορές τα Αγγλικά και τα Γερµανικά, είναι εντελώς ξένες προς την Ελληνική γλώσσα»
 
R. H. Robins (Σύγχρονος Άγγλος γλωσσολόγος, καθηγητής στο πανεπιστήµιου του Λονδίνου): «Φυσικά δεν είναι µόνο στη γλωσσολογία όπου οι Έλληνες υπήρξαν πρωτοπόροι για την Ευρώπη. Στο σύνολό της η πνευµατική ζωή της Ευρώπης ανάγεται στο έργο των Ελλήνων στοχαστών. Ακόµα και σήµερα επιστρέφουµε αδιάκοπα στην Ελληνική κληρονοµιά για να ßρούµε ερεθίσµατα και ενθάρρυνση»
 
Φρειδερίκος Σαγκρέδο (Βάσκος καθηγητής γλωσσολογίας – Πρόεδρος της Ελληνικής Ακαδηµίας της Βασκονίας): «Η Ελληνική γλώσσα είναι η καλύτερη κληρονοµιά που έχει στη διάθεσή του ο άνθρωπος για την ανέλιξη του εγκεφάλου του. Απέναντι στην Ελληνική όλες, και επιµένω όλες οι γλώσσες είναι ανεπαρκείς»

Ερρίκος Σλίµαν (Διάσηµος ερασιτέχνης αρχαιολόγος, 1822-1890): «Επιθυµούσα πάντα µε πάθος να µάθω Ελληνικά. Δεν το είχα κάνει γιατί φοßόµουν πως η ßαθειά γοητεία αυτής της υπέροχης γλώσσας θα µε απορροφούσε τόσο πολύ που θα µε αποµάκρυνε από τις άλλες µου δραστηριότητες» (Ο Σλίµαν µίλαγε άψογα 18 γλώσσες. Για 2 χρόνια δεν έκανε τίποτα άλλο από το να µελετάει τα 2 έπη του Οµήρου).

Μπερνάρ Σο (Μεγάλος Ιρλανδός θεατρικός συγγραφέας, 1856-1950): «Αν στη ßιßλιοθήκη του σπιτιού σας δεν έχετε τα έργα των αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων, τότε µένετε σε ένα σπίτι δίχως φως»
 
Τζέιµς Τζόις (Διάσηµος Ιρλανδός συγγραφέας, 1882-1941): «Σχεδόν φοßάµαι να αγγίξω την Οδύσσεια, τόσο καταπιεστικά αφόρητη είναι η οµορφιά»
 
Ίµπν Χαλντούν (Ο µεγαλύτερος Άραßας ιστορικός): «Πού είναι η γραµµατεία των Ασσυρίων, των Χαλδαίων, των Αιγυπτίων; Όλη η ανθρωπότητα έχει κληρονοµήσει την γραµµατεία των Ελλήνων µόνον»
 
Will Durant (Αµερικανός ιστορικός και φιλόσοφος, καθηγητής του Πανεπιστηµίου της Columbia): «Το αλφάßητον µας προήλθε εξ Ελλάδος δια της Κύµης και της Ρώµης. Η Γλώσσα µας ßρίθει Ελληνικών λέξεων. Η επιστήµη µας σφυρηλάτησε µίαν διεθνή γλώσσα διά των Ελληνικών όρων. Η γραµµατική µας και η ρητορική µας, ακόµα και η στίξης και η διαίρεσης εις παραγράφους… είναι Ελληνικές εφευρέσεις. Τα λογοτεχνικά µας είδη είναι Ελληνικά – το λυρικόν, η ωδή, το ειδύλλιον, το µυθιστόρηµα, η πραγµατεία, η προσφώνησις, η ßιογραφία, η ιστορία και προ πάντων το όραµα. Και όλες σχεδόν αυτές οι λέξεις είναι Ελληνικές»
 
Ζακλίν Ντε Ροµιγί (Σύγχρονη Γαλλίδα Ακαδηµαϊκός και συγγραφεύς): «Η αρχαία Ελλάδα µας προσφέρει µια γλώσσα, για την οποία θα πω ότι είναι οικουµενική. Όλος ο κόσµος πρέπει να µάθει Ελληνικά, επειδή η Ελληνική γλώσσα µας ßοηθάει πρώτα από όλα να καταλάßουµε την δική µας γλώσσα»
 
Μπρούνο Σνελ (Διαπρεπής καθηγητής του Πανεπιστηµίου του Αµßούργου): «Η Ελληνική γλώσσα είναι το παρελθόν των Ευρωπαίων»
 
Φραγκίσκος Λιγκόρα (Σύγχρονος Ιταλός καθηγητής Πανεπιστηµίου και Πρόεδρος της Διεθνούς Ακαδηµίας προς διάδοσιν του πολιτισµού): «Έλληνες να είστε περήφανοι που µιλάτε την Ελληνική γλώσσα ζωντανή και µητέρα όλων των άλλων γλωσσών. Μην την παραµελείτε, αφού αυτή είναι ένα από τα λίγα αγαθά που µας έχουν αποµείνει και ταυτόχρονα το διαßατήριό σας για τον παγκόσµιο πολιτισµό»
 
Ο. Βαντρούσκα (Καθηγητής Γλωσσολογίας στο Πανεπιστήµιο της Βιέννης): «Για έναν Ιάπωνα ή Τούρκο, όλες οι Ευρωπαϊκές γλώσσες δεν φαίνονται ως ξεχωριστές, αλλά ως διάλεκτοι µιας και της αυτής γλώσσας, της Ελληνικής»
 
Peter Jones (Διδάκτωρ – καθηγητής του Πανεπιστηµίου της Οξφόρδης ο οποίος συνέταξε µαθήµατα αρχαίων Ελληνικών προς το αναγνωστικό κοινό, για δηµοσίευση στην εφηµερίδα «Daily Telegraph»): «Οι Έλληνες της Αθήνας του 5ου και του 4ου αιώνος είχαν φθάσει την γλώσσα σε τέτοιο σηµείο, ώστε µε αυτήν να εξερευνούν ιδέες όπως η δηµοκρατία και οι απαρχές του σύµπαντος, έννοιες όπως το θείο και το δίκαιο. Είναι µιά θαυµάσια και εξαιρετική γλώσσα»
 
