Τετάρτη, 31 Οκτωβρίου 2012

Αναζητώντας κριτική σκέψη στην εκπαίδευση (ή ψύλλους στα άχυρα;)

Ρητορικές ερωτήσεις κρίσεως σε μια εποχή που η κεκτημένη νοοτροπία γνωστικού κατακερματισμού παράγει πνευματική απροθυμία απέναντι στη νέα γνώση, ενώ η κριτική σκέψη θεωρείται συχνά ως πνευματική πολυτέλεια και εκτιμάται ως αρετή μόνο από τους λεγόμενους «σπασίκλες»


Αν μου είχε συμβεί μόνο μια φορά, θα μπορούσα και να το διηγούμαι σαν ανέκδοτο. Δυστυχώς, πρόκειται για καθιερωμένη φαινομενολογία, τόσο που τείνει πια μάλλον να εκλαμβάνεται ως κανονικότητα, παρά να αντιμετωπίζεται ως παθογένεια...

Η σκηνή στην αίθουσα διδασκαλίας. Οι φοιτητές διαβάζουν θέματα εξετάσεων που μόλις τους έχουν δοθεί, και καλούνται να διατυπώσουν τυχόν απορίες. Κάποια στιγμή, ένας εξ αυτών (εκπροσωπώντας πιθανότατα και αρκετούς άλλους) σηκώνει το χέρι για να κάνει την εξής ερώτηση: «Στο δεύτερο θέμα, θέλετε εκείνα που γράφει το βιβλίο πάνω δεξιά όπως το κοιτάζουμε, ή αυτά που γράφει κάτω απ’ το σχήμα στην απέναντι σελίδα;»

Το μήνυμα είναι σαφές και άκρως ανησυχητικό: σε πολλούς φοιτητές (αν όχι στους περισσότερους) η «φωτογραφική» απομνημόνευση λειτουργεί ως βολικό υποκατάστατο της δημιουργικής κριτικής σκέψης. (Συχνά πειράζω τους μαθητές μου λέγοντάς τους πως ο όρος «ερώτηση κρίσης» πήρε το όνομά του από το γεγονός ότι παθαίνουν κρίση όταν τους τίθενται τέτοια ερωτήματα!) Στενά σχετιζόμενο με τα παραπάνω είναι και το φαινόμενο της πνευματικής απροθυμίας απέναντι στη νέα γνώση.

Δεν είναι λίγες οι φορές που καλούμαι να απαντήσω στις έντονες ενστάσεις των πρωτοετών μου ότι «δεν μας δίδαξαν το τάδε θέμα με τον ίδιο τρόπο στο Λύκειο». Για να γίνω πιο συγκεκριμένος, ποιος ο λόγος να διδάσκω (ακόμα και σε στοιχειώδες επίπεδο) τον μαθηματικό φορμαλισμό της Μηχανικής, αφού στο σχολείο διδάχθηκαν πως Φυσική και Μαθηματικά είναι δύο ξεχωριστά μαθήματα!

Είναι προφανές ότι οι σπουδαστές εισάγονται στις ανώτατες σχολές μεταφέροντας μια κεκτημένη νοοτροπία γνωστικού κατακερματισμού, με ελάχιστα ανεπτυγμένη την ικανότητα της σύνθεσης. Έτσι, η «παπαγαλία» τείνει να εκλαμβάνεται από αυτούς ως δόκιμη και φυσιολογική παιδαγωγική μέθοδος, ενώ η κριτική σκέψη θεωρείται συχνά ως πνευματική πολυτέλεια που εκτιμάται ως αρετή μόνο απ’ τους «σπασίκλες»! Γνωρίζω τις αντίξοες συνθήκες μέσα στις οποίες οι φιλότιμοι εκπαιδευτικοί των πρώτων βαθμίδων της Εκπαίδευσης αγωνίζονται να ασκήσουν το λειτούργημά τους.

Γνωρίζω ακόμα ότι οι γονείς αναλαμβάνουν όλο και λιγότερο τις ευθύνες που τους αναλογούν ως φυσικοί παιδαγωγοί. Αντιλαμβάνομαι, τέλος, ότι οι νέες γενιές εμφανίζονται σήμερα πιο δύσκολα ελέγξιμες, πιο σκληρές, πιο εγωκεντρικές. Όμως, είναι ευθύνη όλων μας να σταματήσουμε αυτή την «κρεατομηχανή» που παράγει τυποποιημένη γνώση δίχως κριτική σκέψη... Που κάνει τα παιδιά να μοιάζουν όλο και περισσότερο με τα ίδια τα κομπιούτερ που με αξιοθαύμαστη επιδεξιότητα χειρίζονται!

Εκτός, βέβαια, αν προσχωρήσουμε στην δαιμονική πεποίθηση ότι όλα αυτά γίνονται μεθοδευμένα, στο πλαίσιο κάποιας σκοτεινής «παγκόσμιας συνωμοσίας» που θέλει άτομα χωρίς κρίση ώστε να υποτάσσονται ευκολότερα στο «σύστημα»! Όσο κι αν μια τέτοια θεωρία θα με απενοχοποιούσε (εν μέρει, τουλάχιστον) ως εκπαιδευτικό, διαχέοντας τις ευθύνες μου σε αόρατες δυνάμεις, θα παραμείνω στη ρομαντική άποψη ότι το ανθρώπινο πνεύμα είναι ελεύθερο και αυτεξούσιο. Αρκεί να του δείξουμε, στο κρίσιμο στάδιο της αφύπνισής του, τις σωστές οδικές πινακίδες!

[ΠΗΓΗ: Κώστας Παπαχρήστος, Βήμα της Κυριακής]

Τρίτη, 23 Οκτωβρίου 2012

Αυτό που δεν ήξερε ο Μηνάς, αγόρι σε αναβράζουσα εφηβεία, ήταν πως η απύλωτη ειλικρίνεια δεν αποτελεί ρητορικό πλεονέκτημα, αλλά πολιτικό μειονέκτημα…


Θα σας μεταφέρω την απόφαση του δεκαπενταμε­λούς συμβουλίου, άρχισε τον πρόλογο η πρόεδρος του Λυκείου. Θα θέλαμε να εγκρίνετε την πραγματοποίηση ημε­ρίδας στο σχολείο μας με θέμα την παγκόσμια οικονομική κρίση... [Προδημοσίευση από το καινούργιο μυθιστόρημα της Σοφίας Νικολαΐδου «Χορεύουν οι ελέφαντες», στο οποίο η συγγραφέας ακτινογραφεί τη δολοφονία του αμερικανού δημοσιογράφου Πολκ και την άδικη καταδίκη του Γρηγόρη Στακτόπουλου αναδεικνύοντας όλες τις ανθρώπινες και κοινωνικές πτυχές ενός μείζονος πολιτικού γεγονότος]


[ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ]

Η παιδαγωγική συνεδρίαση άρχιζε στις έξι ακριβώς. Οι κα­θηγητές καθόντουσαν σε ομάδες, φλυαρούσαν ανέμελα, κάποιοι γελούσαν σκύβοντας στον διπλανό συνωμότη, ορι­σμένοι έπλητταν επιδεικτικά. Ο διευθυντής ήταν ακόμη στο γραφείο του κι ανακάτευε τα χαρτιά του. Η υποδιευθύντρια –ένα κεφτεδάκι με λεπτά πόδια και κοριτσίστικη κοτσίδα, που τραγουδούσε αντάρτικα στα μεγάλα κέφια και χαμογε­λούσε σε όλους προκειμένου να κάνει τη δουλειά της– είχε λάβει τη θέση της. Κοίταξε τις φατρίες απέναντί της.

Οι μαθητοπατέρες, οι συνδικαλίζοντες, οι αποσπασμέ­νοι που προσπαθούσαν να γλιτώσουν τα σκάγια, οι αυστη­ροί με τους άλλους μα ποτέ με τον εαυτό τους, οι πάντα σιωπηλοί και υπομένοντες, οι αναιτίως ξινισμένοι, οι ενο­χλητικά ομιλητικοί και αλαζόνες, οι πολιτικώς πράττο­ντες, οι ουδετερόφιλοι. Όλοι εναντίον όλων και όλοι μαζί με όλους, όταν επρόκειτο για τα καλά και συμφέροντα. Στην άκρη αριστερά, με την πλάτη της καρέκλας κολλημέ­νη στον τοίχο, ο Σουκιούρογλου. Βιβλίο στα γόνατα, ν’ απασχολεί το βλέμμα και τα χέρια του. Το κρατούσε σκοπίμως ανοιχτό, γυρνούσε τις σελίδες με ρυθμό, Κύριος οίδε αν το διάβαζε.

– Σ’ αυτή τη συνεδρίαση, κατ’ εξαίρεση, θα παραστούν εκπρόσωποι των μαθητών, δήλωσε ο διευθυντής μόλις μπήκε.

Η πόρτα άνοιξε και μπήκαν τα παιδιά. Οι εκπρόσωποι του Γυμνασίου αμήχανοι, περίμεναν να βολευτούν οι λυ­κειόπαιδες κι ύστερα πήραν θέση. Κάθισαν στο κέντρο του κύκλου, έκθετοι στα βλέμματα όλων. Θέση επιλεγμένη σκοπίμως από τη διεύθυνση, θα έλεγαν αργότερα οι γνώ­στες. Ο πρόεδρος του Γυμνασίου με ιδρωμένες παλάμες, τις σκούπιζε στο παντελόνι του. Οι εκπρόσωποι του Λυ­κείου με τα μπλοκάκια τους κι ετοιμοπόλεμο ύφος. Οι κοπέλες σταύρωσαν τα πόδια επιδεικτικά. Η στάση τους σχολιάστηκε από τους παλαίμαχους εκπαιδευτικούς, πα­ρόλο που δεν εκτοξεύτηκε μομφή. Αρκούσαν όμως τα βλέμματα.

Την άλλη μέρα κάποιοι θα τις υπερασπίζονταν, παιδιά είναι, δεν ξέρουν πώς να σταθούν, πού να βάλουν τα πόδια τους, αλλά οι περισσότεροι γνώριζαν πως η γλώσσα του σώμα­τος μιλάει, ενίοτε φωνασκεί, πάντως δηλώνει τις κρυμμέ­νες προθέσεις. Το χειρότερο ήταν που ο Μηνάς Γεωργίου, ένα και ενενήντα πέντε ύψος, άπλωσε τα κανιά με τα άρβυλα κάτω από την καρέκλα του μπροστινού, οι σόλες βγήκαν μπροστά, σχεδόν τους κορόιδευαν, γιατί είχαν ζω­γραφισμένα κόκκινα χαμόγελα στο λαστιχένιο πέλμα. Κά­ποιοι αλαφιάστηκαν, μερικοί πίστεψαν πως ήταν άλλη μια βλακώδης επιταγή εφηβικής μόδας, από εκείνες που διαρ­κούν μισή σεζόν. Ο Μηνάς παρακολουθούσε τη σύναξη με το αδρανές χαμόγελο που παίρνουν τα παιδιά όταν θέλουν να ξεφορτωθούν τους ενήλικες.

Ο διευθυντής έλεγξε το χαρτί με τα θέματα. Όρθιος, πε­ρήφανος για τα δημοκρατικά του αντανακλαστικά, τα οποία ορισμένοι κακόπιστοι ονόμαζαν ανενδοίαστα ανευ­θυνότητα, έδωσε τον λόγο στους μαθητές.

