Σάββατο, 29 Σεπτεμβρίου 2012

Έτγκαρ Κέρετ, Υπάρχει μοίρα χειρότερη για έναν τραγικό ήρωα από το να είναι βαρετός και ξεχασμένος;

Ονόμασε την αλαζονεία «ύβριν» και, όποτε αισθανόταν πως προσπαθούσε να εισβάλει και να τον κυριεύσει, επαναλάμβανε το όνομά της και έφερνε μπροστά στα μάτια του τη μορφή του αόμματου Οιδίποδα, και η ύβρις σκορπίζονταν στον άνεμο.

Ένας συγγραφέας κρατείται όμηρος από τρεις άνδρες. Δεν θέλουν να τον ληστέψουν, αλλά ούτε και να τον σκοτώσουν. Αυτό που απαιτούν είναι να τους διηγηθεί μια ιστορία. Κι αυτός θα αποπειραθεί να ικανοποιήσει την παράδοξη απαίτησή τους λέγοντάς τους μια ιστορία για έναν συγγραφέα ο οποίος κρατείται από τρεις άνδρες που του ζητούν να τους διηγηθεί μια ιστορία. «Αυτή δεν είναι μια ιστορία. Αυτή είναι μια μαρτυρία. Είναι ακριβώς ό,τι συμβαίνει αυτή τη στιγμή. Ακριβώς αυτό που προσπαθούμε να αποφύγουμε.. Χρησιμοποίησε τη φαντασία σου, φίλε, δημιούργησε, επινόησε, φτάσε μέχρι το τέρμα», θα του πει ένας από αυτούς και ο συγγραφέας - φανταστικός και πραγματικός - θα τον ακούσει. Έτγκαρτ Κέρετ, λάτρης της μικρής φόρμας και θιασώτης του αλόκοτου με όπλο του το χιούμορ, ο ισραηλινός συγγραφέας του βιβλίου «Το κορίτσι στο ψυγείο», Εκδόσεις Καστανιώτη  

Έτγκαρ Κέρετ, Το ζήτημα της ύβρεως

Όταν ο Αντίων ήταν πέντε χρονών, είδε από το παράθυρο του τρένου του πατέρα του έναν άνθρωπο τυφλό να περπατάει στο δρόμο. Πάνω στο αόμματο πρόσωπό του υπήρχε τόσος πόνος που ο Αντίων άρχισε να κλαίει. Ο τυφλός, όπως του είπαν, βασίλευε κάποτε στη Θήβα και ήταν ισχυρός και σοφός. Η μοίρα όμως αποδείχθηκε πολύ πιο δυνατή και πανούργα. Καθ’ όλη τη διάρκεια της νιότης του ο Αντίων άκουσε πολλές ιστορίες για άρχοντες έξυπνους και θαρραλέους, που έτυχαν τρομερής και φοβερής μοίρας. Μερικές φορές ο Αντίων πίστευε πως κάθε εξέχουσα προσωπικότητα για την οποία είχε ακούσει ήταν καταδικασμένη να έχει άσχημο τέλος. Ο Αντίων, που ήταν ένας άρχοντας θαρραλέος και ικανός καθόλου λιγότερο απ’ αυτές τις τραγικές μορφές, δεν μπορούσε ν’ απαλλαγεί από την αίσθηση πως τον περίμενε μια ανάλογη μοίρα. Προκειμένου να μπορέσει να ξεγελάσει το τρομερό τέλος που φοβόταν, ο Αντίων αγωνίστηκε να κατανοήσει ποια υπήρξε η συμπεριφορά αυτών των γιγάντων που τους οδήγησε σ’ ένα τόσο τραγικό τέλος. Αφιέρωσε τη ζωή του στη μελέτη όλων των δεδομένων της ζωής και του θανάτου αυτών των τραγικών μορφών και προσπάθησε να βρει τα κοινά σημεία που τις ένωναν.
 
Μετά από χρόνια κοπιαστικής δουλειάς, και παραμελώντας το βασίλειό του, ο Αντίων βρήκε την απάντηση: το κοινό σημείο όλων αυτών των τραγικών προσώπων ήταν η αλαζονεία που τα έκανε να αισθάνονται ικανά να εναντιωθούν στους θεούς, στη Μοίρα. Δεν ήταν λίγες οι φορές που ο Αντίων είχε αισθανθεί πως αυτού του είδους η αλαζονεία χτυπούσε και τη δική του πόρτα. Από την ώρα όμως που κατάλαβε τον κίνδυνο που εγκυμονούσε, φρόντιζε πάντα να την καταπνίξει.  Ονόμασε την αλαζονεία «ύβριν» και, όποτε αισθανόταν πως προσπαθούσε να εισβάλει και να τον κυριεύσει, επαναλάμβανε το όνομά της και έφερνε μπροστά στα μάτια του τη μορφή του αόμματου Οιδίποδα, και η ύβρις σκορπίζονταν στον άνεμο. Ο Αντίων έζησε μια ζωή ευτυχισμένη και μακριά, απαλλαγμένη από προδοσία και θλίψη. Κι όταν βρέθηκε ξαπλωμένος στο κρεβάτι του πόνου, περιστοιχισμένος από τους πολυάριθμους αγαπημένους του, ήξερε επιτέλους πως είχε καταφέρει αυτό πριν από εκείνον: να υπερνικήσει το εγώ του.

«Ύβρις», ψιθύρισε και πέθανε.

Ο Ερμής τον οδήγησε με σεβασμό στον κόσμο των νεκρών και ο Αντίων τον ακολούθησε στητός και περήφανος. Που και που του φαινόταν πως ο προπορευόμενος Ερμής έπνιγε ένα γελάκι, ήταν όμως μόνο στη φαντασία του. Στον Κάτω Κόσμο του παραχώρησαν μια θέση τιμητική. Αριστερά του καθόταν η Αντιγόνη και δεξιά του ο Οιδίποδας, του οποίου η βασανισμένη μορφή είχε χαραχτεί στη μνήμη του από τότε που ήταν ακόμα παιδί. Μετά από λίγα λεπτά μπήκε στην αίθουσα ένας φτερωτός αγγελιαφόρος, πλησίασε εκείνους που κάθονταν πλάι του και ανήγγειλε στον καθένα τους κάτι με δυνατή φωνή.

«Το Βασιλικό Βρετανικό Θέατρο πρόκειται ν’ ανεβάσει μια παράσταση για σένα το Δεκέμβριο», ανήγγειλε ο αγγελιαφόρος στον Οιδίποδα, «με τον Κένεθ Μπράνα στον πρωταγωνιστικό ρόλο».

«Ο Κένεθ Μπράνα θα παίξει εμένα», μουρμούρισε μονολογώντας ο Οιδίποδας σαν να μην το πίστευε κι ένα πλατύ χαμόγελο απλώθηκε στο πρόσωπό του.

«Ένα θεατρικό έργο για σένα μπήκε στην ύλη των σχολείων στη Σκοτία», ανήγγειλε ο κήρυκας στη γεμάτη ευχαρίστηση Αντιγόνη.

«Πεντακόσιες χιλιάδες μαθητές θα κλαίνε για τη δική μου μοίρα», είπε εκείνη κατενθουσιασμένη κι έριξε ένα δάκρυ χαράς.

Και ο Αντίων κάθεται στην καρέκλα του. Ακούει λησμονημένος, παγωμένος από την τρομερή του μοίρα. Υπάρχει μοίρα χειρότερη για έναν τραγικό ήρωα από το να είναι βαρετός και ξεχασμένος; Και το μαρτύριο του δεν θα ήταν τόσο ανυπόφορο αν ερχόταν έστω και μια φορά στα χίλια χρόνια ένας αγγελιαφόρος και του ανακοίνωνε πως ένας ανώνυμος μεταμοντέρνος συγγραφέας έγραψε γι’ αυτόν ένα απαίσιο έργο.


Μπορούσαν να περάσουν μαζί ώρες, αγκαλιασμένοι, χωρίς να λένε λέξη, να είναι ξαπλωμένοι στο κρεβάτι γυμνοί, χωρίς να ερωτοτροπούν ή ν’ αλλάζουν θέση. Κι όταν το ρολόι την πίεζε να σηκωθεί, ήταν διατεθειμένη να παραιτηθεί από τον πρωινό καφέ, από το πλύσιμο του προσώπου, για να κερδίσει μερικές στιγμές ακόμα μαζί του. Κι όσο ώρα κατέβαινε τη σκάλα, περίμενε το λεωφορείο, ήταν στο χώρο εργασίας της, περίμενε τη στιγμή που θα ξαναγύριζε κοντά του, θα γυρνούσε το κλειδί στην πόρτα κι εκείνος θα ήταν εκεί. Καμία αμφιβολία ή υποψία δεν φώλιαζε μέσα της. Ήταν σίγουρη για την αγάπη τους. Αυτή, που είχε πονέσει ήδη από πολλές απογοητεύσεις, ήξερε πως αυτή η αγάπη δεν θα την προδώσει ποτέ. Τι θα μπορούσε άλλωστε να την απογοητεύσει ξεκλειδώνοντας την πόρτα; Το άδειο διαμέρισμα; Η στείρα βουβαμάρα; Το τίποτα μέσα στα σεντόνια του ανάκατου κρεβατιού; - από το ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ του βιβλίου