Ντε Γρόοτ (Ολλανδός καθηγητής Οµηρικών κειµένων στο πανεπιστήµιο του Μοντρεάλ): «Η Ελληνική γλώσσα έχει συνέχεια και σε µαθαίνει να είσαι αδέσποτος και να έχεις µιά δόξα, δηλαδή µιά γνώµη. Στην γλώσσα αυτή δεν υπάρχει ορθοδοξία. Έτσι ακόµη και αν το εκπαιδευτικό σύστηµα θέλει ανθρώπους νοµοταγείς – σε ένα καλούπι – το πνεύµα των αρχαίων κειµένων και η γλώσσα σε µαθαίνουν να είσαι αφεντικό»
 
Gilbert Murray (Καθηγητής του Πανεπιστηµίου της Οξφόρδης): «Η Ελληνική είναι η τελειότερη γλώσσα. Συχνά διαπιστώνει κανείς ότι µιά σκέψη µπορεί να διατυπωθεί µε άνεση και χάρη στην Ελληνική, ενώ γίνεται δύσκολη και ßαρειά στην Λατινική, Αγγλική, Γαλλική ή Γερµανική. Είναι η τελειότερη γλώσσα, επειδή εκφράζει τις σκέψεις τελειοτέρων ανθρώπων»
 
Max Von Laye (Βραßείον Νόµπελ Φυσικής): «Οφείλω χάριτας στην θεία πρόνοια, διότι ευδόκησε να διδαχθώ τα αρχαία Ελληνικά, που µε ßοήθησαν να διεισδύσω ßαθύτερα στο νόηµα των θετικών επιστηµών»
 
E, Norden (Μεγάλος Γερµανός φιλόλογος): «Εκτός από την Κινεζική και την Ιαπωνική, όλες οι άλλες γλώσσες διαµορφώθηκαν κάτω από την επίδραση της Ελληνικής, από την οποία πήραν, εκτός από πλήθος λέξεων, τους κανόνες και την γραµµατική»
 
Martin Heidegger (Γερµανός φιλόσοφος, από τους κυριότερους εκπροσώπους του υπαρξισµού του 20ου αιώνος): «Η αρχαία Ελληνική γλώσσα ανήκει στα πρότυπα, µέσα από τα οποία προßάλλουν οι πνευµατικές δυνάµεις της δηµιουργικής µεγαλοφυΐας, διότι αναφορικά προς τις δυνατότητες που παρέχει στην σκέψη, είναι η πιό ισχυρή και συνάµα η πιό πνευµατώδης από όλες τις γλώσσες του κόσµου»
 
David Crystal (Γνωστός Άγγλος καθηγητής, συγγραφεύς της εγκυκλοπαίδειας του Cambridge για την Αγγλική): «Είναι εκπληκτικό να ßλέπεις πόσο στηριζόµαστε ακόµη στην Ελληνική, για να µιλήσουµε για οντότητες και γεγονότα που ßρίσκονται στην καρδιά της σύγχρονης ζωής»
 
Μάικλ Βέντρις (Ο άνθρωπος που αποκρυπτογράφησε την Γραµµική γραφή Β’): «Η αρχαία Ελληνική Γλώσσα ήταν και είναι ανωτέρα όλων των παλαιοτέρων και νεοτέρων γλωσσών»
 
R.H. Robins (Γλωσσολόγος και συγγραφεύς): «Ο Ελληνικός θρίαµßος στον πνευµατικό πολιτισµό είναι ότι έδωσε τόσα πολλά σε τόσους πολλούς τοµείς [...]. Τα επιτεύγµατά τους στον τοµέα της γλωσσολογίας όπου ήταν εξαιρετικά δυνατοί, δηλαδή στην θεωρία της γραµµατικής και στην γραµµατική περιγραφή της γλώσσας, είναι τόσο ισχυρά, ώστε να αξίζει να µελετηθούν και να αντέχουν στην κριτική. Επίσης είναι τέτοια που να εµπνέουν την ευγνωµοσύνη και τον θαυµασµό µας»
 
Ζακ Λανγκ (Γάλλος Υπουργός Παιδείας): «Η Ελληνική γλώσσα είναι µία γλώσσα η οποία διαθέτει όλα τα χαρακτηριστικά, όλες τις προϋποθέσεις µιας γλώσσας διεθνούς… εγγίζει αυτές τις ίδιες τις απαρχές του πολιτισµού… η οποία όχι µόνον δεν υπήρξε ξένη προς ουδεµία από τις µεγάλες εκδηλώσεις του ανθρωπίνου πνεύµατος, στην θρησκεία, στην πολιτική, στα γράµµατα, στις τέχνες, στις επιστήµες, αλλά υπήρξε και το πρώτο εργαλείο, – προς ανίχνευση όλων αυτών – τρόπον τινά η µήτρα… Γλώσσα λογική και συγχρόνως ευφωνική, ανάµεσα σε όλες τις άλλες…»

[ΑΝΑΡΤΗΘΗΚΕ στο ιστολόγιο ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΕΣ ΜΙΚΡΟΓΡΑΦΙΕΣ http://logotexnikesmikrografies.blogspot.com/  ]

Τρίτη, 17 Απριλίου 2012

«Ανίδεοι και χορτάτοι» (Γιώργος Σεφέρης)

Η Λογοτεχνία της μεταπολίτευσης αποδείχθηκε πολύ κατώτερη των περιστάσεων

Όπως η ματαιόδοξη βασίλισσα στη ΧΙΟΝΑΤΗ βλέπει στον καθρέπτη την εικόνα που θέλει να έχει για τον εαυτό της, με ανάλογο τρόπο λειτούργησαν στην πλειονότητά τους οι λογοτέχνες της Μεταπολίτευσης που δεν κατάφεραν να δουν κριτικά την ελληνική κοινωνία