– Θα σας μεταφέρω την απόφαση του δεκαπενταμε­λούς συμβουλίου, άρχισε τον πρόλογο η πρόεδρος του Λυκείου. Θα θέλαμε να εγκρίνετε την πραγματοποίηση ημε­ρίδας στο σχολείο μας με θέμα την παγκόσμια οικονομική κρίση...

Δεν πρόλαβε να τελειώσει τη φράση της κι απλώθηκε σούσουρο στον σύλλογο των καθηγητών. Κάποιοι κάγχα­σαν επιδεικτικά.

– Αφήστε τις βλακείες κι αρχίστε να διαβάζετε, έπο­νται διαγωνίσματα, ψιθύρισε στον διπλανό του κάποιος.

Ορισμένοι όμως συγκατένευαν, ενθάρρυναν τα παιδιά με βλέμματα, ήταν φανερό πως ένας δυο τα είχαν δασκα­λέψει στα διαλείμματα. Ανάμεσά τους κι εκείνη η ξερα­κιανή φυσικός, το παλαιοφρικιό, όπως τη φώναζαν οι κα­λοί συνάδελφοι πίσω απ’ την πλάτη της, παίρνοντας αφορμή από το αχτένιστο μαλλί και τα βυσσινί άρβυλα. Αυτή δεν ήταν που ξεσήκωσε τα παιδιά, τα έβγαλε από την τάξη σε ώρα μαθήματος και τα συνόδεψε πέρυσι στην πορεία; Κάποιοι τραβούσαν ήδη τον γιακά τους, που ήρθαν τα νιάνιαρα να εκφράσουν ανερυθρίαστα πολιτική βούλη­ση, τρομάρα τους.

Οι μαθητές ψέλλισαν πως μια ημερίδα με εισηγήσεις οικονομολόγων, κοινωνιολόγων και νομικών θα απέβαινε μαθησιακά ωφέλιμη.

– Εμείς, κύριε, θα υποστούμε την κρίση, πρόσθεσε ο εκπρόσωπος του Γυμνασίου ψιθυριστά, μπορεί και ικε­τευτικά, στον διευθυντή του σχολείου.

– Να τελειώνει η συζήτηση, παρενέβη ο χημικός που είχε στις οκτώ ιδιαίτερο και βιαζόταν να φύγει.

– Να μας προτείνετε εισηγητές, πέταξε μια φιλόλογος ειρωνικά.

Οι μαθητές την κοίταξαν άναυδοι.

– Αμ, η ημερίδα θέλει δουλειά, τι νομίσατε, αναφώνησε περήφανη.

– Δικαιολογίες για να χάσουν μάθημα, σχολίαζαν σκω­πτικά οι περισσότεροι.

Οι καθηγητές γνώριζαν πως οι διαβουλεύσεις με τον διευ­θυντή έδιναν κι έπαιρναν τις τελευταίες μέρες στο γρα­φείο. Τα παιδιά υπόσχονταν πως δεν θα επιτρέψουν κατά­ληψη. Είχαν βάλει μυαλό από πέρυσι. Τότε που οι εξωσχο­λικοί μπαινόβγαιναν ανενόχλητοι, και τα κλεμμένα κομπιούτερ του σχολικού εργαστηρίου πουλιόντουσαν στους πεζόδρομους του κέντρου. Κάτι τζιμάνια τα έβγαζαν από σκισμένα χαρτόκουτα και τα πουλούσαν κοψοχρονιά, αφού πρώτα τα κομμάτιαζαν. Μια μητρική πλακέτα στη Μελενίκου, ένα ολοκαίνουργιο πληκτρολόγιο στην Άθω­νος. Τρεις μήνες μετά την κατάληψη διδάσκονταν πληρο­φορική στον πίνακα, θεωρητικά. Αν δεν φρόντιζε ένας πα­τέρας, τραπεζικός με άκρες παντού, να διασφαλίσει χορη­γία τράπεζας που άλλαζε εξοπλισμό, ακόμη θα σχολίαζαν ιστότοπους με χαρτί και μολύβι.

– Όλα τα σχολεία στη γειτονιά έχουν κατάληψη, είχε δηλώσει η πρόεδρος, η Ντινοπούλου, με το γνωστό της μπλαζέ ύφος, τρεις μέρες πριν από την παιδαγωγική συ­νεδρίαση. Μας κοροϊδεύουν, αποκάλυψε στον διευθυντή.

– Σας λένε φλώρους, ε; ρώτησε ο διευθυντής, για να δείξει ότι κάτι ξέρει κι αυτός από μαθητικό λεξιλόγιο.

– Ε, κάπως έτσι, μουρμούρισε η πρόεδρος.

Πώς να αναμεταδώσει στον διευθυντή τις βρισιές με τις οποίες τους έλουζαν οι μαθητές των γύρω σχολείων; Σύνθετες λέξεις, ακατονόμαστες επινοήσεις που συνο­δεύονταν από κινήσεις χεριών, λικνίσματα λεκάνης κι αδέσποτους ήχους που μιμούνταν θαυμάσια τα πλατσου­ρίσματα, τα βογκητά και τις αιφνίδιες εγχύσεις. Ο κύριος διευθυντής ήταν βαθιά νυχτωμένος, αν πίστευε ότι η λέξη φλώρος ήταν ό,τι χειρότερο μπορούσαν να τους προσά­ψουν οι χλέμπουρες του κέντρου.

–Τέλος πάντων, επανήλθε η πρόεδρος, σκεφτήκαμε ότι μπορούμε να διοργανώσουμε μια ημερίδα.

– Ή διημερίδα, τη σκούντησε ο Μηνάς που ήταν πα­ρών στη συζήτηση.

– Ή διημερίδα, πρόσθεσε ανόρεχτα η πρόεδρος.

– Έτσι, θα χάσουμε δυο μέρες μάθημα, αλλά με την άδεια σας, πρόσθεσε με ειλικρίνεια ο Μηνάς για να τελειώνει η βαρετή συνάντηση. Οι μαθητές θα είναι ευχαριστημένοι, γιατί ο βασικός στόχος θα επιτευχθεί, οι γονείς θα είναι ευ­χαριστημένοι γιατί η διημερίδα για την κρίση ακούγεται μαθησιακά πιο σκόπιμη από μια κατάληψη. Όλοι θα είμα­στε ευτυχείς που το σχολείο δεν θα πάθει τίποτα, έκλεισε την παρέμβασή του απολύτως ικανοποιημένος.

Αυτό που δεν ήξερε ο Μηνάς, ίσως επειδή ήταν αγόρι σε αναβράζουσα εφηβεία, και που το ήξερε η πρόεδρος, ίσως επειδή ήταν κορίτσι που θήτευσε στα απουσιολόγια, ήταν πως η απύλωτη ειλικρίνεια δεν αποτελεί ρητορικό πλεονέκτημα, αλλά πολιτικό μειονέκτημα – με την ευρεία έννοια του όρου, θα έσπευδε να διευκρινίσει. Κι ενώ, όπως πίστευε η πρόεδρος, θα μπορούσαν να πάρουν το οκέι του διευθυντή και να τελειώνουν με μια συμφωνία στα γρήγο­ρα, τώρα άκουγαν ότι θα έπρεπε να παραστούν στη συνε­δρίαση του συλλόγου. Εκεί θα έθεταν την πρότασή τους σε ψηφοφορία.

Μισή ώρα το έστρωνε με τη μασιά. Πήγε κάτι να πει, αλλά το κατάπιε. Θα έχανε τη διδασκαλία του σουπίνου. Τίποτα δεν θα μπορούσε να αναπληρώσει τις χαμένες της εργατοώρες.

Ο Μηνάς παρακολουθούσε τον χορό του σκουληκιού. Μι­κρό όσο το νύχι του, σε χρώμα βρομί κι ευλύγιστη ουρά που γύρναγε εδώ κι εκεί σαν τηλεσκόπιο. Άρχισε τα ακρο­βατικά πάνω στο φύλλο. Κρεμόταν απ’ την πράσινη άκρη, τραμπαλιζόταν πέρα δώθε, το διασκέδαζε.

– Λοιπόν; Τι είπε ο διευθυντής για την ημερίδα; ρώτη­σε τον Μηνά ένα πρωτάκι. Απ’ αυτά που γυρνούν σαν την άδικη κατάρα στο διάλειμμα και ψάχνουν παρέα.

– Θα δούμε, άφησε την αμφιβολία να πλανάται ο Μη­νάς κι επέστρεψε στο σκουλήκι.

Ο Σπύρος, ένας κοκαλιάρης στούμπος με γυαλιά και χέρια που δεν ήξερε πού να τα βάλει, κοντοστάθηκε. Κα­λύτερα να τον έβλεπαν οι άλλοι με τον Μηνά, παρά μόνο του. Στις εκλογές του δεκαπενταμελούς ο μικρός είχε τολ­μήσει να βάλει υποψηφιότητα, μάλιστα είχε φωτοτυπήσει τις προτάσεις του και τις μοίρασε στη σχολική συνέλευση. Κάτι θυμόταν ο Μηνάς για εργαστήρια ρομποτικής και ομάδα κινηματογράφου. Άκουγε που κακάριζαν οι συμμαθήτριες. Ο μικρός, απτόητος, ανέβηκε στην εξέδρα να τον βλέπουν όλοι.

– Το ξέρω πως δεν σας γεμίζω το μάτι, ξεκίνησε τον λόγο του. Είμαι και κουτσός, βιάστηκε να προσθέσει δεί­χνοντας το πόδι του. Σήκωσε το μπατζάκι της φόρμας του απροειδοποίητα. Μπανταρισμένος σίδερα ως το γόνατο.

– Χαζό είναι, σχολίασε η Ντινοπούλου. Όμως ο Μηνάς χειροκρότησε.

Από τη μέρα εκείνη, όποτε ο μικρός έβλεπε τον Μηνά στην αυλή, γινόταν κολλητσίδα. Η Ντινοπούλου δεν τον άφηνε σε χλωρό κλαρί, σε είδα πάλι με τον κολλητό σου, τον πείραζε, εκείνος απαξιούσε.

– Λοιπόν; προσπάθησε να παραστήσει τον άνετο ο μι­κρός. Πώς σου φαίνονται οι καθηγητές;

– Είναι κι αυτοί μορφή ζωής, απάντησε στωικά ο Μη­νάς κι επέστρεψε στο σκουλήκι.

Ο Χριστός δίδαξε και πέθανε Οι καθηγητές μας τι περιμένουν;

Το σύνθημα γράφτηκε το βράδυ πριν από την παιδαγωγι­κή συνεδρίαση, όπως κατήγγειλαν στη διεύθυνση οι πε­ρίοικοι. Τηλεφώνησε στις οκτώ το πρωί ο ένοικος που έμενε απέναντι. Εδώ και χρόνια προσφερόταν ευγενικά να σβήνει με την μπατανόβουρτσα συνθήματα από τους τοίχους του σχολείου. Δεν έπαιρνε λεφτά, ο διευθυντής κατάφερε με την επιμονή του να πληρώνουν ίσα ίσα τα χρώματα. Όμως τον τελευταίο καιρό έδειχνε όλο και λιγό­τερο πρόθυμος, ώσπου αποκάλυψε ότι δεχόταν απειλητι­κά τηλεφωνήματα για να σταματήσει. Ο ανθρωπάκος είχε φοβηθεί. Αυτός πήγε να κάνει το καλό, όχι και να βρεθεί μπλεγμένος στα καλά καθούμενα. Στάθηκε αδύνατον να τον μεταπείσουν. Τα συνθήματα πύκνωναν στους εξωτε­ρικούς τοίχους.