Πέμπτη, 27 Σεπτεμβρίου 2012

Η Γενιά του Εγώ: όταν ήταν παιδιά τους έλεγαν ότι είναι οι καλύτεροι σήμερα παίρνουν αντικαταθλιπτικά

Εδώ και μερικές δεκαετίες τα παιδιά του δυτικού κόσμου μεγαλώνουν με κανακέματα και επαίνους και διαρκείς τονωτικές ενέσεις του Εγώ τους σε μια καλών προθέσεων προσπάθεια ενίσχυσης της αυτοεκτίμησής τους. Πού οδήγησε αυτό; Στην εμφάνιση μιας γενιάς που αν και επισήμως ονομάζεται Γενιά Υ (ως διάδοχος της Γενιάς Χ), τώρα διεκδικεί τον καθόλου κολακευτικό τίτλο της «Γενιάς του Εγώ». Οι εκπρόσωποί της εμφανίζονται εγωκεντρικοί και νάρκισσοι, έχουν υπερτιμημένη άποψη για τον εαυτό τους και διακατέχονται από υπερβολικά υψηλές και έξω από τις δυνατότητές τους προσδοκίες, με αποτέλεσμα να «λυγίζουν» ευκολότερα κάτω από τις δυσκολίες της πραγματικής ζωής και να ρέπουν περισσότερο προς την κατάθλιψη. Το να σπεύσουμε να τους κατηγορήσουμε είναι εύκολο. Είναι όμως πολύ πιο εποικοδομητικό να κάνουμε μια γερή κριτική και να αναθεωρήσουμε τον τρόπο που έχουμε υιοθετήσει ως «καλύτερο» για την ανατροφή των παιδιών μας. Οι ειδικοί έχουν ήδη μπει στη διαδικασία και οι προτάσεις τους είναι πραγματικά ενδιαφέρουσες.
 



«Τους νέους σήμερα συνεχίζουν να τους παραχαϊδεύουν για πολύ καιρό, ενώ θα έπρεπε πολύ νωρίτερα να έχουν αρχίσει να μαθαίνουν ότι δεν είναι τέλειοι». Αυτό ήταν το συμπέρασμα του HS, ενός μπλόγκερ που σχολίαζε ένα άρθρο των «New York Times» το οποίο οίκτιρε την κατάσταση της σημερινής νεολαίας. Το πρόβλημα με τα παιδιά, συνέχιζε, είναι ότι έχουν μια «παραφουσκωμένη» άποψη για τον εαυτό τους επειδή έχουν μεγαλώσει έτσι ώστε να πιστεύουν πως καθετί που κάνουν είναι αξιόλογο και σημαντικό. Δεν επρόκειτο για κάποιον γερογκρινιάρη αλλά για έναν νεαρό που έγραφε για την ίδια του τη γενιά, εκείνους που γεννήθηκαν ανάμεσα στο 1980 και στο 2000 και έχουν ονομαστεί Γενιά Υ ή Γενιά του Εγώ.

Όπως καταλαβαίνει κανείς από το όνομά της, η Γενιά του Εγώ έχει προσελκύσει ήδη τα πυρά. Οι εκπρόσωποί της κατηγορούνται ότι είναι κακομαθημένοι, αλαζονικοί και νάρκισσοι, ότι έχουν μια αδικαιολόγητη αίσθηση πως δικαιωματικά όλα τους ανήκουν. Οι καθηγητές παραπονούνται ότι οι σημερινοί φοιτητές απαιτούν μόνιμη προσοχή. Οι εργοδότες δυσκολεύονται να καταπιούν τα υπερδιογκωμένα εγώ των νεαρών υπαλλήλων τους, ενώ οι ψυχοθεραπευτές λένε ότι βλέπουν μια νέα γενιά ασθενών οι οποίοι έχουν κατάθλιψη επειδή δεν μπορούν να φθάσουν στο ύψος των υπερβολικών προσδοκιών τους. Οι επικριτές υποστηρίζουν ότι το φταίξιμο βρίσκεται στους γονείς, στους δασκάλους και στους άλλους ενηλίκους οι οποίοι υπερέβαλαν στο να μεγεθύνουν την άποψη που έχουν τα παιδιά για τον εαυτό τους από τα πρώτα τους χρόνια.

Οι κατηγορίες αυτές δεν βαρύνουν μόνο τη Γενιά Υ αλλά και μια ολόκληρη φιλοσοφία για την ανατροφή των παιδιών, η οποία ξεκίνησε τη δεκαετία του 1980 και εξακολουθεί να ισχύει ακόμη. Αν είναι βάσιμες, θα πρέπει να αναθεωρήσουμε την άποψη ότι η ενίσχυση της αυτοεκτίμησης των παιδιών είναι ο καλύτερος τρόπος για να εξασφαλίσουμε το ότι θα εκμεταλλευθούν στο έπακρο τις δυνατότητές τους. Τι λένε λοιπόν τα στοιχεία; Είναι η σημερινή νεολαία πραγματικά πιο εγωιστική από τις παλαιότερες γενιές; Αν είναι έτσι, αποτελεί αυτό πρόβλημα; Και αν η σύγχρονη δυτική κουλτούρα της οικοδόμησης αυτοεκτίμησης είναι ένοχη, τι μπορούμε να κάνουμε γι' αυτό;

Παραφουσκωμένο Εγώ

Ένας από τους πλέον ένθερμους επικριτές της σημερινής νεολαίας είναι η Τζιν Τουένγκι, ψυχολόγος στο Πολιτειακό Πανεπιστήμιο του Σαν Ντιέγκο της Καλιφόρνιας και συγγραφέας τού «Generation Me». Για να βρούμε αποδεικτικά στοιχεία υπέρ του υπερδιογκωμένου Εγώ της Γενιάς Υ αρκεί, όπως λέει, να κοιτάξουμε την ετήσια μελέτη των αμερικανών πρωτοετών φοιτητών που περιλαμβάνει 9 εκατ. φοιτητές κολεγίου. Αποκαλύπτει ότι το 52% των συμμετεχόντων του 2009 θεωρούσε πως είχε επίπεδα κοινωνικής αυτοπεποίθησης υψηλότερα από εκείνα του μέσου γενικού πληθυσμού σε σχέση με το 30% των φοιτητών που δήλωνε το ίδιο στη μελέτη του 1966. Οι σημερινοί φοιτητές επίσης αξιολογούν τη νοητική τους αυτοπεποίθηση, τις δεξιότητές τους στο να μιλούν δημόσια καθώς και τις ηγετικές τους ικανότητες περίπου κατά 50% υψηλότερα από ό,τι οι ομόλογοί τους του 1966.

Η υπερβολική σημασία της αυτοεκτίμησης για τη Γενιά Υ σκιαγραφήθηκε σε ένα πείραμα το 2010. Μια ομάδα με επικεφαλής τον Μπραντ Μπούσμαν του Πολιτειακού Πανεπιστημίου του Οχάιο στο Κολόμπους διαπίστωσε ότι οι φοιτητές έδιναν στην ενίσχυση της αυτοεκτίμησής τους - π.χ., το να πάρουν μεγαλύτερο βαθμό ή να δεχθούν μια φιλοφρόνηση - μεγαλύτερη αξία από ό,τι στις ανταμοιβές που κινητοποιούν την ανθρωπότητα από τις απαρχές της ύπαρξής της, όπως το να φάει κάποιος το αγαπημένο του φαγητό ή το να επιδοθεί σε σεξουαλική δραστηριότητα. Οι φοιτητές επίσης αξιολογούσαν αυτή την επιβράβευση υψηλότερα από το να κερδίσουν χρήματα, να πιουν αλκοόλ ή να δουν τον καλύτερό τους φίλο. Διερευνώντας περισσότερο οι επιστήμονες ζήτησαν από τους φοιτητές να αξιολογήσουν το πόσο ήθελαν καθεμιά από αυτές τις ανταμοιβές καθώς και την ευχαρίστηση που λάμβαναν από αυτές. Το να θέλει κάποιος κάτι περισσότερο από ό,τι του αρέσει θεωρείται ένδειξη εθισμού. Σε όλες τις περιπτώσεις η ανταμοιβή «τούς άρεσε» περισσότερο από ό,τι «την ήθελαν», αλλά η διαφορά ανάμεσα στα δύο ήταν μικρότερη σε ανταμοιβές που πρόσφεραν ενίσχυση της αυτοπεποίθησης.

Γεγονός ή προκατάληψη;

Η εικόνα δεν είναι ωστόσο τόσο απλή. Ο Μαρκ Λίρι, κοινωνικός ψυχολόγος στο Πανεπιστήμιο Ντιουκ του Ντάραμ της Βόρειας Καρολίνας, προειδοποιεί ότι τα ανώτερα εκπαιδευτικά ιδρύματα δεν είναι τόσο ελιτίστικα όσο ήταν τη δεκαετία του 1960 και άρα το δημογραφικό προφίλ των φοιτητών έχει αλλάξει καθιστώντας τις παλαιότερες και τις σημερινές ομάδες φοιτητών μη απόλυτα συγκρίσιμες. «Δεν γνωρίζουμε αν αυτή είναι μια πραγματική αλλαγή ή αν έχει να κάνει με μια αλλαγή των ανθρώπων που εξετάζονται» λέει.