Τώρα που όλοι επιτέλους συμφωνούμε ότι έκλεισε οριστικά ο κύκλος της Μεταπολίτευσης, αφού τον κλείναμε και τον ξανανοίγαμε κάθε τόσο εδώ και 25 χρόνια, μπορούμε να ρωτήσουμε ποιον ρόλο έπαιξε η λογοτεχνία στην πορεία προς τη χρεοκοπία, χρεοκοπία που επίσης συμφωνούμε ότι δεν είναι μόνον οικονομική. Στάθηκε άραγε η λογοτεχνία μας απέναντι στη μεταπολιτευτική κουλτούρα ως ένας πόλος κριτικής συνείδησης, που ανέτεμνε με τα δικά της εργαλεία την καινούργια πραγματικότητα, επισήμαινε, προέβλεπε, προειδοποιούσε, κλόνιζε τους κυρίαρχους μύθους της περιόδου; Ή μήπως αφομοιώθηκε από αυτή την κουλτούρα κι έγινε ένα από τα συμπτώματα της παθογένειάς της;

Η εικόνα που προκύπτει αναδρομικά είναι τόσο ξεκάθαρη ώστε δεν γίνεται να καθυστερήσουμε την απάντηση για λόγους τακτικής. Με λίγες εξαιρέσεις, από εκείνες που υπάρχουν πάντα και παντού, η μεταπολιτευτική λογοτεχνία βρέθηκε πολύ κατώτερη των περιστάσεων. Στην καλύτερη περίπτωση έμεινε σε μονότονες, άχαρες, αβαθείς και κακεντρεχείς αναπαραστάσεις του «νεοβάρβαρου» μικροαστού, που κατέληξαν να κάνουν την ασχήμια από κοινωνικό φαινόμενο αισθητική επιλογή της. Στη χειρότερη περίπτωση, που ήταν και η πιο συχνή, παραδόθηκε ηδονικά στο τραγούδι των σειρήνων, στη στριγκή λαγνεία του lifestyle, με το φτενό πρόσχημα της «ρεαλιστικής» καταγραφής βιωμάτων αυτοβιογραφικού χαρακτήρα.

Στο μεγαλύτερο διάστημα της Μεταπολίτευσης δέσποσε επικοινωνιακά η λογοτεχνία της γενιάς του '80 και της επόμενης, δηλαδή συγγραφέων που οι περισσότεροι είναι σήμερα ανάμεσα στα 40 και τα 55. Η λογοτεχνία αυτή πέρασε από έναν ανέμελο, λοίδορο κι εγωπαθή αμοραλισμό σε μια ψυχαναλίζουσα ενδοσκόπηση, που αναπαρήγε αδιάκοπα τα ίδια στερεότυπα, διογκώνοντας τα ιδιωτικά τρικυμίσματα ως εκεί που δεν πήγαινε άλλο. Και στην πρώτη και στη δεύτερη φάση της, ένα ήταν το βασικό χαρακτηριστικό της: οι ήρωές της παρέμεναν ψυχικά και πνευματικά νήπια, την ίδια στιγμή που ήταν παραμεστωμένοι, βουλιμικοί καταναλωτές των πάντων, από σεξ μέχρι επώνυμες μάρκες προϊόντων και ταξίδια ανά την υφήλιο, που και αυτά δεν ήταν παρά τροφές που καταπίνονταν αμάσητες, μόνο και μόνο για να κάνουν εντυπωσιακότερο τον κατάλογο των «εμπειριών».

Σπάνια μαθαίναμε πώς έβγαζαν το ψωμί τους, αλλά και όταν το μαθαίναμε δεν είχε σημασία, γιατί η δουλειά τους δεν επηρέαζε σχεδόν καθόλου τη ζωή τους και τη στάση τους. Το σημαντικότερο είναι ότι αυτά τα πορτρέτα δεν βγήκαν από κάποια λοξή ματιά πάνω στην πραγματικότητα που απεικόνιζαν. Οι δημιουργοί τους ήταν απόλυτα ταυτισμένοι με τους κεντρικούς χαρακτήρες τους, ήταν οι κεντρικοί χαρακτήρες τους, και οι όποιες πινελιές αυτοσαρκασμού χρησίμευαν ως άλλοθι (είμαι ένας αναίσθητος παλιοεγωιστής, αλλά δέστε με πόση παρρησία και προπαντός με πόση χάρη το λέω). Η περιλάλητη, υπερτιμημένη και παρεξηγημένη ειρωνεία αυτής της λογοτεχνίας δεν ήταν κριτική, ήταν απλώς επίδειξη κοκεταρίας.

Χάδια στα αυτιά στάχτη στα μάτια

Η λογοτεχνία της Μεταπολίτευσης έγινε μια από τις χαρακτηριστικότερες εκφάνσεις μιας εφησυχασμένης, αυτάρεσκης, εθελότυφλης κουλτούρας, που πορευόταν με σπασμένα φρένα προς τον γκρεμό.

Καθώς ο δημόσιος χώρος εξοβελιζόταν με γοργούς ρυθμούς από τη λογοτεχνία της περιόδου προς όφελος είτε της «ψυχικής ενδοχώρας» είτε φανταστικών κόσμων είτε ενός νοσταλγικά χρωματισμένου ιστορικού παρελθόντος, βρήκε καταφύγιο στην αστυνομική λογοτεχνία. Το αστυνομικό μυθιστόρημα υπήρξε πράγματι για ένα διάστημα ο αυθεντικότερος λογοτεχνικός εκφραστής μιας κριτικής στάσης απέναντι στη μεταπολιτευτική κοινωνία. Γρήγορα όμως παγιδεύτηκε από την επιτυχία του (που ήρθε κυρίως πάνω στα φτερά της δημοτικότητας του είδους στο εξωτερικό): έγινε μόδα, με συνέπεια να κατακλυστεί και αυτό από στερεότυπα και από έναν αφ' υψηλού, αλλά ρηχό σχολιασμό με εντελώς προβλέψιμο περιεχόμενο.