Στον σύλλογο συζήτησαν σοβαρά την πρόταση ψυχία­τρου γονέα, που δούλευε στη Σταυρούπολη, να φέρει με­ρικούς τροφίμους, ακίνδυνους, βεβαίως ακίνδυνους, να ευ­πρεπίσουν την πρόσοψη. Η λύση ακουγόταν ανέξοδη. Φαινόταν εφικτή. Όμως ποιος διευθυντής θα έπαιρνε την ευθύνη να παραδεχτεί στους γονείς, που όλοι ήξεραν τι φάρα είναι, ότι θα έβαφαν το σχολείο που φοιτούν τα κα­μάρια τους τρελοί με τη βούλα;

Οπότε οι τοίχοι γέμιζαν συνθήματα. Τα λούκια έτρεχαν, πότιζαν τους εύθρυπτους σοβάδες κι αυτοί ξεφλούδιζαν. Οι τρελοί έμεναν κλεισμένοι στη Σταυρούπολη, ο μόνος που τους είχε δει ήταν ο Μηνάς. Ο Μηνάς που είχε πατέρα δημοσιογράφο κι είχε το ελεύθερο να επισκέπτεται απαγορευμένους χώρους. Ο Αναστάσιος Γεωργίου μπορεί να ήταν κέρβερος στη δουλειά, αδέκαστος και συνεπής έως αηδίας, έβρισκε όμως λογικό να κανονίζει την είσοδο του φιλοπερίεργου γιου σε απαγορευμένους χώρους – χωρίς βεβαίως να το ξέρει η μαμά. Ο πατέρας Γεωργίου πίστευε ακράδαντα πως αυτό ήταν μια άτυπη, πάντως σοβαρότατη, κοινωνική εκπαίδευση. Όταν την πρότεινε το παιδί, επικρότησε.

Έτσι, ο Μηνάς επισκέφθηκε τη Σταυρούπολη. Παρακο­λούθησε εξέταση φρενοβλαβούς στο αμφιθέατρο, παρέα με ειδικευόμενους γιατρούς. Ο άνθρωπος που στεκόταν απέναντί τους ζούσε σε μια καλοχτισμένη ατομική πραγματικότητα. Κανείς δεν μπορούσε να την κλονίσει. Να, για παράδειγμα εκείνος ο γαλλοθρεμμένος, στα δεξιά. Φορού­σε την άσπρη ρόμπα του ειδήμονα, όμως δεν έδειχνε κα­λύτερα από τον εξεταζόμενο.

Η λογική, κατέληξε το παιδί παρακολουθώντας την εξέταση, ήταν ένα φτωχό εργαλείο στα χέρια επίμονων ανθρώπων που λέγονταν γιατροί. Οι πιο πολλοί πρώτα έπαιρναν τις αποφάσεις τους κι ύστερα έψαχναν τα επι­χειρήματα να τις στηρίξουν. Κι αυτό το αποκαλούσαν σο­βαρότατα κοινή λογική.

Βγαίνοντας πρόσεξε μια τρόφιμο στην αυλή. Στο δι­πλανό παγκάκι ένας νοσοκόμος δεν άφηνε τη γυναίκα από τα μάτια του. Ποιος ξέρει, σκέφτηκε, αυτή εδώ μπορεί να σκότωσε άνθρωπο. Δεν του είχαν πει πως τους φονιάδες τους κρατούσαν στο υπόγειο. Τους κλείδωναν, τους χαπά­κωναν γερά και δεν τους έβγαζαν ποτέ έξω.

Ο μπαμπάς του Μηνά έχαιρε εκτίμησης στον κλάδο του. Δημοσιογράφος άλλης εποχής, σχολίαζαν όσοι συνεργάστη­καν μαζί του. Βαθιά μορφωμένος, τους εντυπωσίαζε όχι με ανερμάτιστες γνώσεις, αλλά με τη στέρεα σκέψη του ανθρώπου που έχει αφιερώσει χρόνια στη μελέτη. Ήξερε να κατευθύνει τους ρεπόρτερ, έδινε σαφείς εντολές, περ­νούσε από κόσκινο τα θέματα. Είναι καθαρός, αυτό σου έλε­γαν πρώτα πρώτα για τον Γεωργίου. Στις συνελεύσεις της Ε.Σ.Η.Ε.Μ.­Θ. σώπαιναν για να τον ακούσουν. Ο λόγος του μετρούσε σε εχθρούς και φίλους. Είχε περάσει από υψη­λές διευθυντικές θέσεις, όμως δεν μετακόμισε στο Πανό­ραμα. Όταν η προηγούμενη εκδότρια του πέταξε ότι καλό θα ήταν να αλλάξει αυτοκίνητο, δεν μπορεί διευθυντής της εφημερίδας της να κυκλοφορεί με σιτροενάκι, ο Γεωρ­γίου άστραψε και βρόντησε. Η εκδότρια δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει τη φράση της. Είχε σκοπό να του προσφέρει ένα πολύ αξιοπρεπές SAAB, άλλες εποχές τότε, το χρήμα έρρεε, όμως δεν τόλμησε να συνεχίσει. Το σιτροενάκι έμει­νε το σήμα κατατεθέν του.


Η είδηση ήταν το αφιόνι του. Τη μύριζε σαν το σκυλί, από απόσταση. Ακόμα και τα τελευταία χρόνια που κατεί­χε υψηλές επιτελικές θέσεις και ορισμένοι είχαν αρχίσει να φοβούνται τις πλάτες του, δεν ξέκοψε από το ρεπορτάζ. Άρχιζε τα τηλέφωνα από το πρωί. Το κινητό του χτυπούσε ασταμάτητα κι αυτός το σήκωνε, γιατί ποτέ δεν ξέρεις. Εφη­μεριδάκιας. Μύριζε το φρεσκοτυπωμένο μελάνι, χάιδευε το χαρτί. Στο σπίτι δεν άγγιζε τις εφημερίδες που ξεφύλλι­ζε η γυναίκα του η Τέτα, γιατί του ανακάτευε τα ένθετα και μπέρδευε τις σελίδες. Το έλεγε για να την πειράξει, αλλά το πίστευε.

Κι ενώ σε μια πρώτη επαφή έδειχνε προσηνής και ευπροσήγορος, καλό παιδί, όπως το έθετε η γιαγιά Ευθαλία, που τον ήξερε από την καλή και την ανάποδη, δεν δίσταζε να σηκώσει τ’ άρματα, όταν το απαιτούσε η περίσταση. Κι αυτό γινόταν ιδίως στις συσκέψεις. Οι από κάτω πρέπει να ξέρουν πως τους κυβερνά σταθερό χέρι ήταν το μότο του. Γάβγιζε στους αρχισυντάκτες. Μία ευυπόληπτη συντάκτρια μά­λιστα θεάθηκε να κλαίει στην τουαλέτα ύστερα από μια κρίσιμη συνάντηση. Πάντως τη δουλειά του την έκανε και, όπως μαρτυρούσαν οι ειδήμονες, την έκανε καλά.

Είχε λόγο σε όλα. Από το πρωτοσέλιδο ως τις λεζάντες. Τίποτε δεν του ξέφευγε, ξεκοκάλιζε την εφημερίδα, ακόμα και τα ωροσκόπια, που αποκαλύφθηκαν πατρόν. Ορισμέ­νοι σχολίασαν την ασημαντότητα του θέματος, όμως τους κόπηκε το γέλιο στη μέση. Μ’ αυτά και μ’ αυτά, τον υπολήπτονταν. Ήταν παρών στα δύσκολα, κρατούσε τιμόνι, δεν άφηνε ακάλυπτους τους συνεργάτες του. Ήξερε ποιος δουλεύει και ποιος ξύνεται. Επιβράβευε φωναχτά και δη­μόσια. Αν χρειαζόταν, έκανε τον απρόσεχτο σκουπίδι στο γραφείο του.

Ζούσε με χρόνια υπερκόπωση. Γυρνούσε αργά, έφευγε νωρίς. Πίστευε ότι τα ισορροπεί όλα. Ώσπου η Τέτα, τη χρονιά που ο Μηνάς ήταν προνήπιο, κάθισε ένα βράδυ στον καναπέ του σαλονιού και τον περίμενε. Άνοιξαν κρα­σί κι η Τέτα του ανακοίνωσε:

– Σήμερα το πρωί, την ώρα που πήγαινα το παιδί στο σχολείο, με ρώτησε: Μαμά, έχει πεθάνει ο μπαμπάς; Ήθελε να ξέρει αν ζεις, επανέλαβε. Έχει να σε δει πέντε μέρες.

Ακούμπησε το ποτήρι της στο τραπέζι, χωρίς να πιει γουλιά.

– Κανόνισε την πορεία σου, προειδοποίησε.

Από τη μέρα εκείνη ο Γεωργίου έβαλε πρόγραμμα να αφιερώνει στον Μηνά τα Σάββατα. Πήγαιναν οι δυο τους στον ζωολογικό κήπο, στα μουσεία, στα πάρκα. Έτρωγαν οι τρεις τους στην τραπεζαρία με το καλό σερβίτσιο και τραπεζομάντιλο. Ψητό της κατσαρόλας, ρύζι στο φορμάκι, σάλτσα με τριμμένο καρότο, πατάτες τηγανητές. Ο κόσμος να γυρνούσε ανάποδα, δεν χαλάλιζε Σάββατο για δουλειά. Το είπε και το κράτησε.

Παρακολουθούσε το παιδί που μεγάλωνε. Να η φωτογραφία με τον κουτσοδόντη Μηνά στο ψυγείο. Χιονάν­θρωπος στη χριστουγεννιάτικη γιορτή της Α Δημοτικού. Το ραβασάκι που βρήκε στην τσάντα του η μαμά, γραμμέ­νο από συμμαθήτρια, με το επιτακτικό ερώτημα «Μηνά, θα με παντρευτείς;» και την καρδιά με το βέλος. Οι έλεγ­χοι με το πλήρες είκοσι. Τα dvd από τις διακοπές. Η πρώτη του συναυλία στο Terminal. Τα αριστεία.

Δεν το διαλαλούσε, όμως το πίστευε. Ο γιος του ξεχώρι­ζε. Ψηλός, ωραίος, υγιής. Φρέσκο μυαλό, με απρόοπτα πε­τάγματα και κρυφές εμμονές. Ξημεροβραδιαζόταν στο δωμάτιό του, δεν είχε πολλούς φίλους. Αυτό είχε πάψει να τον απασχολεί, γιατί είχε μεγαλύτερη φουρτούνα στο κεφάλι του. Η Τέτα είχε αρχίσει να προετοιμάζει τον περίγυ­ρο: ο Μηνάς δεν θα περνούσε στο πανεπιστήμιο. Δεν τον ενδιέφερε να σπουδάσει. Πού να το πεις και να σε πιστέ­ψουν; Όσα δεν φτάνει η αλεπού τα κάνει κρεμαστάρια, έτσι δεν θα έλεγε, αν η ιστορία αφορούσε κάποιον άλλο; Η Τέτα ζοριζόταν και το έδειχνε. Έπρεπε να δηλώσει την αποτυ­χία του παιδιού – συνεπώς, τη δική της αποτυχία– σ’ όλες τις μανάδες των συμμαθητών που μισούσε να βλέπει.