Πράγματι, η Κάλι Τρεζνιέφσκι του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνιας στο Ντέιβις ανέλυσε μια μελέτη 400.000 μαθητών γυμνασίου που διεξάγεται τα τελευταία 30 χρόνια, από το 1976, και δεν βρήκε στοιχεία για αύξηση του εγωισμού σε αυτή την ελαφρώς νεαρότερη ομάδα. «Οι βαθμολογίες στην αυτοεκτίμησση δεν έχουν αλλάξει καθόλου» λέει. Υποπτεύεται ότι ορισμένοι ψυχολόγοι, κυρίως μιας μεγαλύτερης ηλικίας, διακατέχονται από μια πανάρχαια προκατάληψη. «Επικρίνουμε την επόμενη γενιά. Αυτό ακριβώς κάνουμε» τονίζει. Είναι πιθανόν, υποστηρίζει, όλοι και όχι μόνο η Γενιά Υ, να έχουμε σταδιακά γίνει πιο εγωκεντρικοί - καθώς όμως τα στοιχεία είναι περιορισμένα στις άλλες ηλικιακές ομάδες, είναι δύσκολο να εξετάσει αυτή την ιδέα της.

Η «Γενναιόδωρη Γενιά»;

Ακόμη πιο επιφυλακτικός είναι ο Τζέφρι Αρνέτ, ψυχολόγος ο οποίος μελετά την εφηβεία στο Πανεπιστήμιο Κλαρκ της Μασαχουσέτης. Επισημαίνει ότι σήμερα οι νέοι προσφέρουν εθελοντική δουλειά σε φιλανθρωπικά έργα σε μεγαλύτερους αριθμούς από ποτέ και ότι ενδιαφέρονται περισσότερο για τις κοινωνικές ανισότητες από ό,τι ενδιαφέρονταν οι γονείς τους. Φθάνει μάλιστα ως το σημείο να ονομάζει τη Γενιά Υ «Γενναιόδωρη Γενιά».

Παρ' όλα αυτά, οι περισσότεροι ερευνητές αναγνωρίζουν ότι έχει σημειωθεί μια πραγματική αύξηση της αυτοεκτίμησης - τουλάχιστον στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου το φαινόμενο έχει μελετηθεί περισσότερο. Το ερώτημα του αν αυτό αποτελεί πρόβλημα παραμένει ανοιχτό. Όταν ο αμερικανός ψυχολόγος Γουίλιαμ Τζέιμς επινόησε τον όρο «αυτοεκτίμηση» τη δεκαετία του 1890, τον είχε προσδιορίσει ως τον λόγο των επιτυχιών ενός ατόμου προς τις «φιλοδοξίες» ή τους στόχους του. Με άλλα λόγια, η αυτοεκτίμηση είναι ένα υποκειμενικό μέτρο της αξίας του καθενός που αυξάνεται καθώς επιτυγχάνει τους στόχους του. Αυτό ταιριάζει με τον ορισμό που δίνει το λεξικό: «Ο σεβασμός ή η ευνοϊκή άποψη κάποιου για τον εαυτό του». Τι το κακό μπορεί να υπάρχει σε αυτό;

Ματαιοδοξία και ναρκισσισμός

Στις ημέρες μας, παρ' όλα αυτά, η αυτοεκτίμηση έχει αποκτήσει ένα δεύτερο νόημα: «Μια αδικαιολόγητα καλή γνώμη κάποιου για τον εαυτό του, ματαιοδοξία». Αυτός είναι ο ορισμός που ταιριάζει καλύτερα στη Γενιά Υ, σύμφωνα με την κυρία Τουένγκι. Και αυτή είναι η πηγή του προβλήματος. Κατ' αρχάς, τα παραφουσκωμένα εγώ δημιουργούν σε πολλά νεαρά άτομα μη ρεαλιστικές προσδοκίες και η ανικανότητά τους να τις εκπληρώσουν μπορεί να οδηγήσει σε κατάθλιψη. Δεν είναι σύμπτωση, λέει, ότι το αμερικανικό Κέντρο Ελέγχου και Πρόληψης Ασθενειών στην Ατλάντα της Τζόρτζια ανέφερε τον περασμένο Οκτώβριο πως ένας στους εννέα Αμερικανούς άνω των 12 ετών παίρνει αυτή τη στιγμή αντικαταθλιπτικά - αριθμός τετραπλάσιος από το αντίστοιχο ποσοστό στα τέλη της δεκαετίας του 1980.

Η κυρία Τουένγκι βλέπει ένα άλλο δείγμα επικίνδυνα διογκωμένης αυτοεκτίμησης στα αυξανόμενα επίπεδα του ναρκισσισμού. Διαπίστωσε ότι διπλάσιοι φοιτητές είχαν υψηλά επίπεδα ναρκισσισμού το 2006 σε σχέση με τις αρχές της δεκαετίας του 1980. Οι νάρκισσοι τείνουν να μην ανέχονται την κριτική και έχουν ροπή προς την εξαπάτηση και την επιθετικότητα. «Αυτοί είναι οι άνθρωποι που έρχονται στο γραφείο σου και κάνουν ολόκληρο καβγά για έναν βαθμό» λέει. Επίσης ανησυχούν περισσότερο για την εξωτερική τους εμφάνιση και, όπως τονίζει, οι Αμερικανοί καταφεύγουν στην πλαστική χειρουργική σε μεγαλύτερους αριθμούς από ποτέ. Στο τελευταίο της βιβλίο, «The Narcissism Epidemic», το οποίο έχει γράψει μαζί με τον Γ. Κιθ Κάμπελ (Free Press, 2009), αφηγείται ανέκδοτα για ανθρώπους που προσέλαβαν δήθεν παπαράτσι για να δημιουργήσουν την εντύπωση ότι είναι διάσημοι ή αγόρασαν τεράστια σπίτια με δάνεια ως απόδειξη του αμερικανικού παραφουσκωμένου εγώ.

Εγώ και στη... μουσική

«Το έχουμε παρακάνει με τον ατομισμό» λέει η κυρία Τουένγκι και αυτό αντανακλάται και στην ποπ κουλτούρα. Μαζί με τον ψυχολόγο Νέιθαν Ντε Βαλ και άλλους ερευνητές κατέγραψαν μια αύξηση της χρήσης της λέξης «εγώ» στους στίχους των αμερικανικών ποπ επιτυχιών από το 1980 ως το 2007. Ταυτοχρόνως η συχνότητα λέξεων που σχετίζονται με άλλους ανθρώπους, με την κοινωνική αλληλεπίδραση και τα θετικά συναισθήματα έχει μειωθεί. Η κυρία Τουένγκι θεωρεί υπεύθυνους τέσσερις παράγοντες: τις αλλαγές στη συμπεριφορά των γονέων, τη λατρεία της διασημότητας, το Διαδίκτυο και τον εύκολο δανεισμό. «Όλοι αυτοί οι παράγοντες επιτρέπουν στους ανθρώπους να έχουν μια διογκωμένη αίσθηση του εαυτού τους, στην οποία το φαίνεσθαι της επίδοσης είναι πιο σημαντικό από αυτή καθαυτή την επίδοση» λέει.

Άλλοι κατηγορούν το κίνημα της αυτοεκτίμησης που ξεκίνησε στην Καλιφόρνια τη δεκαετία του 1980. Δυστυχώς, λέει ο κ. Λίρι, το κίνημα γεννήθηκε από μια παρανόηση. Μελέτες είχαν δείξει έναν συσχετισμό ανάμεσα στην υψηλή αυτοεκτίμηση και στις θετικές εξελίξεις στη ζωή. «Ο κόσμος βιάστηκε να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η αυτοεκτίμηση ήταν η αιτία αυτών των άλλων πραγμάτων αλλά δεν είναι» λέει. Ύστερα από τρεις δεκαετίες και πολλά προγράμματα ενίσχυσης της αυτοεκτίμησης επικρατεί η άποψη ότι ο καλύτερος τρόπος να αναθρέψει κάποιος τα παιδιά του είναι να οικοδομήσει την αυτοεκτίμησή τους μέσα από συνεχείς επαίνους και θετικές αναδράσεις. Τα στοιχεία είναι όμως είναι ασαφή, στην καλύτερη περίπτωση.

Μειωμένη αντοχή στις δυσκολίες

Το 2003 μια ομάδα με επικεφαλής τον Ρόι Μπαουμάιστερ του Πολιτειακού Πανεπιστημίου της Φλόριδας στο Ταλαχάσι διεξήγαγε μια μετα-ανάλυση των προηγούμενων ερευνών. Η εικόνα που αναδείχθηκε ήταν σύνθετη. Διαπίστωσαν ότι η υψηλή αυτοεκτίμηση σχετιζόταν γενικά με πιο χαρούμενη διάθεση και ανάληψη πρωτοβουλίας, ενώ η χαμηλή αυτοεκτίμηση συνδεόταν με κατάθλιψη. Παρ' όλα αυτά, αντίθετα με το αναμενόμενο, τα άτομα με υψηλή αυτοεκτίμηση καταθλίβονταν περισσότερο σε στιγμές στρες, ενώ εκείνα που είχαν χαμηλή αυτοεκτίμηση έδειχναν μεγαλύτερη αντοχή όταν έρχονταν αντιμέτωπα με τα σκαμπανεβάσματα της ζωής. Φάνηκε επίσης ότι η προσπάθεια ενίσχυσης της αυτοεκτίμησης των μαθητών δεν βελτίωνε τις επιδόσεις τους στα μαθήματα και μπορούσε μερικές φορές να είναι αντιπαραγωγική. Η υψηλή αυτοεκτίμηση φάνηκε να προστατεύει τα κορίτσια από τα νταηλίκια, δεν εμπόδιζε όμως τα παιδιά να καπνίσουν, να πιουν, να πάρουν ναρκωτικά ή να κάνουν σεξ - αντιθέτως, τα ωθούσε στο να δοκιμάσουν αυτά τα πράγματα. Οι καλές επιδόσεις στην εργασία σχετίζονταν μερικές φορές με την υψηλή αυτοεκτίμηση, ο συσχετισμός όμως ήταν ευμετάβλητος και η σχέση της αιτιότητας ασαφής. Η αυτοεκτίμηση δεν μπορούσε να προβλέψει ούτε την ποιότητα ούτε τη διάρκεια των σχέσεων. Η γενική εικόνα ήταν τόσο συγκεχυμένη ώστε ο κ. Μπαουμάιστερ και η ομάδα του θεώρησαν ότι δεν μπορούν να εγκρίνουν προγράμματα για την ενίσχυση της αυτοεκτίμησης.