Παρά το αντικομφορμιστικό και αντιιδεολογικό (ή «μεταϊδεολογικό») πνεύμα από το οποίο υποτίθεται ότι εμφορούνταν η μεταπολιτευτική λογοτεχνία, πολύ σπάνια αμφισβήτησε τα κυρίαρχα ιδεολογήματα αυτής της περιόδου, αριστερά ή εθνικιστικά, και όποτε συνέβη αυτό οι τολμητίες συγγραφείς δεν ανήκαν στα κύρια ρεύματά της. Προσέχοντας να μη προκαλέσει ένα κοινό που χόρευε στους ρυθμούς μιας μεταμοντέρνας καταναλωτικής φρενίτιδας κι ενός άκρατου ατομικισμού, αλλά ήθελε να πιστεύει ότι ήταν «προοδευτικό» και «πατριωτικό», απέφυγε επιμελώς να θίξει τους μύθους του. Σε αρκετές περιπτώσεις μάλιστα τους ευλόγησε. Έχουμε ξεχάσει ότι όχι λίγοι προβεβλημένοι «προοδευτικοί» συγγραφείς μας ανέβασαν αίφνης εθνικιστικό πυρετό, μαζί με τις μάζες, τη δεκαετία του '90. Από την άλλη, δεν έχουμε ξεχάσει τις υστερικές αντιδράσεις που προκάλεσαν οι λίγοι συγγραφείς οι οποίοι τόλμησαν να πουν σχεδόν αυτονόητες αλήθειες, αλλά ανακηρυγμένες σε ταμπού από την Αριστερά ή την «εθνοπατριωτική» Δεξιά. Τη δεκαετία του '80 η Άλκη Ζέη στοχοποιήθηκε από το ιδεολογικά πανίσχυρο τότε ΚΚΕ για ένα βιβλίο, την «Αρραβωνιαστικιά του Αχιλλέα», που ψέλλιζε κάτι για σταλινισμό, χωρίς μάλιστα ν' αμφισβητεί κατά τ' άλλα τη μυθολογία της ελληνικής Αριστεράς. Τη δεκαετία του '90 ο Θανάσης Βαλτινός επέσυρε τη μήνιν σύμπασας τώρα της Αριστεράς για το «Ορθοκωστά» του, τη δεκαετία του 2000 ο Βασίλης Γκουρογιάννης προγράφτηκε από τους «ελληνόψυχους» για το «Κόκκινο στην Πράσινη Γραμμή». Και οι αντιδράσεις αυτές στηρίζονταν ή ήταν ανεκτές από ένα πολύ μεγάλο μέρος της κοινής γνώμης.

Ενόψει τέτοιων διαθέσεων του πλατιού κοινού, με το οποίο φλέρταρε πάντοτε η μεταπολιτευτική λογοτεχνία, ανέλαβε να γίνει δραγουμάνος τους το ιστορικό μυθιστόρημα, η μεγάλη και διαρκής μόδα των τελευταίων δύο δεκαετιών. Σε άλλες χώρες το σύγχρονο ιστορικό μυθιστόρημα χαρακτηρίζεται από αναθεωρητική ματιά: μεταθέτει την έμφαση από την πρότυπη εξιστόρηση του παρελθόντος σε αγνοημένες πλευρές του, προτείνοντας μια διαφορετική ανάγνωση του ιστορικού δράματος. Σ' εμάς, κάνει το αντίθετο. Είτε εικονογραφεί τις καθεστωτικές εκδοχές της Ιστορίας, διανθίζοντάς τες ίσως με κάποια δευτερεύουσας σημασίας ευρήματα από έρευνα των πηγών, είτε διαχειρίζεται με τον πιο ανώδυνο τρόπο ορισμένα καθοσιωμένα πλέον νεότερα αιτήματα, όπως π.χ. η διαπολιτισμική ή διεθνοτική συνύπαρξη, φροντίζοντας να τα προβάλλει σ' ένα κλειστό παρελθόν και στην εικόνα ενός Άλλου που δεν ενοχλεί πια το κοινό αίσθημα (π.χ. οι Τούρκοι, ελέω και των τουρκικών σίριαλ). Πώς λοιπόν να μην είναι τόσο δημοφιλές;


Η λογοτεχνική κριτική έπαιξε τον ρόλο της στην κατίσχυση αυτής της λογοτεχνίας. Μένοντας προσηλωμένη στο επιμέρους, αποφεύγοντας αλλεργικά τις σφαιρικές θεωρήσεις και υπερτονίζοντας την αισθητική αυτονομία του λογοτεχνικού κειμένου, αποθέωσε την ομφαλοσκοπία, τη ναρκισσιστική καλλιγραφία, τον εστέτ μιζεραμπιλισμό, τις αυτιστικές ονειροδρομίες. Είναι χαρακτηριστική η συχνή, δήθεν ρεαλιστική δήλωση επιφανών εκπροσώπων της ότι αρκεί να έχουμε κάθε χρόνο δυο-τρία καλά μυθιστορήματα για να είμαστε ευχαριστημένοι από τη σοδειά. Καλά με ποιους όρους, με ποια προοπτική;

Η άξια λογοτεχνία βλέπει τον κόσμο χωρίς τα γυαλιά κοινόχρηστων μύθων, δοξασιών και συνηθειών. Αν είναι καθρέφτης μιας κοινωνίας, δεν είναι με την έννοια ότι της γυρίζει την εικόνα που θέλει να έχει για τον εαυτό της. Αλλά η λογοτεχνία της Μεταπολίτευσης λειτούργησε, δυστυχώς, σαν τον καθρέφτη της ματαιόδοξης βασίλισσας στη «Χιονάτη».