Και το χειρότερο: είχαν εξαντληθεί τα επιχειρήματα. Δεν θα βρεις δουλειά, το πτυχίο είναι σήμερα Απολυτήριο Γυμνασίου. Θα μείνεις ξύλο απελέκητο. Θα πουλήσουμε το σπίτι και θα σε στείλουμε έξω, όπου θέλεις. Κρίση ξε­κρίση, θα τα καταφέρουμε. Τι θα τα καταφέρουμε, γκρίνιαζε η Τέτα στα κρυφά. Που έβλεπε ειδήσεις κι έχασε τον ύπνο της, 80.000 ευρώ όλα κι όλα, είκοσι χρόνια δουλειάς κι αυτό ήταν το απόθεμα στην τράπεζα. Ακόμα κι αν τους έλεγε ναι αύριο, δεν θα έφταναν για να σπουδάσει έξω το παιδί.

Δεν άντεξε, τα σήκωσε απ’ την Εθνική, ταξίδεψε ως την Κύπρο να τα καταθέσει. Όμως το επιτόκιο την έτσουξε, δεν μας τα φέρνετε εδώ για το επιτόκιο, της πέταξε η υπεύθυνη αφ’ υψηλού. Η Τέτα άρπαξε το βιβλιάριο κι έκοψε τις ευ­γένειες με τη βλαμμένη. Με την επιστροφή, ενημέρωσε τον Μηνά ότι τα λεφτά για τις σπουδές του ήταν ασφαλή.

Ούτε που τον ένοιαξε. Ο Μηνάς είχε το πείσμα του σο­γιού της Τέτας, πήρε από την Ευθαλία και το ποντιακό της το κεφάλι, το αγύριστο. Κι όσο περνούσανε οι μήνες, τόσο καταλάβαινε ο Γεωργίου πως όλα αυτά δεν ήταν θέατρο, πόζα του μικρού. Ως και το σχολείο του επισκέφθηκε, μαζί με την Τέτα, αυτός που δεν είχε πατήσει τόσα χρόνια. Άκουσε τις καλές κυρίες να του περιγράφουν το πρόβλη­μα, όμως καμία δεν πρότεινε λύση. Νοιάζονταν μάλλον, αλλά αυτό δεν έφτανε.

Η Τέτα πήγε και την επομένη για να συναντήσει ειδικά τον Σουκιούρογλου. Εκείνος τη διαβεβαίωσε ότι θα προ­σπαθήσει να το χειριστεί. Η Τέτα ήξερε από παλιά πως ο Σουκιούρογλου δεν είχε τα λόγια εύκολα. Αν έλεγε κάτι, το εννοούσε πλήρως, όμως η μάνα ήθελε να λάβει υποσχέ­σεις κι ο καθηγητής δεν ήταν διατεθειμένος ν’ ανοίξει πε­ραιτέρω το στόμα του.

Ο Γεωργίου ήταν έως παρεξηγήσεως δίκαιος. Αν ήσουν φίλος του, υπέφερες. Δεν ήθελε να του προσάψουν εύ­νοια σε ημέτερους. Φρόντιζε να αντιλαμβάνονται όλοι πως η εφημερίδα δεν ήταν βιλαέτι κανενός. Άνθρωπος της πιάτσας, ήξερε πού να τηλεφωνήσει για την είδηση. Να κάνεις κόμμα με τον χαζό, ήταν η συμβουλή στους μαθη­τές του, νεότατους δημοσιογράφους που έπιναν νερό στο όνομά του. Κόμμα με τον χαζό, σήμαινε να τους ακούνε όλους και να μην ανοίγουν πουθενά το στόμα τους. Ο δημοσιογράφος δεν μιλά, τους συμβούλευε, αυτά είναι για τους τηλεοπτικούς που ακκίζονται στο γυαλί κι από ρεπορτάζ ξέρουν την τύφλα τους

Ξορκίζοντας ένα άλλο φάντασμα (λίγα λόγια για την υπόθεση του μυθιστορήματος)

Η Σοφία Νικολαΐδου στο ΧΟΡΕΥΟΥΝ ΟΙ ΕΛΕΦΑΝΤΕΣ πηγαίνει λίγο πιο πίσω τον χρόνο και τα βάζει με ένα φάντασμα της πόλης: αυτό του αμερικανού δημοσιογράφου Τζορτζ Πολκ που μια μαγιάτικη Κυριακή του 1948 βρέθηκε νεκρός από σφαίρα να επιπλέει δεμένος χειροπόδαρα στα νερά του Θερμαϊκού.

Η υπόθεση προκάλεσε μεγάλη αναταραχή, ο αμερικανικός Τύπος την είχε πρωτοσέλιδη επί οκτάμηνο, ο πρωθυπουργός Θεμιστοκλής Σοφούλης «είχε επιληφθεί προσωπικώς». Το αποτέλεσμα ήταν να ριχτεί άρον άρον η ευθύνη στους κομμουνιστές και να καταδικαστεί ο δημοσιογράφος Γρηγόρης Στακτόπουλος (ο οποίος ελάχιστη σχέση είχε μαζί τους) σε ισόβια κάθειρξη ως βασικός υπαίτιος της δολοφονίας, μαζί με δύο μέλη του ΚΚΕ που καταδικάστηκαν ερήμην, τους Αδάμ Μουζενίδη και Βαγγέλη Βασβανά. Στην περίπτωση του Στακτόπουλου δεν υπάρχει πια κανένας που να αμφιβάλλει για την αθωότητά του· έχουν γραφτεί άλλωστε πολλά βιβλία γι' αυτό, ανάμεσά τους και ο «Φόνος στον Θερμαϊκό» του Εντμουντ Κήλυ. Η ελληνική Δικαιοσύνη έχει όμως σθεναρά αποκρούσει τις αιτήσεις για αναψηλάφηση της δίκης, τρεις από τις οποίες έγιναν μετά το 2001.

Η Σοφία Νικολαΐδου, στο μυθιστόρημά της βάζει πολλά πρόσωπα να μιλούν: μιλά η πόντια μάνα του Στακτόπουλου, η αδελφή του, η νεαρή ελληνίδα χήρα του Πολκ και η αμερικανίδα μητέρα του, ο καθηγητής αγγλικών του καταδικασθέντος, ο διευθυντής της Ασφάλειας Θεσσαλονίκης, ένα στέλεχος του Φόρεϊν Οφις, ο δικηγόρος του Στακτόπουλου κ.ά. Τα ονόματα είναι αλλαγμένα - ο Στακτόπουλος λέγεται εδώ Μανόλης Γκρης και ο Πολκ είναι ο Τζακ Τάλας -, αλλά όλα τα άλλα βασικά στοιχεία αποτυπώνουν με ακρίβεια την πραγματικότητα.

Όμως η Νικολαΐδου προχωρά συνδέοντας το χθες (2008) με το σήμερα όπως είχε κάνει και το 2010 με το μυθιστόρημά της για τους δωσίλογους στην ακαδημαϊκή κοινότητα της Θεσσαλονίκης («Απόψε δεν έχουμε φίλους», εκδ. Μεταίχμιο). Τώρα εκτυλίσσεται μια παράλληλη ιστορία, τοποθετημένη το 2010: ένας έφηβος της Γ' Λυκείου, ο Μηνάς, ενώ ήταν πάντα ο καλύτερος μαθητής της τάξης, αιφνιδίως αλλάζει ρότα, σταματά να κυνηγά τους βαθμούς και αρνείται να δώσει Πανελλαδικές Εξετάσεις. Οι ελπίδες των δικών του εναποτίθενται στον σχολικό καθηγητή του της Ιστορίας, τον Μαρίνο Σουκιούρογλου, πρώην πανεπιστημιακό που ήρθε σε ρήξη με άλλους καθηγητές στο Αριστοτέλειο και αποχώρησε. Ο Σουκιούρογλου (ήρωας και στο προηγούμενο μυθιστόρημά της) είναι σκληρός αλλά και ο καθηγητής που θαυμάζουν όλοι οι μαθητές - ιδιαίτερα ο Μηνάς. Για να τον κάνει να επιστρέψει στο διάβασμα του αναθέτει, αντί οποιασδήποτε άλλης εξέτασης στο μάθημα, να γράψει μια εργασία για την υπόθεση Πολκ. Ο Μηνάς, ο οποίος έχει πατέρα δημοσιογράφο με καλό αρχείο και γνωρίζει μέσω της φιλενάδας του τον γηραιό δικηγόρο του Στακτόπουλου-Γκρη, μπαίνει για τα καλά στο παιχνίδι.

[ΠΗΓΗ: Μανώλης Πιμπλής ΤΑ ΝΕΑ Σαββατοκύριακο Παρασκευή 26 Οκτωβρίου 2012]

Κυριακή, 21 Οκτωβρίου 2012

Η τέχνη αγαπάει το σκάνδαλο: πού οφείλονται οι οργισμένες αντιδράσεις παραθρησκευτικών οργανώσεων και «χρυσαυγιτών» ενάντια σε έργα τέχνης που, κατά την άποψή τους, προκαλούν;

Στο Παρίσι πέταξαν αβγά σε παράσταση του Καστελούτσι. Στις ΗΠΑ μια φωτογραφία του Χριστού μέσα σε ούρα προκαλεί σάλο στη Γερουσία. Και στην Αθήνα ακροδεξιοί και ακραίοι χριστιανοί διαδηλώνουν στο «Χυτήριο». Το αισθητικό γούστο και η πρόκληση του πολιτικού ή θρησκευτικού συναισθήματος



Το ανέβασμα της παράστασης του Ρομέο Καστελούτσι «Περί της έννοιας του προσώπου του Υιού του Θεού» τον Οκτώβριο του 2011 στο Theatre de la Ville του Παρισιού προκάλεσε έντονη πολεμική. Μέλη παραθρησκευτικών οργανώσεων προχώρησαν σε πικετοφορία έξω από το θέατρο με κυρίαρχο σύνθημα τη φράση «Σταματήστε τη χριστιανοφοβία» απαιτώντας τη διακοπή της παράστασης, η οποία συνεχίστηκε μόνο μετά την επέμβαση της αστυνομίας. Την επομένη δε, και παρά τα αυξημένα μέτρα ασφαλείας, οι θεατές δέχτηκαν επιθέσεις με αβγά και λάδι.

Τα γεγονότα προκάλεσαν οργισμένες αντιδράσεις, με τον ίδιο τον ιταλό σκηνοθέτη να σχολιάζει παραφράζοντας τον Ιησού. «Τους συγχωρώ γιατί δεν ξέρουν τι κάνουν» είπε συγκεκριμένα ο Καστελούτσι. «Τους συγχωρώ γιατί είναι αδαείς και η άγνοιά τους είναι πολύ πιο υπεροπτική και βλαπτική γιατί έχει να κάνει με την πίστη».