Σήμερα οι ψυχολόγοι συμφωνούν στο ότι η υψηλή αυτοεκτίμηση αποτελεί συχνότερα τη συνέπεια θετικών γεγονότων στη ζωή παρά την αιτία τους - ένα μήνυμα το οποίο ακόμη δεν έχει περάσει σε γονείς και δασκάλους. Ο κ. Λίρι φθάνει ως το σημείο να διαβεβαιώνει ότι η αυτοεκτίμηση που ενισχύεται με τεχνητό τρόπο, χωρίς αναφορά σε επιτεύγματα, δεν έχει καμία εγγενή αξία. Εν τω μεταξύ ο εκπαιδευτικός ψυχολόγος Χέρμπερτ Μαρς του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης υποστηρίζει ότι θα πρέπει να σκεφτόμαστε την αυτοεκτίμηση ως ένα τμήμα της ευρύτερης έννοιας ενός πράγματος που ονομάζεται αυτοαντίληψη και το οποίο περιλαμβάνει επίσης τις απόψεις που έχει κάποιος για την εθνοτική και μορφωτική του ταυτότητα, καθώς και για το φύλο του. Πιστεύει ότι η καλή αυτοαντίληψη και η υψηλή εκπαιδευτική απόδοση αποτελούν την αιτία και το αποτέλεσμα η μια της άλλης. «Αυτό είναι που κάνει τόσο δύσκολη τη δουλειά των δασκάλων» λέει. «Δεν πρέπει μόνο να διδάξουν δεξιότητες, πρέπει επίσης να οικοδομήσουν την πίστη των παιδιών στον εαυτό τους και μετά να συνδέσουν αυτά τα δύο».

Πιο σημαντικός ο αυτοέλεγχος

Ο κ. Μπαουμάιστερ υποστηρίζει ότι, αντί να «χτίζουμε» το εγώ των παιδιών, θα πρέπει να οικοδομήσουμε τον αυτοέλεγχό τους. Στο καινούργιο βιβλίο του «Willpower: Rediscovering Our Greatest Strength» (Allen Lane, 2012) παρουσιάζει στοιχεία υπέρ του ότι η δύναμη της θέλησης και όχι η αυτοεκτίμηση είναι το απαραίτητο συστατικό για μια επιτυχημένη ζωή. Υποστηρίζει ότι τα παιδιά θα πρέπει να μάθουν να ελέγχουν τις παρορμήσεις τους και να επιμένουν σε δύσκολα έργα ώστε να μπορέσουν να επιτύχουν τους στόχους τους, κάτι το οποίο θα ενισχύσει με φυσικό τρόπο την αυτοεκτίμησή τους. Οι γονείς και οι δάσκαλοι μπορούν να βοηθήσουν στην ανάπτυξη της αυτοπειθαρχίας ενθαρρύνοντας τα παιδιά να αποκτήσουν καλές συνήθειες. Και αντί να τους παρέχουν διαρκή και επομένως ανούσιο έπαινο, θα πρέπει να ενθαρρύνουν τα πραγματικά επιτεύγματα. Αν η προσέγγιση του κ. Μπαουμάιστερ φαίνεται υπερβολικά αυστηρή, ο κ. Λίρι είναι πιο πραγματιστής. Το μήνυμα που θα πρέπει να στέλνουν οι γονείς στα παιδιά τους, λέει, είναι ότι τα αγαπούν ακόμη και αν δεν είναι τέλεια και ότι μπορούν να βελτιωθούν. «Δώστε τους ειλικρινή πληροφόρηση» επισημαίνει. «Και πάνω από όλα, μη λέτε στο παιδί σας ότι είναι το καλύτερο παιδί του κόσμου γιατί κανένα δεν είναι».

Στροφή προς τους άλλους

Η υπερβολική αυτοεκτίμηση μπορεί να δημιουργήσει προβλήματα, το ίδιο όμως ισχύει και για τη χαμηλή αυτοεκτίμηση. Στην εφηβεία τα παιδιά γίνονται ευάλωτα καθώς ο «συμπαγής» εγωκεντρισμός που έχουν στα πρώτα τους χρόνια αρχίζει γρήγορα να αποκτά ρωγμές. Στα κορίτσια η πτώση της αυτοεκτίμησης είναι μεγαλύτερη από ό,τι στα αγόρια, και στα δυο φύλα όμως η αλλαγή είναι μόνιμη. Επίσης σε αυτές τις ηλικίες η αυτοεκτίμηση μπορεί να είναι υψηλή αλλά ταυτόχρονα ασταθής, να καταποντίζεται με την πρώτη κριτική.

Οι γονείς φυσικά θέλουν να προστατεύσουν το παιδί τους σε αυτή την κρίσιμη ηλικία, όμως το να το στολίζουν με αβάσιμους επαίνους δεν είναι η λύση. Μια καλύτερη τακτική είναι να ενθαρρύνουν τα παιδιά να σκέφτονται τους άλλους. Μια από τις πολλές μελέτες που δείχνουν προς αυτή την κατεύθυνση έγινε από την Τζένιφερ Κρόκερ και την Εϊμι Κανεβέλο του Πολιτειακού Πανεπιστημίου του Οχάιο στο Κολόμπους, σε περίπου 200 ζεύγη φοιτητών. Διαπίστωσαν ότι όσοι προσπάθησαν να ενισχύσουν την αυτοεκτίμησή τους βάζοντας τον ή την συγκάτοικό τους να τους αναγνωρίσει τα καλά σημεία τους απέτυχαν: τόσο η αυτοεκτίμηση των ίδιων όσο και η γνώμη των συγκατοίκων τους για εκείνους μειώθηκαν μέσα στους τρεις μήνες που διήρκεσε το πείραμα. «Εκείνο που πραγματικά λειτούργησε ήταν το να δείχνουν έμπρακτα ότι ενδιαφέρονται πραγματικά για τον συγκάτοικό τους» λέει η κυρία Κρόκερ.

[ΠΗΓΗ: TO BHMA 23-09-2012]

Σάββατο, 22 Σεπτεμβρίου 2012

Salman Rushdie, Καμιά ανοχή για τους εχθρούς της ανοχής σήμερα που η ξενοφοβία σαρώνει παντού

Νίκησε τον φόβο της εκτέλεσής του από τους φανατικούς ισλαμιστές και τώρα το μόνο που φοβάται είναι μήπως γράψει ένα κακό βιβλίο! Το καινούργιο του πάντως αυτοβιογραφικό χρονικό έχει κάνει πάταγο. Με αφορμή αυτό, ο διάσημος συγγραφέας μίλησε στα «ΝΕΑ» και στη Μικέλα Χαρτουλάρη συνδέοντας την επικαιρότητα με τη δύναμη της λογοτεχνίας



«Πιστεύω ακράδαντα πως η τέχνη - τουλάχιστον το είδος της τέχνης που ανέκαθεν με κέντριζε - ασκείται στην κόψη και όχι στη μέση, όχι στο ασφαλές κέντρο. Εάν θέλεις δηλαδή να κάνεις κάτι καινούργιο και ενδιαφέρον, οφείλεις να φτάσεις στα όρια και να τα σπρώξεις προς τα έξω - πράγμα ριψοκίνδυνο φυσικά, αφού πηγαίνοντας στα άκρα, μπορείς και να πέσεις. Εγώ πάντως δεν μπήκα ποτέ στον πειρασμό να γράψω κάτι ασφαλές».

Ο Σαλμάν Ρούσντι σου μιλάει και σε προσέχει κάτω από τα βαριά του βλέφαρα, «σαν γεράκι που κοιτάζει μέσα από βενετσιάνικες περσίδες», όπως λέει και ο φίλος του Μάρτιν Εϊμις. Η φωνή του είναι φωνή βαρύτονου και παρότι έχει τη φήμη υπεροπτικού και αλαζονικού συγγραφέα, σε εντυπωσιάζει με τον φιλικό του τόνο και με αυτό το «νομίζω» που βάζει μπροστά από κάθε του άποψη. Λες και θέλει να υπενθυμίζει διαρκώς ότι τον ενδιαφέρει να ξυπνήσει τις αμφιβολίες μας· ότι ο συγγραφικός του στόχος είναι «το ανείπωτο να πει, ν' αρχίσει τον καβγά, τον κόσμο να διαμορφώσει, τον ύπνο του να ταράξει». Ο ίδιος δηλαδή στόχος με του ποιητή Βάαλ στους «Σατανικούς στίχους» (εκδ. Ψυχογιός, μτφ. Γ.Ι. Μπαμπασάκης) - το μυθιστόρημά του που πυροδότησε το 1989 έναν από τους πλέον βίαιους και μακρόχρονους πολέμους ενάντια στον αυταρχισμό, υπέρ της ελευθερίας της έκφρασης και της δημοκρατικής διαδικασίας.