[ΠΗΓΗ: Δημοσθένη Κούρτοβικ, ΒΙΒΛΙΟΔΡΟΜΙΟ, ΤΑ ΝΕΑ ΣΑΒΒΑΤΟΚΥΡΙΑΚΟ 7-8 Απριλίου 2012]

Σάββατο, 7 Απριλίου 2012

Στίβεν Φράι, Κάντε το σωστό, επιστρέψτε τα γλυπτά τώρα

ΤΑ ΜΑΡΜΑΡΑ ΤΟΥ ΠΑΡΘΕΝΩΝΑ (επιχειρήματα για την επανένωση): «Τα γλυπτά ανήκουν στο λόφο της Ακρόπολης. Σ’ αυτό το φως, σ’ αυτό τον αέρα. Το πεντελικό μάρμαρο δεν θα μπορούσε να υπάρξει στη Βρετανία» (Κρίστοφερ Χίτσενς)

Ο διάσημος βρετανός ηθοποιός, συγγραφέας αλλά και «γκουρού του twitter» με πάνω από 4 εκατομμύρια ακoλούθους, επιμένει ότι τα Γλυπτά του Παρθενώνα που έκλεψε ο Ελγιν πρέπει να επιστραφούν αμέσως για να διορθωθεί ένα ιστορικό ατόπημα αλλά και ως στοιχειώδης ένδειξη συμπαράστασης στη δοκιμαζόμενη από την κρίση Ελλάδα


«Οι Ολυμπιακοί Αγώνες του Λονδίνου αποτελούν μια μοναδική ευκαιρία να διορθώσουμε επιτέλους ένα μεγάλο λάθος». Έτσι ξεκινά την ανακοίνωση που εξέδωσε πριν μερικές μέρες ο Στίβεν Φράι επανερχόμενος στο θέμα της επιστροφής των Γλυπτών του Παρθενώνα που βρίσκονται στο Βρετανικό Μουσείο. Ο Φράι είναι ο πιο πρόσφατος - και σίγουρα ο πιο επίμονος κρίκος στη μακρά αλυσίδα βρετανών «ελληνιστών» (συχνά εκκεντρικών και εστέτ κατά την παράδοση του Μπάιρον) που έχουν εκφραστεί κατά καιρούς υπέρ της «επανένωσης» των Γλυπτών που εκλάπησαν από το λόρδο Ελγιν το 1806. Η σχετική λίστα των προσωπικοτήτων από τη Βρετανία έχει αυξηθεί σημαντικά από την ίδρυση του Νέου Μουσείου της Ακρόπολης και τα τελευταία χρόνια περιλαμβάνει γνωστούς ηθοποιούς (μεταξύ άλλων τους Σον Κόνερι, Ιαν Μακ Κέλεν, Τζούντι Ντεντς, Τζούλι Κρίστι, Φιόνα Σο, Βανέσα Ρέντγκρεϊβ και Εμα Τόμσον) αλλά και πολιτικούς, όπως τον πρώην δήμαρχο του Λονδίνου Κεν Λίβινγκστον, ακόμα και τον πρίγκιπα Κάρολο. Ο Φράι ζητά την επείγουσα ευαισθητοποίηση της βρετανικής κυβέρνησης στο ζήτημα της επιστροφής των μνημείων εν όψει των Ολυμπιακών Αγώνων του Λονδίνου ως στοιχειώδη πράξη συμπαράστασης στον ελληνικό λαό που βιώνει την πιο σκοτεινή ώρα της πρόσφατης Ιστορίας του, αλλά και ως φόρο τιμής στη μνήμη ενός άλλου επιφανούς Βρετανού που κατ' επανάληψη είχε γράψει υπέρ της «επανένωσης», του διάσημου συγγραφέα και αρθρογράφου Κρίστοφερ Χίτσενς, ο οποίος πέθανε πέρσι τον Δεκέμβριο στα 62 του.

Ηθοποιός, συγγραφέας, σεναριογράφος, σκηνοθέτης, παρουσιαστής, αρθρογράφος, ποιητής, κωμικός, αλλά και μέλος του Δ.Σ. της ποδοσφαιρικής ομάδας Νόριτς Σίτι, ο 55χρονος Φράι, αποτελεί τον ζωντανό ορισμό της αεικίνητης και πνευματώδους πολυπραγμοσύνης ως «αναγεννησιακού» τύπου διανοούμενος, που έχει περάσει με επιτυχία από όλες σχεδόν τις πτυχές της καλλιτεχνικής και μιντιακής δραστηριότητας τόσο στην πατρίδα του όσο και στις ΗΠΑ.

Η πρόσφατη ανακοίνωση την οποία ο Φράι απέστειλε στις εφημερίδες είναι ουσιαστικά μία σύνοψη του αρκετά μακροσκελούς - και ιδιαίτερα φορτισμένου συναισθηματικά εξαιτίας της πρόσφατης απώλειας του Κρίστοφερ Χίτσενς - κειμένου που είχε γράψει λίγο πριν τα Χριστούγεννα με παραλήπτη τη βρετανική κυβέρνηση.