Λίγους μήνες νωρίτερα, πάντως, το ανέβασμα του ίδιου έργου στην Αθήνα στο πλαίσιο του Ελληνικού Φεστιβάλ είχε κυλήσει ανώδυνα. Οι όποιες αντιρρήσεις από πλευράς θεατών έμειναν στο επίπεδο του ιδιωτικού σχολιασμού, με ένα υπολογίσιμο τμήμα να μπορεί να ταυτιστεί, ίσως, με μια πρόσφατη, τότε, φράση του κριτικού του βρετανικού «Guardian» μετά τον λονδρέζικο «σταθμό» της παράστασης. «Παρά τις σοκαριστικές προειδοποιήσεις, ένιωσα περισσότερο να βαριέμαι ελαφρώς παρά να προσβάλλομαι από ηθικής άποψης» έγραψε ο Μάικλ Μπίλινγκτον αναφερόμενος, προφανώς, στο επαναλαμβανόμενο μοτίβο του καλοντυμένου γιου που σηκώνει τα μανίκια για να αλλάξει πάνες στον γηραιό πατέρα του ο οποίος λερώνεται και λερώνει τα πάντα, με μια υπερμεγέθη αναπαραγωγή του «Σωτήρα του Κόσμου» του Αντονέλο ντα Μεσίνα να κυριαρχεί στο βάθος της σκηνής.

Εξίσου «ήρεμα» κύλησαν οι αθηναϊκές παραστάσεις ενός ακόμη «βλάσφημου» έργου, το ανέβασμα του οποίου στο Παρίσι προκάλεσε επίσης σφοδρές αντιδράσεις σε παραθρησκευτικούς και ακροδεξιούς κύκλους. Ο λόγος για το «Golgota Picnic» του Αργεντινού Ροντρίγκο Γκαρσία, που είδαμε μόλις τον περασμένο Ιούνιο στο Φεστιβάλ Αθηνών και αναφερόταν στη ζωή του Χριστού μέσα από σκληρές εικόνες της καταναλωτικής κοινωνίας. Οσο για το «Οργιο ανεκτικότητας», άλλη μία ανατρεπτική παράσταση του βέλγου «αιρετικού» καλλιτέχνη Γιαν Φαμπρ η οποία «ταξίδεψε» στην Αθήνα το καλοκαίρι του 2009, η εικόνα του Ιησού που με τον σταυρό στο χέρι παίρνει μέρος στο κάστινγκ ενός φωτογράφου μόδας ήταν μία από τις πλέον ήπιες στο όλο θέαμα...

Στο πλαίσιο αυτό, οι ετεροχρονισμένες αντιδράσεις στην παράσταση της Λένας Κιτσοπούλου «Αθανάσιος Διάκος: Η επιστροφή» και, πιο πρόσφατα, όσα συνέβησαν στο θέατρο «Χυτήριο» με την ευκαιρία του ελληνικού ανεβάσματος του έργου του Τέρενς Μακ Νάλι «Corpus Christi» θα μπορούσαν και να προκαλούν έκπληξη για λόγους πέραν των προφανών και πολυσυζητημένων τις τελευταίες ημέρες.

Πού οφείλονται; Σε ένα διαρκώς επιδεινούμενο κλίμα έντασης που πυροδοτεί η σύγκρουση των άκρων; Στον «ηθικιστικό λαϊκισμό» ο οποίος σύμφωνα με ορισμένους υποδαυλίζεται (και) από μερίδα των μέσων μαζικής ενημέρωσης; Σε κάποια τυχαία συγκυρία; Σε όλα αυτά μαζί; 'Η μήπως σε κάτι άλλο;

Η αλήθεια είναι ότι το «σοκ» στην τέχνη με όχημα τη «βλασφημία» έχει προηγούμενο στα πρόσφατα χρόνια στη χώρα μας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η αποκαθήλωση του έργου του Βέλγου Τιερί ντε Κορντιέ από την έκθεση Οutlook το 2003, περίπου ενάμιση μήνα μετά τα εγκαίνιά της και αφού την είχαν επισκεφθεί ήδη περισσότερα από 20.000 άτομα. Μερικά χρόνια αργότερα, το 2007, η κατάσχεση του βίντεο της Εύας Στεφανή από την έκθεση Art Athina και η συνακόλουθη σύλληψη του διευθυντή της διοργάνωσης για «παράβαση του νόμου περί ασέμνων και προσβολή συμβόλων του ελληνικού κράτους» έφερε για μία ακόμη φορά στο προσκήνιο τη συζήτηση περί λογοκρισίας και ύπαρξης ή μη ορίων στην τέχνη.

Σοκ και δέος σε έναν σκληρό κόσμο

Άραγε η τέχνη έχει ακόμα τη δύναμη να σοκάρει; Εχει νόημα κάτι τέτοιο σε μια εποχή που με ένα απλό «κλικ» στο Διαδίκτυο ο καθένας αποκτά πρόσβαση ακόμη και στις σκληρότερες εικόνες; Ποιο συναίσθημα διαδέχεται το «οχ!» του αρχικού σοκ; Τα παραπάνω ερωτήματα τέθηκαν στο επίκεντρο της μεγάλης έρευνας που διενήργησαν πριν από περίπου έναν μήνα οι «Times» της Νέας Υόρκης.

Για δύο εβδομάδες, κριτικοί, καλλιτέχνες, διανοούμενοι και αναγνωστικό κοινό συμμετείχαν στον δημόσιο διάλογο ο οποίος διεξήχθη με φόντο την ερασιτεχνική ταινία «Η αθωότητα των μουσουλμάνων», η οποία προκάλεσε απίστευτης αγριότητας γεγονότα στον αραβικό κόσμο (ο απόηχός της έφθασε και στη χώρα μας), την καταδίκη των μελών του γυναικείου πανκ συγκροτήματος Pussy Riot στη Ρωσία, αλλά και την επανέκθεση της πολυσυζητημένης φωτογραφίας «Piss Christ» του Αντρές Σεράνο σε γκαλερί της Νέας Υόρκης.

Η παρουσίαση αυτής της φωτογραφίας - η οποία απεικονίζει τον Ιησού «βουτηγμένο» στα ούρα - το 1989 προκάλεσε έντονες αντιδράσεις στην Αμερικανική Γερουσία και οδήγησε στην τροποποίηση του καθεστώτος των καλλιτεχνικών επιχορηγήσεων. Εν προκειμένω, η προοπτική της νέας παρουσίασής της οδήγησε σε προσπάθειες αναβίωσης του «πολιτιστικού πολέμου». Χαρακτηριστική η αντίδραση Ρεπουμπλικανού γερουσιαστή ο οποίος κατηγόρησε τον πρόεδρο Μπαράκ Ομπάμα για «θρησκευτική υποκρισία» καλώντας τον να καταδικάσει τη φωτογραφία με την ίδια οξύτητα που χρησιμοποίησε κατά της βέβηλης για τον Μωάμεθ ταινίας.

Σε συνέντευξη που παραχώρησε στους «Times» η κριτικός Μάγκι Νέλσον, συγγραφέας του βιβλίου «Η τέχνη της σκληρότητας: μια εκτίμηση», διαφωνεί με την άποψη του σκηνοθέτη Μίκαελ Χάνεκε σύμφωνα με την οποία η τέχνη, αντανακλώντας τη σκληρότητα του κόσμου, «βιάζει τον θεατή στην ανεξαρτησία». Η ίδια είπε χαρακτηριστικά: «Μου αρέσει όταν οι καλλιτέχνες αντιμετωπίζουν τις μη διαχειρίσιμες συνέπειες της δουλειάς τους αντί να προσπαθούν να τις κρύψουν πίσω από σχόλια του τύπου «η δουλειά μου δεν είναι σκληρή, ο κόσμος είναι σκληρός». Οι καλλιτέχνες δεν είναι ηθικολόγοι ή ψυχολόγοι. Θα προτιμούσα να παραδεχτούμε ότι, απεικονίζοντας σοκαριστικές ή βίαιες συμπεριφορές, προκαλούμε πάντα δύσκολες ερωτήσεις ως προς την ηδονοβλεψία, τον σαδισμό, τον μαζοχισμό και την ερωτική διέγερση και ότι αυτές οι προκλήσεις δεν μένουν πάντα υπό τον έλεγχο του καλλιτέχνη».

Στροφή προς τον συντηρητισμό

Σε παλαιότερη συνέντευξή του στο «Βήμα» ο Γιαν Φαμπρ διέκρινε μια γενικότερη στροφή προς τον συντηρητισμό. «Πριν από δέκα χρόνια συμμετείχα σε κάποιο φεστιβάλ και αν κάποιος έφευγε στη μέση της παράστασης, οι υπεύθυνοι έλεγαν: «α, κάτι σημαντικό γίνεται εδώ, κάτι καινούργιο». Τώρα τρέμουν αυτού του είδους τις αντιδράσεις του κόσμου. Φοβούνται τις κακές κριτικές, τον αντίκτυπο που μπορεί να έχει αυτό στις επιχορηγήσεις ή στις ιδιωτικές χορηγίες.».

Για τον Φαμπρ ο όρος πρόκληση είναι ταυτισμένος με το ζωντάνεμα του μυαλού. «Ωστόσο εγώ ουδέποτε είχα την πρόθεση να προκαλέσω, να δημιουργήσω σκάνδαλο» έλεγε στην ίδια συνέντευξη. «Απλώς μιλώ για πράγματα που με ενδιαφέρουν και τυχαίνει κάποιοι να προκαλούνται. Δεν είναι όμως αυτό το σημείο εκκίνησής μου. Συχνά οι άνθρωποι βιάζονται να χαρακτηρίσουν προκλητικό ό,τι δεν καταλαβαίνουν, ό,τι δεν μπορούν να κατατάξουν σε μια κατηγορία ή κάτι με το οποίο δεν θέλουν να ασχοληθούν σοβαρά, ώστε να επικοινωνήσουν μαζί του. Κανένα σοβαρό έργο τέχνης όμως δεν ξεκινά με σκοπό να προκαλέσει».

Στροφή προς τον συντηρητισμό διακρίνει τα τελευταία χρόνια και ο βρετανός σκηνοθέτης όπερας Γκράχαμ Βικ, ένα ακόμη «τρομερό παιδί» της ευρωπαϊκής σκηνής. Με αφορμή το ντεμπούτο του στην Ελλάδα πριν από μερικά χρόνια, ο ίδιος εξομολογούνταν στο «Βήμα» ότι κατά καιρούς έχει υποστεί πολλές προσωπικές επιθέσεις και διατηρεί φακέλους ολόκληρους με μηνύματα μίσους.