Καθήσαμε αντικριστά στην υπόγεια αίθουσα συσκέψεων του πανίσχυρου ατζέντη του Αντριου Ουάιλι. Εκεί έκανε έναν μαραθώνιο συνεντεύξεων με ξένα έντυπα για να υποστηρίξει το πιο αυτοβιογραφικό από όλα τα βιβλία του, τον «Τζόζεφ Αντον», όπου ξεφλουδίζει το κρεμμύδι της ζωής του, της καρδιάς του (ακόμη και τη νύχτα της απιστίας του μαζί με την κόρη τού Τζακ Λανγκ) και των σκέψεών του στη διάρκεια της εικοσαετίας 1989-2009. Από τη στιγμή δηλαδή που ο φετφάς του θεοκρατικού ηγέτη του Ιράν Αγιατολάχ Χομεϊνί (και η κατοπινή ανανέωσή του) τον μετέτρεψε σε «νεκρό με αναστολή» και τον υποχρέωσε να κρύβεται με το κωδικό όνομα Τζόζεφ Αντον μέχρι τη στιγμή που ξαναπήρε στα χέρια του τη ζωή του. Η συζήτησή μας ξέφυγε όμως από τα όρια του βιβλίου του και εισέβαλε στην επικαιρότητα, επειδή ο Ρούσντι, ως ιστορικός των ιδεών, δεν μπορεί να μη σχολιάζει την εποχή του.

Στο βιβλίο του, πάντως, από τα πρώτα πράγματα που σημειώνει είναι η ιστορία του ονόματός του. Το διάλεξε ο άθεος πατέρας του Ανίς, αγγλοτραφής δικηγόρος από αρχοντική γενιά, ως συμβολικό για την αναγκαιότητα της σύγχρονης Ινδίας να στραφεί προς τον ορθολογισμό. Παραπέμπει στον θαυμασμό του για τον Ιμπν Ρουσντ, γνωστότερο ως Αβερρόη, τον ισπανο-άραβα φιλόσοφο του 12ου αιώνα από την Κόρδοβα, δικαστή της Σεβίλλης, που υπήρξε κορυφαίος μεταφραστής και σχολιαστής του Αριστοτέλη. Οταν ξέσπασε η ισλαμική καταιγίδα, ο Ανίς είχε μόλις πεθάνει, αλλά ο Σαλμάν σκέφτηκε: «Τουλάχιστον πηγαίνω σ' αυτή τη μάχη έχοντας το σωστό επίθετο».

Γεννηθήκατε στην ινδική κοινωνία, γνωρίσατε την επιτυχία στη βρετανική κοινωνία και ανακτήσατε την ελευθερία σας στην αμερικανική κοινωνία. Αισθανθήκατε ποτέ στο πετσί σας την ετερότητά σας; Νιώσατε «άλλος»;

Και βέβαια. Κι ακόμη το νιώθω ώς έναν βαθμό, όπου κι αν βρίσκομαι. Όμως δεν αισθάνομαι πια την ετερότητά μου ως εμπόδιο. Όταν βρίσκομαι λ.χ. στην Ινδία, σε μια χώρα που την καταλαβαίνω, παρότι έχω φίλους, μιλάω τη γλώσσα και κινούμαι άνετα, δεν νιώθω «στο σπίτι μου». Το ίδιο μου συμβαίνει και στο Λονδίνο ή στη Νέα Υόρκη, όπου είναι οι κατοικίες μου. Είχα πάντοτε την αίσθηση - κάτι πολύ καλό για έναν συγγραφέα - πως ήμουν ταυτόχρονα μέσα και έξω. Και νομίζω ότι αυτή η διπλή προοπτική είναι κάτι αναγκαίο στη λογοτεχνία. Πρέπει να είσαι μέσα, με την έννοια να κατοικείς στην υποκειμενικότητα των ηρώων σου για να γράφεις για τις ζωές τους αποδίδοντας το πώς αυτοί αισθάνονται. Αλλά πρέπει να είσαι και απέξω, ώστε να κοιτάζεις αυτά τα πράγματα από αντικειμενική σκοπιά. Όπως λέει ένας χαρακτήρας στο μυθιστόρημά μου «Ο κόσμος κάτω από τα πόδια της», «ο μοναδικός τρόπος για να δεις ολόκληρη την εικόνα είναι να βγεις από το κάδρο».

Όλα σας τα μυθιστορήματα αφηγούνται μια εναλλακτική ιστορία του κόσμου μας. Γιατί;

Εγώ δεν έκανα λογοτεχνικές σπουδές όπως πολλοί συγγραφείς, αλλά σπούδασα στο Κέμπριτζ Ιστορία. Ήταν μια εμπειρία που νομίζω πως επηρέασε καθοριστικά το είδος του λογοτέχνη που έγινα. Το κλειδί είναι η ιστορική μέθοδος που εξετάζει πώς εντάσσονται οι ατομικές ζωές στα συμφραζόμενα της κάθε εποχής. Είτε λοιπόν μιλάω για την ανεξαρτησία της Ινδίας (σ.σ. στα «Παιδιά του μεσονυχτίου») είτε για την Αναγέννηση (στη «Γητεύτρα της Φλωρεντίας»), αυτό που με ενδιαφέρει είναι να δω σε ποιον βαθμό μπορούμε ως άτομα να διαμορφώσουμε αυτό το ευρύτερο πλαίσιο και σε ποιον βαθμό είμαστε ανίσχυροι. Η Ιστορία που αγάπησα είναι εκείνη που εξερευνά το μεγάλο θέμα της σχέσης του ατόμου με την κοινωνία - και αυτό με ενδιαφέρει κι εμένα ως συγγραφέα.

Πώς επηρέασαν τη δημιουργικότητά σας ο περιορισμός της ελευθερίας κινήσεων, η επικρεμάμενη απειλή του θανάτου; Πέρασαν επτά χρόνια από τον φετφά μέχρι να εκδοθεί το επόμενο μυθιστόρημά σας. Νιώθατε τσακισμένος;

Όχι. Δεν μπορείς να γράψεις ένα καλό μυθιστόρημα εάν είσαι σε κακή φόρμα. Πρέπει να ξαναβρείς τον δρόμο προς την τέχνη σου. Κι εμένα αυτό που με ξαναέβαλε πάνω στη σέλα ήταν ο «Χαρούν στη θάλασσα των παραμυθιών» - ένα βιβλίο για παιδιά που κυκλοφόρησε το 1990, απευθυνόταν στον δεκάχρονο τότε γιο μου Ζαφάρ και έχει γίνει «λονγκ σέλερ». Πριν απ' αυτό η πνευματική μου διάθεση ήταν πολύ κλονισμένη. Ήξερα ότι πολλοί με παρακολουθούσαν μήπως ξαναπροκαλέσω φασαρίες και άλλοι περίμεναν να με δουν ανίκανο να ξαναγράψω καλά. Ένιωθα πως είχα διαψευσθεί και το γράψιμο αυτού του βιβλίου μού ξαναθύμισε την ευφορία που υπάρχει μέσα στη λογοτεχνία. Σ' αυτήν την τόσο δύσκολη περίοδο για μένα έγραψα το πιο χαρούμενο βιβλίο μου, οπότε στο μυθιστόρημα «Ο τελευταίος στεναγμός του Μαυριτανού» (αναφέρεται στην περίοδο της αποικιοκρατίας στην Ινδία) ήμουν πάλι ο εαυτός μου. Η επιτυχία του πέρασε το μήνυμα ότι δεν είχα καταστραφεί από τον εκφοβισμό των ισλαμιστών.