Το κείμενο είχε τον τίτλο «Μια ταπεινή πρόταση» και μεταξύ άλλων αναφέρεται στα εξής επιχειρήματα υπέρ της επιστροφής των μνημείων:

«… Εχω να υποβάλω μια ταπεινή πρόταση η οποία θα μπορούσε συγχρόνως να αποτελέσει φόρο τιμής στη μνήμη του Κρίστοφερ Χίτσενς, να βελτιώσει τη χαμηλή μας υπόληψη στην ηπειρωτική Ευρώπη και να μας επιτρέψει να βοηθήσουμε αγαπημένους φίλους στην πιο δύσκολη στιγμή τους… Ο Παρθενώνας, αυτό το δωρικό αριστούργημα στον λόφο της Ακρόπολης των Αθηνών, είναι ίσως το πιο όμορφο και σίγουρα το πιο διάσημο μνημείο στον κόσμο, και η επιρροή του βρίσκεται παντού στο σύγχρονο κόσμο… Εκτός από την παιδεία, τη δημοκρατία, τη δικαιοσύνη και βέβαια την αρμονία φόρμας στη γλυπτική και την αρχιτεκτονική, χρωστάμε επίσης στους Έλληνες ευγνωμοσύνη για τους Ολυμπιακούς Αγώνες, και ως γνωστόν οι επόμενη Ολυμπιακοί θα διεξαχθούν στο Λονδίνο το ερχόμενο καλοκαίρι, κάτι που με χαροποιεί ιδιαίτερα όχι μόνο επειδή αγαπώ τον αθλητισμό, αλλά κι επειδή αντανακλαστικά παίρνω θέση απέναντι στους κυνικούς, πεσιμιστές και όσους θέλουν να χαλάνε τη γιορτή των άλλων… Είμαι επίσης ενθουσιασμένος και χαρούμενος επειδή η συγκεκριμένη περίσταση - η μεγαλύτερη τακτική συγκέντρωση ανθρώπων στον πλανήτη - προσφέρει μια μοναδική ευκαιρία:

Α) να κατευνάσουμε το πνεύμα του μεγάλου Χίτσενς,

Β) να εξιλεωθούμε, εν μέρει έστω, για τις πρόσφατες ισοπεδωτικές ταπεινώσεις μας στο ευρωπαϊκό πεδίο,

Γ) να επανορθώσουμε ένα μεγάλο ιστορικό λάθος,

Δ) να εκφράσουμε την αλληλεγγύη, τη συμπάθεια και την πίστη μας στην Ελλάδα και τα ιδανικά που μας χάρισε.

Η Ελληνική Δημοκρατία σήμερα βρίσκεται σε πρωτοφανή αναστάτωση εξαιτίας μιας ταπεινωτικής κρίσης χρέους που έχει φέρει την Ελλάδα στα πρόθυρα της απόλυτης καταστροφής. Αυτό το περήφανο, όμορφο έθνος, για το οποίο ο Μπάιρον έδωσε τη ζωή του, βιώνει μια κατάσταση όχι και τόσο διαφορετική από αυτή για την οποία εκείνος θρηνούσε όταν η χώρα βρισκόταν κάτω από τον οθωμανικό ζυγό…

Τι μεγαλύτερη και ευγενέστερη χειρονομία θα μπορούσε να γίνει προς την Ελλάδα, ειδικά από τη στιγμή που πριν δυόμισι χρόνια το νέο εξαιρετικό Μουσείο της Ακρόπολης άνοιξε τις πύλες του; Μια τέτοια πράξη φιλίας, ενίσχυσης και εκδήλωσης εμπιστοσύνης στο μέλλον της κοιτίδας της δημοκρατίας θα ήταν πραγματικά τόσο κομψή (σ.σ. «classy» είναι ο προσδιορισμός που χρησιμοποιεί)…

Ο Κρίστοφερ Χίτσενς είχε ορίσει κάποτε τον μορφωμένο άνθρωπο ως κάποιον που γνωρίζει τα όρια της γνώσης του. Ο δικός του φιλελληνισμός προερχόταν από το μεγάλο δώρο που χάρισε σε όλους μας ο ελληνικός πολιτισμός - το δικαίωμα να αμφιβάλλεις, να επικαλείσαι τη λογική και να είσαι ανοικτός σε ερωτήματα. Να γνωρίζουμε πόσα λίγα γνωρίζουμε. Να έχουμε περιέργεια για τους εαυτούς μας…».


Και το χρονικό ενός πλιάτσικου…

Από τους 97 σωζόμενους λίθους της ζωφόρου του Παρθενώνα, οι 56 βρίσκονται σήμερα στο Λονδίνο και οι 40 στην Αθήνα. Από τις 64 μετόπες, οι 15 εκτίθενται στην αγγλική πρωτεύουσα και οι 48 στην Αθήνα. Και από τις 28 σωζόμενες μορφές των αετωμάτων, οι 19 βρίσκονται στο Λονδίνο και οι 9 στην Αθήνα. Όλα άρχισαν το 1799, όταν ο λόρδος Έλγιν διορίστηκε πρεσβευτής της Μεγάλης Βρετανίας στην Υψηλή Πύλη της Κωνσταντινούπολης. Μέσα στον επόμενο χρόνο έστειλε τεχνίτες του στην Αθήνα -τμήμα τότε της οθωμανικής αυτοκρατορίας - για να λάβουν εκμαγεία για τη διακόσμηση της έπαυλης του λόρδου στη Σκωτία.

Ανήκει ίσως στις λεπτομέρειες της πολύκροτης ιστορίας, όμως την εποχή εκείνη δεν είχε διανοηθεί τη δυνατότητα να αφαιρέσει γλυπτά από την Ακρόπολη. Μόνο όταν η Μ. Βρετανία συμμάχησε με τον σουλτάνο εναντίον της Γαλλίας, «εξαργύρωσε» ο Ελγιν την εύνοια προς το πρόσωπό του για να αποκτήσει τη συλλογή από αρχαιότητες. Με πολλές δωροδοκίες σε Αθήνα και Κωνσταντινούπολη, έπεισε τους οθωμανούς αξιωματούχους να σιωπήσουν όσο τα συνεργεία του αφαιρούσαν τα τμήματα του γλυπτού διακόσμου του Παρθενώνα. Ο Ελγιν πάντως ποτέ δεν εξασφάλισε επίσημη άδεια από τον ίδιο τον σουλτάνο.

Τα συνεργεία του εργάστηκαν τελικά στην Ακρόπολη από το 1801 έως το 1804.