Τι νόημα δίνει ο ίδιος στις λέξεις «ρίσκο», «πρόκληση» και «σκάνδαλο»; «Το ρίσκο είναι η κινητήριος δύναμη. Η πρόκληση με παραπέμπει στη στενομυαλιά, ενώ το σκάνδαλο το βρίσκω άχρηστο. Συνήθως με αποκαλούν προκλητικό όταν ακριβώς δεν το επιδιώκω. Θέλω να έχω μπροστά μου ένα "στοίχημα", αλλά δεν είναι στις προθέσεις μου να δημιουργώ σκάνδαλα...».
Από την οργή του Ρούζβελτ στο «κομμένο» φιλί
Ποια ήταν άραγε η πιο σοκαριστική στιγμή στην Τέχνη του 20ού αιώνα; Με το ερώτημα αυτό οι «New York Times» διεξήγαγαν ψηφοφορία ανάμεσα στο αναγνωστικό τους κοινό στο πλαίσιο ευρύτερης σχετικής έρευνας. Τα αποτελέσματα έφεραν στην πρώτη θέση την έκθεση «Sensation» στο Μουσείο του Μπρούκλιν το 1999 (ο τότε δήμαρχος της Νέας Υόρκης Ρούντολφ Τζουλιάνι απείλησε με διακοπή της χρηματοδότησης αν δεν «κατέβαινε» το έργο του νιγηριανής καταγωγής βρετανού καλλιτέχνη Κρις Οφίλι που παρουσίαζε την προσωπογραφία της Παναγίας «διακοσμημένη» με αποσπάσματα πορνοπεριοδικών και κόπρανα ελέφαντα), στη δεύτερη το «Κουρδιστό πορτοκάλι» του Στάνλεϊ Κιούμπρικ και στην τρίτη την «Ιεροτελεστία της Ανοιξης» του Ιγκορ Στραβίνσκι, η πρεμιέρα της οποίας το 1913 υπήρξε τεράστιο σκάνδαλο.


Κατά την άποψη πολλών, το τελευταίο αυτό γεγονός σε συνδυασμό με την πρώτη Εκθεση Μοντέρνας Τέχνης στις ΗΠΑ, που προκάλεσε την οργή του πρώην προέδρου Θίοντορ Ρούζβελτ λίγο νωρίτερα, δημιούργησε ένα νέο «πολιτιστικό μανιφέστο» ανάγοντας το σοκ σε πολιτιστική αξία.

Το ότι αυτή καθαυτήν η πρόκληση δεν εγγυάται την καλλιτεχνική ποιότητα είναι βεβαίως σαφές και το ελληνικό κοινό διαθέτει ανάλογες εμπειρίες. Στην παραγωγή της «Ρούσαλκα» πριν από μερικά χρόνια στη Λυρική Σκηνή οι αντιδράσεις στο πολυσυζητημένο ομοφυλοφιλικό φιλί του Πρίγκιπα μετέτρεψαν ένα κατά κοινή ομολογία κακό σκηνικό ανέβασμα σε θέμα συζήτησης της σεζόν, το οποίο μάλιστα κατάφερε να υπερβεί τα σύνορα της χώρας μας.

Από την άλλη, το «κόψιμο» του φιλιού μεταξύ ευγενούς και υπηρέτη που επιβλήθηκε από την κρατική τηλεόραση στο πρώτο επεισόδιο του σίριαλ του BBC «Downton Abbey» πριν από λίγες μόλις ημέρες, συνιστά ακόμη ένα κρούσμα λογοκρισίας και μάλιστα με αφορμή ένα θέμα που έχει ασφαλώς πάψει εδώ και καιρό να αποτελεί ταμπού.

[ΠΗΓΗ: Ίσμα Τουλατου, ΤΟ ΒΗΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 21-10-2012]

Τετάρτη, 17 Οκτωβρίου 2012

Η πολυφωνία της Δημοκρατίας και η διαχρονική αξία της

«Η δημοκρατία στηρίζεται στην πολυφωνία και για να υπάρξει πολυφωνία οφείλεις να διαφωνείς ακόμη και όταν συμφωνείς» και άλλα ΑΝΟΡΘΟΔΟΞΑ και ΕΥΤΡΑΠΕΛΑ του δημόσιου καθ’ ημάς βίου


ΥΠΟΘΕΣΗ ΕΡΓΑΣΙΑΣ: Το 2050 η Ελλάδα είναι ομόσπονδο κρατίδιο της μεγάλης Ευρωπαϊκής Ένωσης. Πλην όμως για τη διατήρηση της εθνικής της μνήμης τις εξετάσεις για την εισαγωγή στα πανεπιστήμια εξακολουθεί να τις αποκαλεί Πανελλήνιες. Στις πανελλήνιες λοιπόν εξετάσεις του 2050, σαράντα χρόνια μετά την υπογραφή του Μνημονίου, οι φοιτητές στο μάθημα της έκθεσης είχαν να διαλέξουν ανάμεσα σε δύο θέματα.

Η εκφώνηση του πρώτου ήταν σχετικά απλή: «Η σχέση εθνικής παλιγγενεσίας, υδρογονανθράκων και ποίησης του Οδυσσέα Ελύτη».

Η εκφώνηση του δεύτερου ήταν πιο πολύπλοκη, όμως η ανάπτυξή του ήταν προφανέστερη:

«Το 2012, μετά τις εκλογές του Ιουνίου σχηματίσθηκε τρικομματική κυβέρνηση. Τα κόμματα που την αποτελούσαν είχαν διαφορετικές ιδεολογικές καταβολές. Το ένα, η ΝΔ ήταν φιλελεύθερο κεντροδεξιό, το δεύτερο το ΠΑΣΟΚ ήταν μέλος της σοσιαλιστικής διεθνούς και το τρίτο που ονομαζόταν ΔΗΜΑΡ προερχόταν από την αριστερά. Η τρικομματική αυτή κυβέρνηση είχε αναλάβει τις λεγόμενες και "σκληρές" διαπραγματεύσεις με την τρόικα των δανειστών. Παρά τις διαφορές τους, και τα τρία συμφωνούσαν ότι οι δανειστές κακώς έθεταν θέμα περιστολής του έμψυχου υλικού που αποτελούσε τότε τον δημόσιο τομέα. Αντέτασσαν σθεναρούς αριθμούς οι οποίοι αποδείκνυαν πως η θεωρία περί υπεραρίθμων ήταν ζήτημα προτεσταντικής ηθικής και ουχί ρεαλιστικών ορθόδοξων λογαριασμών. Τη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης την είχε κερδίσει ένα κόμμα με ριζοσπαστικές θέσεις που ονομαζόταν ΣΥΡΙΖΑ. Αυτό κατηγορούσε την τρικομματική κυβέρνηση πως αντί να προβάλλει σθεναρή αντίσταση είχε παραδοθεί στον εναγκαλισμό των δανειστών. Αντί να φροντίζει τα συμφέροντα του λαού σαλιάριζε δημοσία μαζί τους σαν τους δούκες με τους λακέδες στα σίριαλ βρετανικής παραγωγής. Συμφωνούσε όμως και αυτό πως κακώς ετίθετο θέμα περιστολής του έμψυχου υλικού που αποτελούσε τότε τον δημόσιο τομέα. Στις εκλογές του 2012 εξελέγησαν για πρώτη φορά στην ελληνική Βουλή εκπρόσωποι ενός ανδροπρεπούς κόμματος το οποίο επεκαλείτο την ιδεολογία των ναζί, χαιρετούσαν αναλόγως, και γαύγιζαν σαν γερμανοί αξιωματικοί σε χολιγουντιανές παραγωγές, αν και αυτοί συνήθως είναι κομψοί και ξανθωποί. Συμφωνούσαν όμως κι αυτοί πως κακώς ετίθετο θέμα περιστολής του έμψυχου υλικού που αποτελούσε τότε τον δημόσιο τομέα. Το τελευταίο εναπομείναν σφυροδρέπανο επί ευρωπαϊκού εδάφους κυμάτιζε στα γραφεία ενός κόμματος που βρίσκονταν στην τοποθεσία Περισσός και το οποίο κόμμα κατηγορούσε όλα τα άλλα κόμματα ότι θέλουν να παραδώσουν τον λαό σε αιμοβόρα μονοπώλια. Πιστό στην ιδεολογία του συμφωνούσε κι αυτό πως κακώς ετίθετο θέμα περιστολής του έμψυχου υλικού που αποτελούσε τότε τον δημόσιο τομέα».

Ζητήθηκε από τους υποψήφιους να εξηγήσουν το φαινόμενο: «Πώς είναι δυνατόν τόσα κόμματα με τόσο διαφορετικές ιδεολογικές καταβολές να συμφωνούν μόλις μπαίνει ζήτημα περιστολής του έμψυχου υλικού στον δημόσιο τομέα;». Σωστές απαντήσεις θεωρήθηκαν όσες εξηγούσαν ότι η δημοκρατία στηρίζεται στην πολυφωνία και για να υπάρξει πολυφωνία οφείλεις να διαφωνείς ακόμη και όταν συμφωνείς. Εξάλλου, όπως προσφυώς σημείωσε αριστούχος εξεταζόμενος, το έμψυχο υλικό στον δημόσιο τομέα δεν έχει ιδεολογικό χρώμα. Η αξία του είναι διαχρονική όπως και των υδρογονανθράκων στο Αιγαίο

[ΠΗΓΗ: Τάκης Θεοδωρόπουλος, ΑΝΟΡΘΟΔΟΞΑ στα ΝΕΑ Τετάρτη 17 Οκτωβρίου 2012]

Κυριακή, 14 Οκτωβρίου 2012

Οι υπέρ πατριώτες, οι σούπερ χριστιανοί και η ανοχή στη βαρβαρότητα

Οι πατριδοκάπηλοι, που μετρούν ήδη δυόμισι χιλιετιών ζωή, (υπο)δηλώνουν τα (υπερ)αισθήματά τους αποκλειστικά και μόνο όταν ξέρουν πως έχει στραφεί επάνω τους το συλλογικό βλέμμα

Παλιά ξινή ιστορία το εμπόριο της πατρίδας - οποιασδήποτε πατρίδας, μιας και δεν έχουμε εδώ ελληνική πατέντα ή εθνικό προνόμιο. Και επάγγελμα αρχαίο οι πραματευτές του πατριωτισμού, οι οποίοι, από την παντοειδή ασφάλειά τους συνήθως και από το ύψος του αξιώματός τους ή της οικονομικής τους ισχύος, εξαπολύουν δεοντολόγια και καθηκοντολόγια για τους λεγόμενους «απλούς ανθρώπους» αυτού του κόσμου. Το γεγονός ότι για τη λέξη «πατριδοκαπηλεία» ξέρουμε και πότε ήταν τα γεννητούρια της (29 Σεπτεμβρίου 1889) και ποιος υπήρξε γονιός και νουνός ταυτόχρονα (η «Νέα Εφημερίδα»), δεν υπάρχει λόγος να πιστέψουμε ότι αυτό το άθλιο άθλημα είναι του 19ου αιώνα, και μάλιστα του τέλους του. Αλίμονο. Οι Κλέωνες μετρούσαν ήδη τότε ζωή δυόμισι χιλιετιών.

Και οι πατριδοκάπηλοι βέβαια δεν πρωτοεμφανίστηκαν μόλις το θλιβερό 1897, όταν τους ονόμασε έτσι η «Ακρόπολις» του έτους που ακολούθησε τους Ολυμπιακούς Αγώνες. Απλώς τότε βρισκόμασταν και πάλι σε έναν από τους συνήθεις παροξυσμούς λεκτικής φιλοπατρίας, που τους πληρώνουν πανάκριβα όχι οι ρήτορες αλλά οι σιωπηλοί· όσοι πρέπει να χάσουν τη ζωή τους για να συγκαταριθμηθούν στους πατριώτες….