Οι πολιτικοί, πάντως, δεν φαίνεται να σας συμπαραστάθηκαν και πολύ…

Ήταν λίγο… αργοί, για να το πούμε ευγενικά. Η βρετανική κυβέρνηση της Θάτσερ και έπειτα του Μέιτζορ πρόσφερε κατ' αρχήν προστασία και τη διατήρησε - πράγμα σημαντικό. Ωστόσο, νομίζω πως βρισκόταν σε μια σύγχυση για το πώς θα έπρεπε να προχωρήσει. Εάν δηλαδή ήταν καλύτερο να κρατήσει χαμηλούς τόνους και να αφήσει την κατάσταση να εκτονωθεί μόνη της ή εάν χρειαζόταν να αναλάβει πολιτική δράση και να συγκρουστεί με την ιρανική ηγεσία. Σε πρώτη φάση, οι Βρετανοί ήταν απρόθυμοι και επέλεξαν το πρώτο, πράγμα που θεωρώ πως ήταν λάθος. Και χρειάστηκε να περάσουν μερικά χρόνια μέχρι να πεισθεί όχι μονάχα το βρετανικό αλλά και το ευρωπαϊκό και το αμερικανικό πολιτικό κατεστημένο ότι αυτό ήταν ένα ζήτημα που χρειαζόταν δυναμική αντίδραση. Και είμαι τυχερός που πλαισιώθηκα από ανθρώπους οι οποίοι με βοήθησαν να διαμορφώσω μια καμπάνια που σταδιακά κατάφερε να επηρεάσει τη στάση των πολιτικών και να μετατρέψει την απάθειά τους σε δράση. Η βρετανική κυβέρνηση διέκοψε τις διπλωματικές σχέσεις της με το Ιράν και άσκησε πίεση για να γίνει μία συνάντηση με τον αμερικανό πρόεδρο. Και ο Τζορτζ Στεφανόπουλος τον έπεισε τελικά να προχωρήσει σε μια συμβολική χειρονομία υποστήριξης. Έτσι συναντηθήκαμε με τον Κλίντον

Ας μην ξεχνάμε ότι ανήκετε σε μια λογοτεχνική ελίτ. Παρασημοφορηθήκατε από τη γαλλική κυβέρνηση, χριστήκατε ιππότης από τη Βασίλισσα της Βρετανίας, γίνατε δεκτός στην αμερικανική Ακαδημία Γραμμάτων και Τεχνών, συνομιλείτε με το κατεστημένο του καιρού μας, το κοινό πληρώνει εισιτήριο για να σας ακούσει. Αυτό δεν σας έχει υποχρεώσει να στρογγυλέψετε τις γωνίες;

Δεν αναγνωρίζω καθόλου τον εαυτό μου σε αυτήν την περιγραφή και δεν θα ήθελα σε καμία περίπτωση να ανήκω στο κατεστημένο. Συνομιλώ με τον κόσμο γύρω μου όπως το έκανα ανέκαθεν. Αλλά δεν χρειάζεται αυτό να γίνεται πάντα με τον τρόπο του πολιτικού μυθιστορήματος. Ο «Σαλιμάρ ο κλόουν» (2005) που αναφέρεται στο Κασμίρ, στην τρομοκρατία κ.λπ. ήταν ευθέως πολιτικό μυθιστόρημα, αλλά και η «Γητεύτρα της Φλωρεντίας» (2008), που διαδραματίζεται στον 16ο αιώνα και αντιπαραβάλλει την ανατολική με τη δυτική κουλτούρα, θίγει ζητήματα επίκαιρα, όπως η εξουσία. Δεν νομίζω ότι αυτό με κάνει πιο συντηρητικό ή ελιτίστα! Τα χρόνια περνάνε φυσικά και δεν είμαι ο ίδιος που ήμουν. Άρχισα να γράφω τα «Παιδιά του μεσονυχτίου» στα 28 μου και τώρα είμαι 65 χρονών. Αλλά εξακολουθώ να είμαι περήφανος για τον νεαρό εαυτό μου. Δεν έχει αλλάξει η κοσμοθεωρία μου, όμως έχουν πολλαπλασιαστεί οι εμπειρίες της ζωής μου. Ζώντας πια στη Βρετανία και τις ΗΠΑ άρχισα να ενδιαφέρομαι περισσότερο για το πώς οι διαφορετικές κουλτούρες συναντώνται και τι γίνεται (καλό ή κακό) όταν συγκρούονται. Αυτό ως θέμα δεν το θεωρώ λιγότερο αιχμηρό.

[ΠΗΓΗ: ΤΑ ΝΕΑ Σαββατοκύριακο 22-09-2012]

Τετάρτη, 19 Σεπτεμβρίου 2012

Μια σημαντική προειδοποίηση προς όσους θα αντιμετωπίσουν την έφοδο της δικής τους ματαιοδοξίας: όποιος ξέρει, ποτέ δεν κραυγάζει αυτό που ξέρει

(ανέκδοτο με επιμύθιο):μη βάλεις ποτέ στόχο να ξεπεράσεις αυτούς που βοηθάς ούτε και ν’ αφήσεις να σε υπερτιμούν σαν να ήσουν κάτι εξαιρετικό. Το ότι είσαι στ’ αλήθεια κάτι εξαιρετικό κι αυτή η εμπειρία σημαντική, ισχύει μόνο όταν τη δέχεσαι απ’ έξω προς τα μέσα… Και μην ξεχνάς ότι στην Ιστορία, οι μεγάλες καταστροφές προκλήθηκαν μετά την άνοδο στην εξουσία ανθρώπων που θεωρούσαν τον εαυτό τους σπουδαίο ή μοναδικό. Και τη πολύ μεγαλύτερη ζημιά την έκαναν πάντα κάποιοι που έλεγαν: «Ιδού ποια είναι η αλήθεια» και ποτέ όσοι υποστήριζαν ότι δεν ήξεραν κι όσοι δέχονταν την ανεπάρκειά τους   

Αυτή είναι η ιστορία ενός φανταστικού ταξιδιού από την άγνοια, απ’ όπου όλοι ξεκινάμε, προς τη σοφία, όπου δε φτάνουμε ποτέ. Ας αποδεχτούμε την πρόσκληση κι ας ξεκινήσουμε, με συνοδό τον Χόρχε Μπουκάι, την επικίνδυνη εξερεύνηση της ψυχής και του μυαλού. Και είναι, πράγματι, πολύ δύσκολο να σπάσουμε τον καθρέφτη και να ξεχάσουμε την ασχήμια, για να δεχτούμε την αλήθεια! ΠΡΟΣΟΧΗ στους ματαιόδοξους, γιατί είναι σχεδόν πάντα πονηροί: είναι πολύ ικανοί στους ελιγμούς και για να κόψουν δρόμο στήνουν παγίδες!

Ένα άλογο μέσα στη μπανιέρα (ανέκδοτο από το βιβλίο του ΜΠΟΥΚΑΪ «Από την άγνοια στη Σοφία)
Μια μέρα, καθώς ο φίλος μου ο Εδουάρδο περπατούσε στον κεντρικό δρόμο Σάντα Φε του Μπουένος Άιρες, είδε έκπληκτος μια γυναίκα που προσπαθούσε να σπρώξει ένα άλογο προς το εσωτερικό ενός πολυτελούς κτιρίου. Χωρίς να ο συνειδητοποιήσει, ο φίλος μου στάθηκε εκεί όρθιος να κοιτάζει την παράλογη κατάσταση.

Όταν αντιλήφθηκε την παρουσία του απρόσμενου θεατή, η γυναίκα του είπε: «Σας παρακαλώ κύριε, μπορείτε να βάλετε ένα χεράκι;»
Ο φίλος μου ο Εδουάρδο που είναι, όντως, πολύ ιππότης, πήγε αποφασιστικά κοντά της και τη βοήθησε να χώσει το ζώο στη μαρμάρινη απαστράπτουσα είσοδο του κιρίου.
-«Μια που είστε εδώ», είπε η γυναίκα, «δε με βοηθάτε να το βάλω και στο ασανσέρ;»

Ο Εδουάρδο ανασήκωσε τους ώμους και τράβηξε τα χαλινάρια του αλόγου ώσπου το έβαλε ολόκληρο μέσα στην καμπίνα. Στριμωγμένος δίπλα στα κουμπιά του ασανσέρ, ο Εδουάρδο δεν είχε άλλη επιλογή παρά να δεχθεί την παράκληση της γυναίκας που του έλεγε απ’ την άλλη μεριά του αλόγου:
-«Πατήστε το δώδεκα παρακαλώ».

Όταν σταμάτησε το ασανσέρ, έβαλαν και οι δυο μαζί το άλογο στο πολυτελές διαμέρισμα της κυρίας.
Ο φίλος μου ο Εδουάρδο άρχισε να αισθάνεται άβολα με την κατάσταση. Ένα τέτοιο ζώο πάνω στα αστραφτερά πατώματα, δίπλα στις ταπετσαρίες και στις μπροκάρ πολυθρόνες…
-«Θα με περνάτε για τρελή…» του είπε η γυναίκα.

Ο φίλος μου ο Εδουάρδο είναι, το δίχως άλλο, αληθινός ιππότης. Όμως ψέματα δεν μπορεί να πει:
-«Τρελή… Για να πω την αλήθεια, ναι» της απάντησε.
-«Ας συμφωνήσουμε σε κάτι» του πρότεινε η κυρία. «Αν με βοηθήσετε να το πάω μέσα στο δωμάτιο θα σας δώσω μιαν εξήγηση».