Η μεταφορά με πλοία των ανεκτίμητης αξίας αρχαιοτήτων στην Αγγλία αντιμετώπισε δυσκολίες, αφού περιφέρονταν από λιμάνι σε λιμάνι. Στο Λονδίνο τοποθετήθηκαν σε διάφορες αποθήκες αφού ο Ελγιν είχε χάσει την περιουσία του, εξαιτίας των τεράστιων ποσών που δαπάνησε για τα συνεργεία, τη μεταφορά των γλυπτών και τις δωροδοκίες, ώστε να του είναι αδύνατο να τα στεγάσει σε δικό του χώρο. Υστερα από την υποθήκευση της συλλογής του από το βρετανικό κράτος, αναγκάστηκε να πουλήσει τα Γλυπτά στην κυβέρνηση, η οποία και τα μετέφερε το 1816 στο Βρετανικό Μουσείο.

Πριν από την τελική συναλλαγή, είχε ανατεθεί σε ειδική εξεταστική επιτροπή να μελετήσει τα στοιχεία της υπόθεσης και τα πορίσματά της τέθηκαν υπόψη του Κοινοβουλίου.

Κατά τη διάρκεια της κοινοβουλευτικής συνεδρίας ακούστηκαν οι πρώτες σκέψεις για την επιστροφή των Γλυπτών.

[ΠΗΓΗ: ΤΑ ΝΕΑ, Σαββατοκύριακο 7-8 Απριλίου 2912]

Τετάρτη, 4 Απριλίου 2012

Το εφικτό του ανέφικτου και η ηρωική προσπάθεια του ανθρώπου

Πώς φτάσαμε στο να μας διακρίνει αυτός ο διάχυτος πεσιμισμός, η βεβαιότητα για το αδιέξοδο σε ποικίλους βαθμούς; Μπορεί να μην ξέρουμε πώς, αλλά και μόνη η ελπίδα στο εφικτό της βελτίωσης μας ανοίγει το δρόμο προς την προσπάθεια.

Αν είναι κάτι για το οποίο πρέπει να αγωνιστούμε σήμερα, αυτό είναι η εξυγίανση της νοοτροπίας μας και η καλλιέργεια της ελπίδας για την βελτίωση των πραγμάτων. Από την ελπίδα θα προκύψει και η προσωπική μας προσπάθεια στο μέτρο που ο καθένας θέλει και μπορεί. Βελτίωση των πραγμάτων εννοούμε τον περιορισμό αυτού που απλοϊκά μπορούμε να ονομάσουμε «κακό» (έγκλημα, οικονομική δυσχέρεια, ανεργία, πείνα, πόλεμος, αρρώστια). Όσον αφορά την εθνική μας συγκυρία, έχουμε συνήθως την τάση να προσωποποιούμε ή να συγκεκριμενοποιούμε την αιτία του κακού, να το βλέπουμε σε ανθρώπους και σε ιδεολογίες, στον πολιτικό χώρο, σε ομοεθνείς και αλλοεθνείς. Όμως το κακό, με την έννοια του ανεπιθύμητου, είναι φαινόμενο και είναι πολυπαραγοντικό. Δεν εξαντλείται ούτε σε πρόσωπα, ούτε σε χώρους, ούτε στους δικούς μας, ούτε στους ξένους.

Η χώρα μας είναι μια νεαρή δημοκρατία που βγήκε μέσα από πολλές δυσχέρειες με κόπο και με θυσία. Είναι μια νεαρή δημοκρατία με απώτερο πρόγονο, που όλο τον επικαλούμαστε και στην ουσία του μόνο τον αγνοούμε. Και είμαστε και σίγουροι ότι το πράγμα δεν μπορεί να αλλάξει. Οι λόγοι μπορεί να είναι πολλοί. Η Τουρκοκρατία αφενός μας έκανε άσχημο ξεδιάλεγμα. Καμιά φορά φαίνεται πως οι καλοί πεθάναν. Αφετέρου οι εξωτερικοί και εσωτερικοί πόλεμοι που ακολούθησαν, η πείνα, τα ανελεύθερα καθεστώτα και οι ποικίλες προπαγάνδες εξωελληνικής προέλευσης, ο οποίες, έστω και με καλή προαίρεση να πούμε (η προαίρεση είναι κάτι για το οποίο σπάνια έχουμε απτές αποδείξεις) μας άφησαν επίσης δυσάρεστα κατάλοιπα. Ας μην είμαστε λοιπόν αυστηροί με τη χώρα μας ή με το λαό μας ή με μας τους ίδιους ή ακόμη και μ’ αυτούς τους πολιτικούς μας για την παρούσα κατάσταση μιας χώρας με τόσο ταραγμένο πρόσφατο παρελθόν. Άλλωστε συμβαίνουν αυτά στις υπαρκτές δημοκρατίες.

Μέσα απ’ αυτό το παρελθόν φαίνεται πως φτάσαμε στο να μας διακρίνει αυτός ο διάχυτος πεσιμισμός, η βεβαιότητα για το αδιέξοδο σε ποικίλους βαθμούς, άλλοτε ο θυμός, η βία και η ασέβεια προς το ανθρώπινο πρόσωπο, είτε το δημόσιο, είτε αυτό του απλού πολίτη. Είμαστε πεπεισμένοι για την ανικανότητα των αρχών και την ανεπάρκεια των θεσμών. Μας ευαρεστεί η κατασυκοφάντηση της παιδείας. Η ηθική και πολύπλευρη υποτίμηση του άλλου. Η απαξίωση της νέας γενιάς. Η απαξίωση της προηγούμενης γενιάς. Η απαξίωση της παρούσας γενιάς. Η απαξίωση των παραδοσιακών αξιών. Η δυσπιστία μπροστά σε κάθε αλλαγή και η βεβαιότητα πως τίποτε δεν μπορεί να γίνει. Αυτό όλο συνιστά απαξίωση του ανθρώπινου προσώπου, γιατί μέσα σε όλα απαξιώσαμε και εμάς τους ίδιους και την ίδια την ικανότητα του ανθρώπου να συμβάλλει στη βελτίωση των πραγμάτων.