Θα πρέπει λοιπόν να είχε φτάσει στα όριά του κάποια στιγμή ο χλευαστής Γεώργιος Σουρής, να μην άντεχε άλλο την ατελεύτητη πατριδοκαπηλία, για να θεωρήσει υποχρέωσή του να δηλώσει με το ποίημά του «Εις την πατρίδα» ότι αυτός, όχι, δεν είναι πατριώτης, δεν θέλει να είναι στρατιωτάκι στις φάλαγγες της καπηλικής φιλοπατρίας. Αφού οι πατριώτες είναι αναρίθμητοι, σκέφτηκε, και κυρίως φωνακλάδες, δεν θα ταραχτεί ιδιαίτερα η ισορροπία των πραγμάτων αν βρεθεί κι ένας να δηλώσει μη πατριώτης. Και ιδού οι οχληροί στίχοι του, που ασφαλώς δεν του στέρησαν την ελληνική του ιθαγένεια ή την εν γένει ελληνικότητά του:

«Ελλάς πατρίς μου, δεν σ’ αγαπώ,
για σε δεν καίω κι εγώ λιβάνι,
πάντα για σένα κακά θα πω,
κι ούτε σου πλέκω ποτέ στεφάνι.
Όμως συγχώρει τον μισητόν,
πατρίς γλυκεία και τροφοδότις,
κι εις τόσο πλήθος πατριωτών
ας είναι κι ένας μη πατριώτης».

Με τους πολύ πατριώτες, τους πολύ Έλληνες, συμβαίνει ό,τι ακριβώς και με τους πολύ χριστιανούς (ή τους πολύ θρήσκους εν γένει): Τα αισθήματά τους δηλώνονται (πληθωριστικά) αποκλειστικά όταν ξέρουν πως έχει στραφεί πάνω τους το συλλογικό βλέμμα, είτε στην εκκλησία του δήμου βρίσκονται είτε στην εκκλησία του Αϊ-Δημήτρη. Τότε φλυαρούν, τότε φωνασκούν, τότε εξαπολύουν ρητά, από αυτά που μετά κόπου αποστήθισαν, να τα έχουν έτοιμα για ανάλογες περιπτώσεις. Κι αν οι πολύ χριστιανοί κάνουν διπλά και τριπλά τα σταυροκοπήματα και μέχρις εδάφους τις μετάνοιές τους για να ελπίζουν αφενός σε μια μεταθανάτια μη υλική ανταπόδοση, αφετέρου στο εύγε των συγχωριανών τους (οπότε και πάλι τα πράγματα είναι μη υλικά), οι πολύ Έλληνες, οι πανηγυρικώς και διά φωνασκιών Έλληνες, δεν έχουν καλές σχέσεις με τα άυλα. Και προτιμούν μια ανταπόδοση απτή από την «τροφοδότιδα» πατρίδα: ένα σοβαρό πολιτικό αξίωμα για να σώσουν επιτέλους την Ελλάδα (που αν δεν έχει από αυτούς να περιμένει, πού αλλού να βρει ν’ ακουμπήσει;), δυο γαλόνια παραπάνω ή και μια στραταρχική ράβδο, μια θέση στη λίστα του αρχηγού για τις επόμενες εκλογές, α, και ένα συχωροχάρτι για ό,τι αντιπατριωτικό πράττουν ενόσω η γλώσσα τους πατριδορητορεύει.

Πατριώτες, για να μην πω υπερπατριώτες, θα πρέπει να ’ναι κι αυτοί οι 54.246 ευγενείς συνέλληνες που σε καιρούς ρημαγμένους επέλεξαν να αποσύρουν τις καταθέσεις τους από τα εν κινδύνω πάτρια εδάφη και να τους εξασφαλίσουν την ελβετική προστασία. Και να πεις πως είναι μόνο εκ κληρονομίας πλούσιοι; Όχι. Και ταξιτζήδες υπάρχουν ανάμεσά τους· και αγρότες που πολύ βολεύτηκαν με τους μετανάστες ενόσω οι ίδιοι απολάμβαναν την παρέα του καφενείου ή τη ζάλη του σκυλάδικου (ναι, για τους ίδιους μετανάστες πρόκειται που τώρα τους καταδίδουν σαν «παράνομους», για να γλιτώσουν και τα οφειλόμενα)· και γιατροί που βαρέθηκαν ν’ ακούνε ρομάντζα για τον Ιπποκράτη· και πάσης φύσεως καλλιτέχνες… και ρασοφόροι που κρίνουν σοβαρότερη την επί γης ζωή· και εφοριακοί που, μπερδεμένοι από τις συνεχείς αλλαγές της φορολογικής νομοθεσίας, «αυτοσχεδιάζουν»· και δημοσιογράφοι που διαφώτισαν και κηδεμόνευσαν τον λαό από τρία - τέσσερα γερά πόστα και από ισάριθμες θέσεις παχυλής αργομισθίας στο γενναιόδωρο Δημόσιο, που τις καπάρωσαν χάρη στα κομματικά τους κονέ· και, και... Και πολιτικοί, βεβαίως βεβαίως. Παρανόμως πλουτίσαντες και οφσορίως επενδύσαντες όσα τους πρόσφερε η πατρίς ευγνωμονούσα. Και ευπατρίδες φυσικά, στυλοβάτες του έθνους, «σημαίνοντες Ελληνες» κ.ά.

Όλοι ετούτοι, ταπεινοί θιασώτες του δόγματος «το κεφάλαιο δεν έχει πατρίδα», θα πατριδολογούν σίγουρα ακατασχέτως στις παρέες τους, στους υφισταμένους τους, στους εργάτες τους, στους ασθενείς τους, στους πελάτες τους. Θα φλυαρούν υπέρ πατρίδος από μικροφώνου, από εντύπων στηλών, από τηλεοράσεως, ενδεχομένως και από άμβωνος. Θα ρητορεύουν για το χρέος, για τις θυσίες που πρέπει να γίνουν, α, και για τη φορολογική συνείδηση που πρέπει επιτέλους να αποκτήσει ο απείθαρχος Ελλην.

Αν αυτοί είναι οι πατριώτες, και αν υπερπατριώτες είναι τα ναζιστοειδή, πώς να μη δηλώσει κανείς οπαδός του Σουρή;
[ΠΗΓΗ: Παντελής Μπουκάλας, ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 14-10-2012]


Τα φαινόμενα εκφασισμού της κοινωνικής και πολιτικής ζωής αποτελούν πια μέρος της καθημερινότητάς μας και παρουσιάζονται ως ένα από τα αποτελέσματα της οικονομικής κρίσης, αλλά δεν μπορούν ν’ αντιμετωπιστούν αποτελεσματικά αν προηγουμένως δεν ξεπεράσουμε την κρίση πολιτισμού και παιδείας.

Στο Αφγανιστάν οι Ταλιμπάν πυροβολούν εν ψυχρώ μια 14χρονη που τολμά να διεκδικήσει το δικαίωμα των κοριτσιών στην εκπαίδευση. Στην Ελλάδα δεν φθάσαμε στο σημείο ακόμη να πυροβολούμε όσους θεωρούμε ότι δεν συμφωνούν με τις απόψεις μας - αν και δεν απέχουμε πολύ - αλλά με περισσή ευκολία ο υπουργός Εσωτερικών υποκύπτει στις ρατσιστικές απειλές των χρυσαυγιτών και ζητεί στοιχεία για τους αλλοεθνείς και μετανάστες που πηγαίνουν στους παιδικούς σταθμούς! Και στην Ιερά (!) οδό χρυσαυγίτες τραμπούκοι μαζί με αγανακτισμένους χριστιανούς ξυλοκοπούν και καθυβρίζουν όσους τόλμησαν να πάνε σε μια θεατρική παράσταση που θεωρούν ότι θίγει τα... σεπτά χριστιανικά τους ήθη.

Λίγες ημέρες πριν στη διαδήλωση που οργάνωσαν οι συνδικαλιστές και τα κόμματα της Αριστεράς κατά της επίσκεψης Μέρκελ κάποιοι άλλοι τάχα μου ευφάνταστοι εργατοπατέρες ντύθηκαν με στολές ναζί για να δείξουν, υποτίθεται, την αντίθεσή τους στην πολιτική της γερμανίδας καγκελαρίου δίνοντας τροφή για κακεντρεχή σχόλια στα διεθνή ΜΜΕ. Μόνο που οι αγανακτισμένοι συνδικαλιστές μας ξέχασαν ότι οι ναζί δεν βρίσκονται στη γερμανική Βουλή αλλά στην ελληνική, κυκλοφορούν κι οπλοφορούν δίπλα μας, απειλούν και τραμπουκίζουν, λες και η χώρα βρίσκεται υπό την κατοχή τους... Εν ονόματι του αντιμνημονιακού και αντιγερμανικού αγώνα κάποιοι τους ανέχθηκαν, τους νομιμοποίησαν, τους έδωσαν γήπεδο να επιδείξουν τη βαρβαρότητα, το μίσος και τον ρατσισμό τους.

Ας μη γελιόμαστε όμως. Δεν έχουμε να κάνουμε με κάποια περιθωριακά φαινόμενα, με κάποιους λίγους φανατικούς που ξεσπαθώνουν εναντίον κάποιου θεατρικού ή κινηματογραφικού έργου ή βιβλίου που θεωρούν ότι προβάλλει την πίστη τους. Τα φαινόμενα εκφασισμού της κοινωνικής και πολιτικής ζωής αποτελούν πια μέρος της καθημερινότητάς μας. Η βία και ο ρατσισμός ξεκινούν από τους μετανάστες, που αποτελούν το πιο ευάλωτο κομμάτι, και επεκτείνονται διαρκώς σε ομάδες και πρόσωπα που οι ιδέες τους, η συμπεριφορά τους, ο τρόπος ζωής τους ενοχλούν τους φύλακες της ηθικής, της θρησκείας, της πατριδοκαπηλίας. Και όσο η σιωπηλή πλειοψηφία, βυθισμένη στη μιζέρια και στα προβλήματά της, τα προσπερνά ή και τα ανέχεται, τόσο θα διογκώνονται, τόσο θα δηλητηριάζουν την ατμόσφαιρα.

Γιατί πίσω και πέρα από την οικονομική κρίση υπάρχει μια κρίση πολιτισμού και Παιδείας. Που συγκαλύφθηκε ή αγνοήθηκε στα χρόνια της ευμάρειας, αφού έβρισκε διεξόδους ανομίας στη μαγκιά και στον νεοπλουτισμό, που μπορεί να ενοχλούσαν αλλά δεν άγγιζαν την κοινωνική συνοχή, δεν απειλούσαν ευθέως την καθημερινότητά μας. Τώρα, όμως, με αφορμή και ευκαιρία την κρίση, όλο αυτό το κλίμα που υπέβοσκε βγήκε στον αφρό. Το βλέπουμε, το ζούμε δίπλα μας. Και αν δεν καταλάβουμε ότι δεν γίνεται η πολιτική και ιδεολογική αντιπαράθεση να ταυτίζεται με τον τραμπουκισμό, η κριτική και η διαφωνία με τη λογοκρισία και την αυτοδικία, η ιδιαιτερότητα με τον κανιβαλισμό, θα βρεθούμε πολύ γρήγορα μπροστά σε φαινόμενα που ούτε καν είχαμε φανταστεί... Γιατί την οικονομική κρίση μπορεί να την αντιμετωπίσουμε, αλλά αν δεν ξεπεράσουμε την κρίση ταυτότητας και πολιτισμού θα είμαστε πάντα μια χώρα χωρίς μέλλον...
[ΠΗΓH – Πολυμίλης Σήφης - στο ΒΗΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 14-10-2012]

Τετάρτη, 10 Οκτωβρίου 2012

Παγκόσμιο «δωρεάν πανεπιστήμιο»: όλο και περισσότεροι φορείς μπαίνουν στο χορό της διαδικτυακής εκπαίδευσης και αλλάζει δραστικά το τοπίο της online γνώσης

Ποια σχολή να διαλέξω; Θα μου δώσει το συγκεκριμένο πτυχίο δουλειά; Τι κόστος θα έχουν όλα αυτά; Μήπως δεν βγαίνει η «επένδυση»; (ερωτήματα που η τρέχουσα συγκυρία κάνει την επικαιρότητά τους δραματική)

 

Είναι γνωστά σε όλους μας τα διλήμματα που τίθενται στα παιδιά και στους γονείς τους όταν αυτά μπαίνουν στο τούνελ των εξετάσεων που οδηγεί από το σχολείο στο πανεπιστήμιο: «Ποια σχολή να διαλέξω; Μήπως το επίπεδο εκείνης της σχολής είναι καλύτερο από αυτής; Θα μου δώσει το συγκεκριμένο πτυχίο δουλειά; Αφήνει ανοιχτές τις προοπτικές μετεκπαίδευσης; Τι κόστος θα έχουν όλα αυτά; Θα το αντέξουμε;..».