Ο Εδουάρδο ένιωσε να του γυρίζει το στομάχι, αλλά επειδή είναι ιππότης και, επιπλέον, αρκετά περίεργος, δέχτηκε. Μαζί έσπρωξαν το ζώο στο δωμάτιο και συγκεκριμένα στην κρεβατοκάμαρα με το μπάνιο.
Και πιο συγκεκριμένα το έβαλαν μέσα στη μπανιέρα…
Εκεί, η γυναίκα έδεσε αποφασιστικά τα χαλινάρια του ζώου στη βρύση και κάλεσε τον Εδουάρδο για έναν καφέ που τον είχε κερδίσει επάξια.
«Θα σας εξηγήσω» είπε η γυναίκα. «Είμαι παντρεμένη μ’ ένα ξεροκέφαλο και η αλήθεια είναι πως έχω αγανακτήσει πια με τη συμπεριφορά του. Κάθε φορά που του λέω: «Ούγκο, είναι έξι η ώρα», μου απαντάει: «Το ξέρω πως είναι έξι η ώρα». Εγώ επιμένω και του διευκρινίζω: «Στο λέω γιατί έχουμε κανονίσει να πάμε στους Ροδρίγκες». Κι εκείνος μου λέει: «Το ξέρω πως έχουμε κανονίσει να πάμε στους Ροδρίγκες». «Ναι, αλλά σήμερα είναι Παρασκευή κι έχει πολλή κίνηση», προσπαθώ να του εξηγήσω. Κι εκείνος μου λέει όλο ειρωνεία: «Το ξέρω ότι τις Παρασκευές έχει πολλή κίνηση». Μ’ έχει φέρει ως εδώ…
-«Δεν καταλαβαίνω όμως…» είπε ο Εδουάρδο, ο οποίος είναι οριστικά και αμετάκλητα ιππότης.
-«Σήμερα είναι Τρίτη» του εξηγεί η κυρία. «Ο άνδρας μου θα έρθει αργά από το τένις, όπως κάνει πάντα, και θα βιάζεται για να μην αργήσει στην παράσταση του θεάτρου που θέλει πολύ να δει. Θα μπει σχεδόν τρέχοντας απ’ αυτή εδώ την πόρτα, θα βγάλει το πουκάμισο στην τραπεζαρία και το παντελόνι του στο διάδρομο και θα μπει στην κρεβατοκάμαρα… Θα πετάξει τα ρούχα του στο πάτωμα και θα τρέξει να κάνει μπάνιο για να φύγει αμέσως. Σε λίγα δευτερόλεπτα θα ’χει πεταχτεί έξω γυμνός, με το μπουρνούζι, και θα φωνάζει: «Μαρίααααααααα!!! Είναι ένα άλογο μέσα στη μπανιέρα!!!». Και τότε, θα έχει έρθει η δική μου μεγάλη στιγμή. Θα τον κοιτάξω με ύφος όλο αυτοπεποίθηση και θα του πω:

«Το ξέρωωωωωω ότι είναι ένα άλογο μέσα στη μπανιέρα»
Ο Εδουάρδο σηκώθηκε και έφυγε χωρίς να πει λέξη. προπαντός, διότι ο Εδουάρδο είναι Ιππότης με γιώτα κεφαλαίο.

Ο αληθινός δάσκαλος ποτέ δεν θεωρεί τον εαυτό του ανώτερο από κανέναν κι από τίποτα. Ζει με τη βεβαιότητα ότι είναι, απλώς, ένας άνθρωπος, ένα απλό ανθρώπινο πλάσμα. Ίσως ούτε καν «προσωπικότητα», ούτε καν «άτομο». Ένα ον ικανό να συμπεριλάβει μέσα του όλο το σύμπαν μαζί με τα αντίθετα και τις αντιφάσεις του, και να τα αποδεχτεί ως μέρος μιας και μόνης αλήθειας.
Έτσι, λοιπόν, κάθε φορά που αληθινά νομίζεις ότι ξέρεις κάτι που μπορεί να φανεί χρήσιμο σε άλλους, βεβαιώσου ότι έχεις βρει μέσα σου το υπέρτατο σημείο μετριοφροσύνης προτού σκεφτείς να το διδάξεις.

Εγώ είμαι ένας εξαγωγέας αγκαθιών κι όλη μου η δουλειά περιγράφεται ως εξής: έχεις ένα αγκάθι στο πόδι σου, φέρνω μια βελόνα (που, το δίχως άλλο, μοιάζει κι αυτή με αγκάθι) και προσπαθώ με αυτήν να σου βγάλω το αγκάθι που σου πληγώνει το πόδι. Το πρώτο αγκάθι, αυτό που πληγώνει, και το δεύτερο, που πάει να βγάλει το πρώτο, μοιάζουν: είναι και τα δύο αγκάθια. Όταν με τη βοήθεια του δεύτερου βγάλουμε το πρώτο, πρέπει να τα πετάξουμε και τα δυο.

 [ΠΗΓΗ: ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΓΝΟΙΑ ΣΤΗ ΣΟΦΙΑ Το Ταξίδι της Σιμρίτι του Χέρχε Μπουκάι, Εκδόσεις Opera 2012]

Επικαιροποιημένο ανέκδοτο από το ΓΕΛΩΤΟΠΟΙΟ της κρίσης: ήταν ένας Πακιστανός, ένας Χρυσαυγίτης, ένας Πόντιος, ένας Εβραίος, μια ξανθιά αεροσυνοδός και κάτι άλλοι βασιλικότεροι του μνημονίου

Κάθομαι στο μπαλκόνι –το καπνιστήριο του σπιτιού- και προσπαθώ να γράψω, να σκεφτώ και να γράψω, κάτι αστείο. Όταν γράφω χιουμοριστικά κείμενα το διασκεδάζω πιο πολύ. Άσε που έχω τρεις-τέσσερις μέρες να διαβάσω βιβλίο.



Τα ανοίγω –δοκίμασα με διάφορα από τη δημοτική βιβλιοθήκη, τα κοιτάζω και δεν μπορώ να καταλάβω καν τι λένε, σαν να είμαι η Άιρις Μέρντοχ –αυτή η σπουδαία συγγραφέας που τέλειωσε με Αλτσχάιμερ.

Κοιτάζω -λοιπόν- απέναντι, το κενό που άφησε ο άνεμος –όταν έριξε το δέντρο... Το κρασί είναι άνοστο. Ακούγονται μόνο αυτοκίνητα και οι φωνές των βαρβάρων που παρακολουθούν ποδόσφαιρο στο διπλανό σπορ-καφέ.

Να γράψω κάτι αστείο για να χαρώ... Ίσως, ένα ανέκδοτο:

Ήταν ένας χρυσαυγίτης, ένας Πακιστανός και ένας... Πόντιος.

(Όλα τα καλά ανέκδοτα έχουν και έναν Πόντιο... Που ήταν; Σε ένα αεροπλάνο... Σε ένα αεροπλάνο που έπεφτε.)

Ήταν ένας χρυσαυγίτης, ένας Πακιστανός και ένας Πόντιος σε ένα αεροπλάνο που έπεφτε. Και βγαίνει ο πιλότος και λέει...

 

(Όχι ο πιλότος. Ποιος θα οδηγούσε το αεροπλάνο; Ας βγει η αεροσυνοδός.)

Βγαίνει η αεροσυνοδός και λέει:

«Ο πιλότος είπε ότι χάλασε ο ένας κινητήρας και έχουμε πολύ βάρος. Πρέπει να ξεφορτωθούμε κάθετι άχρηστο»

Πιάνει τότε ο χρυσαυγίτης τον Πακιστανό και τον πετάει έξω.

(Όχι! Πολύ προβλέψιμο... Κάτι άλλο πρέπει να γίνει.)

Βγαίνει, πανικόβλητη, η αεροσυνοδός και λέει:

«Ο πιλότος και ο συγκυβερνήτης λιποθύμησαν. Ξέρει κανείς να οδηγάει αεροπλάνο;»

«Εγώ», λέει ο Πακιστανός.

Μπαίνει στο πιλοτήριο και μόλις πιάνει το τιμόνι αντιλαμβάνεται ότι το αεροπλάνο βρίσκεται πάνω από την Αμερικανική Πρεσβεία.

(Άσε καλύτερα... Θα μας κατηγορήσουν για ρατσιστές ή τρομοκράτες, θα μας αποκλείσουν από τους αγώνες και δεν είναι συνετό τις μέρες που ζούμε να κάνεις αστεία με το Ισλάμ... Ας πιάσουμε καλύτερα τον Πόντιο.)

Βγαίνει, πανικόβλητη, η αεροσυνοδός και λέει:

«Υπάρχει κανένας Πόντιος στο αεροπλάνο;»

«Εγώ», λέει ο Πόντιος. «Τι θέλετε να κάνω;»

«Κάντε κάτι αστείο», λέει η αεροσυνοδός. «Γιατί ο τύπος που γράφει το ανέκδοτο έχει πάθει κατάθλιψη και, δεν τη γλιτώνουμε, θα μας καταρρίψει.»

Ξεκινάει τότε ο Πόντιος...

(Μπα... Ούτε αυτό είναι καλό... Τι να κάνει ο Πόντιος; Να πιάσει τον χρυσαυγίτη και να τον πετάξει από το αεροπλάνο; Κάτι τέτοιο θα έκανε πολλούς να χαμογελάσουν, αλλά δε θα ήταν αστείο... Κάτι άλλο πρέπει να βρω. Ίσως να προσθέσω ένα πρόσωπο... Να βάλω έναν Εβραίο; Αυτοί είναι πάντα καλοί χαρακτήρες για τα ανέκδοτα.)

Ήταν ένας χρυσαυγίτης, ένας Πακιστανός, ένας Πόντιος και ένας Εβραίος σε ένα αεροπλάνο που έπεφτε.

Βγαίνει, πάντα πανικόβλητη, η αεροσυνοδός και λέει:

«Ξέρει κανείς να οδηγάει αεροπλάνο;»

«Εγώ», λέει ο Εβραίος.

«Ελάτε γρήγορα», του λέει η αεροσυνοδός. «Ο πιλότος και ο συγκυβερνήτης λιποθύμησαν.»

«Δε γίνεται», λέει ο Εβραίος. «Είναι Σάββατο. Ποτέ δεν οδηγώ αεροπλάνα το Σάββατο.»

(Δεν αντέχω στο πειρασμό –κι ας γίνει το ανέκδοτο σαν θεατρική παράσταση. Θα βάλω άλλο ένα πρόσωπο.)