Ας δούμε όμως πόσο αυτό αδικεί την ιστορία μας, όχι απλά ως λαός, αλλά ως ανθρώπινο είδος. Από την ανακάλυψη του τροχού, που χρησιμοποιούμε μέχρι σήμερα, μέχρι την αποκωδικοποίηση του DNA ο άνθρωπος επιδιώκει και συμβάλλει μόνιμα στην βελτίωση της καθημερινότητάς του. Επινόησε την γλώσσα. Έμαθε να μεταχειρίζεται την φωτιά. Οργανώθηκε σε κοινωνίες. Διαμόρφωσε γραπτό και άγραφο νόμο. Κατασκεύασε μοναδικά μνημεία πολιτισμού, που ακόμη απορούμε πως έγιναν. Προστάτευσε και μερίμνησε για τα νεότερα μέλη των ομάδων του με αυτοθυσία. Έμαθε να συνυπάρχει και να υποχωρεί, αλλά και να αντιστέκεται. Μελέτησε τους νόμους της φύσης. Παρατήρησε και αποκάλυψε τη λογική πίσω από το ανεξήγητο. Προβληματίστηκε για την ανθρώπινη συμπεριφορά. Πρότεινε και υιοθέτησε τρόπους ζωής που προωθούν την κοινωνική συνοχή και την αλληλεγγύη. Ανακάλυψε τις αιτίες πλήθους ασθενειών και βρήκε τρόπους για την αντιμετώπισή τους. Ο άνθρωπος κατάφερε τη μεταμόσχευση μυελού των οστών και τις μη παρεμβατικές χειρουργικές μεθόδους. Βρήκε εμβόλια για τις παιδικές ασθένειες. Κατάφερε να πετάει με ασφάλεια (μετά από πολλές πολλές αποτυχίες). Πέτυχε την ηλεκτροδότηση και κατέστησε εφικτή την άμεση παγκόσμια επικοινωνία. Ο άνθρωπος μπορεί σήμερα να προβλέψει τον καιρό και να καταπολεμήσει τον καρκίνο, κάποιες φορές με επιτυχία. Καταγράφει και μελετά την βιοποικιλότητα. Ο άνθρωπος πέτυχε το οκτάωρο με κόπο και με θυσία, που είναι θεσμοθετημένο σε πλήθος χωρών. Κατοχύρωσε τα δικαιώματα του παιδιού. Ταξίδεψε στο σύμπαν. Επιβεβαίωσε την περιστροφή της Γης και την περιφορά της. Και πολλά ακόμη που σήμερα μας φαίνονται δεδομένα και ανεπαρκή και πολύ προβληματικά ακόμη.

Τίποτε από αυτά δεν ήταν εύκολο, ούτε ήταν χωρίς κόστος. Και τίποτε από αυτά δεν το πετύχαμε εμείς προσωπικά. Ήταν άλλοι, σαν εμάς, με προβλήματα και με περιορισμένες δυνάμεις. Εμείς τα παραλάβαμε. Όπως παραλάβαμε και την ίδια την χώρα μας, την ελευθερία του λόγου, τη δημοκρατία και τα ανθρώπινα δικαιώματά μας. Τουλάχιστον οι νεότερες γενιές. Ο άνθρωπος έκανε και κάνει και άλλα πράγματα, είτε ηθελημένα είτε άθελα. Εκείνα που δεν τα αξιολογούμε ως καλά. Εκείνα για τα οποία δεν είμαστε περήφανοι. Όμως αυτά τα ξέρουμε, γιατί βρίσκονται με τον ένα ή τον άλλο τρόπο στις συζητήσεις μας όλη την ώρα. Είναι πάντα στο επίκεντρο της προσοχής μας. Ίσως γιατί είναι ξένα προς τη φύση μας, γι αυτό και μας ενοχλούν. Αυτό που συνήθως δεν προσέχουμε είναι το αξιοθαύμαστο και ηρωικό παρελθόν και του τόπου μας και του ανθρώπινου είδους, και το απώτερο και το πρόσφατο, που αποδεικνύει το εφικτό του ανέφικτου και την αξιοθαύμαστη ανθρώπινη φύση.

Η ιστορική παρατήρηση αποδεικνύει ότι ο άνθρωπος μπορεί. Άρα ως Έλληνες και ως άνθρωποι μπορεί και να μπορούμε. Μπορεί να μην ξέρουμε πως, αλλά και μόνη η ελπίδα στο εφικτό της βελτίωσης μας ανοίγει τον δρόμο προς την προσπάθεια. Ο πολιτισμός χτίζεται σταδιακά. Όλοι μπορούν να βοηθήσουν. Ο καθένας από τη θέση που βρίσκεται. Έστω και με την ευγένεια στην καθημερινότητά μας. Έστω και με σκέψεις και συζητήσεις παραγωγικές και όχι μη παραγωγικές. Η γκρίνια δεν θα βελτιώσει τα πράγματα. Αυτό το δοκιμάσαμε. Όπως λένε «γίνε η αλλαγή που θέλεις στον κόσμο». Εμείς έχουμε ευθύνη για το τί θα αφήσουμε. Το τί παραλάβαμε είναι δώρο. Κανείς δεν μας το χρωστούσε, με την έννοια της ανταπόδοσης. Είναι απόρροια της μεταφυσικής αγάπης. Της αγάπης που δίνει χωρίς να παίρνει υλική απολαβή. Αυτών που έδωσαν και δεν πήραν πίσω τίποτε. Τίποτε υλικό. Συνήθως υπάρχει τουλάχιστον ένας απ’ αυτούς μέσα σε κάθε ελληνικό σπίτι. Και στρατιές ολόκληρες στα εδάφη που κατοικούμε.

[πηγή: Κατερίνα Δ. Χατζοπούλου - Aντίφωνο, www.antifono.gr  ]