Πάντα ετίθεντο τέτοια διλήμματα, αλλά η οικονομική κρίση τα πολλαπλασίασε σε αριθμό και βαρύτητα. Αν δεν ήμασταν αυτό που είμαστε - ένας λαός ονειροπόλων Οδυσσέων -, αν ήμασταν ορθολογιστές όσο οι Ολλανδοί, πιθανότατα θα είχαμε καθοδηγήσει τα παιδιά μας στο... να μην πάει κανένα τους στις εφετινές εξετάσεις εισαγωγής στα ΑΕΙ! Γιατί; Διότι «δεν βγαίνει η επένδυση»: όταν βάλει κανείς κάτω το αθροιστικό κόστος ολοκλήρωσης ενός πρώτου πτυχίου, το αντιπαραβάλει με τις προοπτικές ανάκαμψης της εγχώριας οικονομίας και... ψάξει να βρει τις πιθανότητες διασφάλισης καριέρας με αυτό το πτυχίο, θα κλάψει τα λεφτά του.

Με ένα τέτοιο ορθολογιστικό πνεύμα κινούνται ήδη στις βορειοευρωπαϊκές χώρες, και ας μην έχουν (ακόμη) τα δικά μας οικονομικά χάλια. Δείτε για παράδειγμα τα «διπλώματα ενός έτους» που άρχισαν να ξεφυτρώνουν, όπως το Oxford Media & Business School. Παρέχουν ταχύρρυθμη κατάρτιση σε 9 έως 12 μήνες και υπόσχονται πολύ μεγαλύτερη απορρόφηση από την αγορά εργασίας. Τι σημαίνει αυτό στην ουσία για τον ίδιο τον νέο; «Μη χάνεις, παιδί μου, τον χρόνο σου τόσα χρόνια στα πανεπιστήμια. Κάνε μια μαθητεία και βρες δουλειά, και αφού τη βρεις, πας και σε πανεπιστήμιο... αν επιμένεις και μπορείς». Από την πλευρά των νέων, δεν χρειάζεται να πούμε το πώς εκλαμβάνεται αυτό το ψαλίδισμα των ονείρων τους! Αλλά από την πλευρά των ορθολογιστών του επιχειρηματικού κόσμου, τα πράγματα ήταν «κουκιά μετρημένα» ότι θα έφταναν ως εδώ. Το ήξεραν από τη στιγμή που άρχισαν να μεταφέρουν τα εργοστάσιά τους στην Κίνα και τις υπηρεσίες τους στην Ινδία. Αναμενόμενο ήταν ότι οι νέες φουρνιές πτυχιούχων που θα έπαιρναν τη μερίδα του λέοντος από τις αντίστοιχες θέσεις εργασίας θα προέρχονταν από αυτές τις χώρες. Τι θα έμενε για τη Δύση; Είτε το περίσσευμα θέσεων για ημιανειδίκευτους στις υπηρεσίες ή η αφρόκρεμα στην εξειδικευμένη έρευνα.

Η «προφητεία» του Γκέιτς

Στα σημάδια του ότι «το ήξεραν» ή ότι το περίμεναν εντάσσεται η από το 2010 πρόβλεψη του Μπιλ Γκέιτς - ιδρυτή της Microsoft και πλουσιότερου ανθρώπου του πλανήτη - ότι ως το 2015 οι καλύτερες πανεπιστημιακές διαλέξεις και μαθήματα θα παρέχονται δωρεάν σε όλους, μέσω του Διαδικτύου. Και πράγματι, από τότε έως σήμερα, οι πάντες βάλθηκαν να επαληθεύσουν την πρόβλεψη. Αρχικά, υπήρχαν μόνο φορείς δωρεάν τηλεπαρακολούθησης διαλέξεων, όπως το δίκτυο «Forum Network» στις ΗΠΑ. Μαθήματα online με πτυχίο Bachelor ή Masters άρχισαν να δίνουν μόνο πανεπιστήμια απομακρυσμένων περιοχών, όπως το δημόσιο διαδικτυακό πανεπιστήμιο Athabasca (www.athabascau.ca), στον Δυτικό Καναδά. Όμως το φθινόπωρο του 2011 ο καθηγητής Sebastian Thrun του Stanford - και αντιπρόεδρος της Google - «άνοιξε» δοκιμαστικά το μάθημά του Τεχνητής Νοημοσύνης στο Διαδίκτυο και εγγράφηκαν... 160.000 φοιτητές. Μετά την απρόσμενη αυτή επιτυχία ο Thrun δημιούργησε την εταιρεία πανεπιστημιακής τηλεκπαίδευσης Udacity (www.udacity.com), η οποία τώρα προσφέρει δεκαπέντε μαθήματα.

MIT, Stanford και Harvard στον χορό!

Τον Δεκέμβριο του 2011 στο ρεύμα συμπαρασύρθηκε το ΜΙΤ, που εξήγγειλε το διαδικτυακό του ανοιχτό alter ego, το MITx. Στο πρώτο του μάθημα εγγράφηκαν 120.000 φοιτητές. Τον Απρίλιο του 2012 τα αμερικανικά πανεπιστήμια Stanford, Princeton, Pennsylvania, California Berkeley και Michigan ανήγγειλαν ότι στο εξής θα «χορεύουν από κοινού» τον τηλεκπαιδευτικό χορό, μέσω της εταιρείας Coursera (www.coursera.org) που ίδρυσαν (τώρα έχουν γίνει 33 τα πανεπιστήμια που συνεργάζονται, με 195 μαθήματα και 1,4 εκατομμύρια φοιτητές online). Αμέσως μετά, τον Μάιο, το ΜΙΤ και το Harvard ανακοίνωσαν πως συνενώνουν τις δυνάμεις τους, υπό την πλατφόρμα EdX. Σκοπός τους είπαν πως είναι όχι μόνο να στήσουν μια παγκόσμια κοινότητα δωρεάν τηλεδιδασκαλίας αλλά και να διερευνήσουν νέες μεθόδους και τεχνολογίες εκπαίδευσης.

Σημειώστε ότι στην πλειονότητά τους τα μαθήματα αυτά είναι απολύτως δωρεάν. Σε λίγες περιπτώσεις παροτρύνουν την αγορά κάποιου βιβλίου και σε κάποιες άλλες πληρώνει κανείς μια μικρή αμοιβή για τη διόρθωση των γραπτών του στις τελικές εξετάσεις. Επίσης αξιοσημείωτο είναι ότι τα μαθήματα δεν είναι πια μόνο θετικών σπουδών (όπου η βαθμολόγηση ήταν εύκολη) αλλά και ανθρωπιστικών: η βαθμολόγηση σε αυτά γίνεται με μεταβολή των συμφοιτητών σε κριτές ή με την αξιοποίηση του συνεργατικού «πληθοπορισμού» (αγγλιστί crowd-sourcing) που επιτρέπει η κοινωνική διαδικτύωση.

Νέες ευκαιρίες ή... νέο κόλπο;

Εκτός από τα προαναφερθέντα βαρύγδουπα ονόματα πανεπιστημίων, στο τρένο της «ανοιχτής τηλεκπαίδευσης» ανέβηκαν επικουρικά και πολλοί άλλοι φορείς προβολής. Για παράδειγμα, το γνωστό φόρουμ επίλεκτων διαλέξεων, το TED, δημιούργησε την άνοιξη που μας πέρασε το TEDed (ed.ted.com), το οποίο επιτρέπει στους καθηγητές να χτίσουν μάθημα με πυρήνα ένα βίντεο ομιλίας. Επίσης, το Flipped Learning Network προσφέρει στους νέους τη δυνατότητα να μελετούν όπου και όποτε τους βολεύει και να συναντιούνται online μόνο για τις ασκήσεις.

Θα πείτε: «Είναι αυτός τρόπος να παίρνεις πτυχίο;». Οχι ακόμη, καθ' όσον αυτά τα Μαζικά Ανοιχτά Διαδικτυακά Μαθήματα (ΜΟΟC, αγγλιστί) παρέχουν πιστοποιητικό παρακολούθησης αλλά όχι πτυχίο. Όμως ο κοσμήτορας του Harvard, Alan Garber, δηλώνει στους «Ν.Υ. Times»: «Πιθανολογώ ότι το τοπίο σε πέντε χρόνια από σήμερα θα είναι εντελώς διαφορετικό». Αλλά ο πρωτοπόρος των MOOC και καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Athabasca, George Siemens, προειδοποιεί: «Αν ήμουν πρύτανης κάποιου μεσαίου επιπέδου πανεπιστημίου, θα ένιωθα πολύ νευρικός τώρα, γιατί με τα κορυφαία πανεπιστήμια να δίνουν τα μαθήματά τους δωρεάν θα αναρωτιόμουν αν έχει έννοια να σχεδιάζω αντίστοιχα μαθήματα στο δικό μου»...

Με κάτι τέτοιες δηλώσεις... οι κυνικοί από εσάς θα πεισθούν ότι οι «κατεπάνω» ήξεραν πως το μποτιλιάρισμα στην εγγράμματη αγορά εργασίας θα ανακύψει και ετοίμασαν τους κατάλληλους μηχανισμούς της «επόμενης» διά βίου εκπαίδευσης. Ετσι, τα μεν κορυφαία πανεπιστήμια θα γίνουν τα ολιγοπώλια γνώσης στον πλανήτη, η δε νέα γενιά θα δουλεύει μεν... όπως-όπως κι όπου βρει, αλλά θα παραμένει προσαρμόσιμη και ευέλικτη σε όποιες νέες ανάγκες και ευκαιρίες.

Ορθολογιστικά, θα λέγαμε ότι είναι ένας τρόπος για να εκτονώνεις διηνεκώς την πίεση στον φελλό και να γεύεσαι πότε-πότε τον αφρό. Ονειροπόλα, θα το ονομάζαμε «δωρεάν διάχυση της γνώσης».

[ΠΗΓΗ: Τάσος Καφαντάρης, ΤΟ ΒΗΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 7 Οκτωβρίου 2012]