Σηκώνεται τότε από τη θέση του ο Αντώνης Σαμαράς και λέει:

«Δεν υπάρχουν Σάββατα.»

(...Και μετά; Να σηκωθεί από την άλλη η Μέρκελ και να πει ότι ματώνει η καρδιά της για τα χαμένα Σάββατα των Ελλήνων; Ή μήπως ο Στουρνάρας να ανακοινώσει ότι ο πιλότος και ο συγκυβερνήτης απολυθήκανε; Καλύτερα να συνεχίσουμε με τον Εβραίο.)

 

«Εγώ πάντως δεν οδηγάω», λέει ο Εβραίος και κάθεται πεισματωμένος στη θέση του.

«Εβραίοι! Θα γίνετε σαπούνια!» φωνάζει ο χρυσαυγίτης.

«Μαζί σου», του λέει ο Πακιστανός. «Θάνατος στους Σιωνιστές.»

(Και ο Πόντιος τι θα κάνει; Πρέπει να κάνει κάτι αστείο, κάτι άσχετο με τη «σοβαρότητα» της υπόθεσης... Κάτι απροσδόκητο...)

Ο Πόντιος παίρνει το λόγο:

«Αγαπητοί μου συνεπιβάτες», ξεκινάει να λέει με βαθιά φωνή. «Ζούμε μια εξαιρετικά δύσκολη κατάσταση. Αν δεν ενωθούμε το αεροπλάνο θα πέσει. Και ίσως ο Γελωτοποιός που γράφει αυτό το ανόητο ανέκδοτο να είχε στο μυαλό του μια αλληγορία: Ότι βρισκόμαστε όλοι στο ίδιο αεροπλάνο, στον ίδιο πλανήτη. Αν δεν ξεπεράσουμε τις ιδεολογικές μας διαφορές, αν δεν παραμερίσουμε τις έχθρες και τις πεποιθήσεις μας, το αεροπλάνο, η Ελλάδα, η Ευρώπη, ο πλανήτης, θα καταποντιστούν στους ωκεανούς της αδιαλλαξίας μας. (Πολύ ποιητικό αυτό!)... Ο άνθρωπος, στις πιο δύσκολες στιγμές (εδώ να παίζει και μια επιβλητική-κινηματογραφική μουσική, ίσως αυτή που είχε γράψει ο Vangelis για το Χριστόφορο Κολόμβο: «Τατα τατα, τατα τα τατα...» Που είχαμε μείνει; Α, ναι, μιλούσε ο Πόντιος...) στις πιο δύσκολες στιγμές, λέω, έβρισκε πάντα τον τρόπο να ανταπεξέλθει στις δυσκολίες για να επιβιώσει... Μπορούμε να τα καταφέρουμε, αρκεί να είμαστε μαζί... Together we stand, divided we fall

 

Πρώτος, με δάκρυα στα μάτια, ξεκινάει να χειροκροτάει ο χρυσαυγίτης. Ένας-ένας, όλοι οι επιβάτες σηκώνονται όρθιοι και χειροκροτούν.

«Θα οδηγήσω το αεροπλάνο... Κι ας είναι Σάββατο», λέει ο Εβραίος.

Χειροκροτούν κι αυτόν.

«Δεν πρόκειται να βρίσω ξανά Σιωνιστή ή Αμερικάνο», λέει ο Πακιστανός και αγκαλιάζει τον Εβραίο.

«Ούτε κι εγώ να ξανακτυπήσω λαθρομετανάστη», λέει ο χρυσαυγίτης. «Θα σας έχω σαν αδέλφια μου πλέον»

Αγκαλιάζει τον Πακιστανό και τον Εβραίο. Μετά, αφού σκουπίσει τα μάτια του λέει:

«Και για απόδειξη, θα σου δώσω να παντρευτείς την αδελφή μου... Μαρία!» Τον πλησιάζει η αεροσυνοδός. «Δε θα σε πιέσω, αφού είσαι ελεύθερη να διαλέξεις τον άντρα που θέλεις... Αλλά θα ήθελες να παντρευτείς τον αδελφό μου, τον Πακιστανό;»

«Φοβόμουν να στο πω, Νίκο, αλλά τον αγαπάω και κουβαλάω το παιδί του στα σπλάχνα μου», λέει η αεροσυνοδός.

«Θα σας παντρέψω εγώ, στο αεροπλάνο», λέει ο πιλότος που πλησιάζει την ομήγυρη.

Όλοι τον κοιτούν με απορία.

«Ο συγκυβερνήτης οδηγάει», λέει αυτός. «Ο κινητήρας διορθώθηκε.»

Όλοι χειροκροτούν. Ο Πακιστανός φιλάει τρυφερά τη Μαρία και ο χρυσαυγίτης αγκαλιάζει τον Εβραίο.

(Τώρα χρειάζεται μια ανατροπή...ένα δραματικό απρόοπτο … Πολύ γλυκανάλατοι γίναμε, χειρότεροι και από τούρκικη σαπουνόπερα.)

«Εγώ θα σας γαμήσω ούτως ή άλλως», φωνάζει ο Σαμαράς. Ανοίγει το κουστούμι του. Είναι ζωσμένος με δυναμίτες “made in Harvard”.

(Σίγουρα αυτό δεν είναι ανέκδοτο. Πιο πολύ με ταινία χαμηλού κόστους μοιάζει... Αλλά ας συνεχίσουμε, αφού τέλειωσε και ο αγώνας... Έχασε ο Ολυμπιακός, 1 – 2, έπαιζε με κάποια ξένη ομάδα.)

«Κανείς δεν μπορεί να νικήσει το όνειρο», ακούγεται μια φωνή από τις πίσω θέσεις.

Ο Τσίπρας τρέχοντας πέφτει πάνω στο Σαμαρά κι αρχίζουν να παλεύουν. Τον πηγαίνει ως την πόρτα και κοιτάει για μια τελευταία φορά πίσω του.

«Μην το κάνεις, Αλέξη», φωνάζει η Περιστέρα, από τις πίσω θέσεις.

«Για τα παιδιά μας... Και την Ελλάδα... Σε αγαπώ», λέει ο Τσίπρας πριν πέσει.

(Μου φαίνεται θα βάλω τα κλάματα.)

Ο Τσίπρας με το Σαμαρά πέφτουν από το αεροπλάνο σε αργή κίνηση. Ακούγεται ένα νυχτερινό του Σοπέν.

(Τύφλα να ‘χει ο Κιούμπρικ!)

 

Ο χρυσαυγίτης κοιτάει από το παράθυρο την πτώση. Μόλις ακούγεται η έκρηξη κάνει το σταυρό του και μονολογεί: «Τελικά, ήταν πατριώτης ο άπλυτος»

«Τώρα που τον ξεφορτωθήκαμε», ξεκινάει να λέει ο Πόντιος, «μπορούμε να χτίσουμε μια καινούρια Ελλάδα, έναν δίκαιο κόσμο»

(Αλλά στις ταινίες τρόμου το τέρας πάντα επιστρέφει.)

Από τις πίσω θέσεις (πόσες πίσω θέσεις έχει αυτό το γαμημένο αεροπλάνο;) σηκώνεται ο Βενιζέλος.

«Θα σας γαμήσω εγώ... Ούτως ή άλλως.»

Σηκώνει το πουκάμισο του και... Ω, της έκπληξης! Αυτό που τόσο καιρό νομίζαμε για λίπος δεν είναι παρά δυναμίτες.

«Εγώ δεν ήξερα τίποταααα», ακούγεται μια φωνή από... (Ξέρετε από που.) Από τις πίσω θέσεις.

Η Βίκυ Τσοχατζοπούλου (αλήθεια, τι κάνει αυτή;), που πήρε μια μικρή άδεια λόγω ψυχολογικών προβλημάτων και αποφάσισε να πεταχτεί στο Παρίσι για να ψωνίσει τετράδια για τα παιδιά της, πέφτει πάνω στο Βενιζέλο και τον ρίχνει από το αεροπλάνο.

«Μην το κάνεις!» της φωνάζει ο Άκης (από τις πίσω θέσεις). «Μας χρωστάει λεφτά.»

Πάλι το Νυχτερινό του Σοπέν, πάλι έκρηξη, πάλι κάνουν όλοι το σταυρό τους.

(Και τώρα τι να γίνει; Να βγει και ο Κουβέλης ζωσμένος με δυναμίτες και να φωνάζει: «Μου είχατε υποσχεθεί ότι θα γίνω πρόεδρος της δημοκρατίας!» Και να τον σταματάει η Παπαρήγα; Ή μήπως να εμφανίζεται ο πως-τον-είπαμε-τον-πρόεδρο-των-Ανεξάρτητων-Ελλήνων και να ρωτάει που είναι η τουαλέτα; Ή μήπως να κάνει ο Πόντιος κάτι αστείο; Κάτι απροσδόκητο; Ούτως ή άλλως το ανέκδοτο... γαμήθηκε. Ας το πάρουμε από την αρχή...)

Ήταν ένας χρυσαυγίτης, ένας Πακιστανός και ένας Πόντιος...Σε ένα αεροπλάνο που έπεφτε...

(Σας το είπα ότι αυτό είναι –πιθανότατα- το χειρότερο κείμενο του Γελωτοποιού... Αλλά το διασκέδασα!!!)

[ΠΗΓΗ: Γελωτοποιός http://sanejoker.blogspot.gr/  ]