Τρίτη, 27 Νοεμβρίου 2012

Η Αλίκη στο σχολείο των προκλήσεων: ένα βιβλίο για τη διδακτική των μαθηματικών

Ο σχολικός πίνακας με τις εξισώσεις στο εξώφυλλο, μας προϊδεάζει για το περιεχόμενο του βιβλίου.


Όμως δεν πρόκειται για ένα καινούριο μυθιστόρημα μαθηματικής λογοτεχνίας, αλλά για ένα βιβλίο που αφορά τη διδακτική των μαθηματικών και μαζί παιδαγωγικές εφαρμογές οι οποίες, αν και παλιές σε άλλα σχολικά συστήματα, φαίνονται καινοτόμες στο ελληνικό σχολείο.

Η Αλίκη είναι νεαρή καθηγήτρια μαθηματικών σε λύκειο, που κι αυτό είναι μια άλλη χώρα των θαυμάτων, κι ενηλικιώνεται επαγγελματικά, όπως η γνωστή μας Αλίκη στο μυθιστόρημα του Λιούις Κάρολ. Το σχολείο στο σύνολό του, κάθε τάξη και κάθε τμήμα είναι ένας κόσμος με δυναμική, σχέσεις και συγκρούσεις, ένας χώρος όπου η δημιουργικότητα των μελών του μπορεί να αναδειχτεί σε όλο της το εύρος. Το βάρος πέφτει λοιπόν στους εκπαιδευτικούς οι οποίοι με το πάθος τους μπορούν να δημιουργήσουν γόνιμο έδαφος για να αναπτυχτούν οι μαθητές τους. Η Αλίκη, θα προσαρμοζόταν κατά πάσα πιθανότητα στο αγκυλωμένο περιβάλλον του σχολείου, εάν δεν είχε την τύχη να συναντήσει μια έμπειρη συνάδελφο, η οποία της έδωσε το έναυσμα για να πειραματιστεί και να αντιμετωπίσει τις προκλήσεις που τίθενται κατά τη διάρκεια της εκπαιδευτικής πράξης. Συζητώντας λοιπόν μαζί της, η Αλίκη, αναπτύσσει όλα τα ταλέντα και τις γνώσεις που πήρε στο πανεπιστήμιο και χειρίζεται μ’ επιτυχία μια σειρά από καθημερινά παιδαγωγικά ζητήματα σε σχέση πάντα με το διδακτικό της αντικείμενο. Τα μαθηματικά για τον πολύ κόσμο, αλλά και για πολλούς μαθηματικούς, θεωρούνται μάθημα το οποίο δεν προσφέρεται για τους πειραματισμούς οι οποίοι μπορούν να εφαρμοστούν σε άλλα διδακτικά αντικείμενα. Η συγγραφέας αποδεικνύει το αντίθετο!

Ζητήματα όπως η οργάνωση ενός σχεδίου εργασίας, η οργάνωση ομάδων, η αξιολόγηση της ομαδικής και της ατομικής εργασίας, είναι θέματα που απασχολούν όλους όσοι διδάσκουν σε οποιαδήποτε βαθμίδα της εκπαίδευσης. Πιο συγκεκριμένα για το μάθημα των μαθηματικών, η συγγραφέας αναφέρεται εκτενώς στην οργάνωση των προβλημάτων και τους στόχους που καλούνται να υλοποιήσουν, στη συζήτηση με μαθητές για αυτούς τους στόχους, την αντιμετώπιση των λαθών των μαθητών ως ένα ακόμα μέσο αποτελεσματικής διδακτικής προσέγγισης, αλλά και το φόβο για τα μαθηματικά, την απαγκίστρωση από το στερεότυπο του μαθητή που αποτυγχάνει σ’ αυτό το μάθημα, τις σχέσεις με τους γονείς και τις εξαιρετικά κρίσιμες, για το χώρο του σχολείου, σχέσεις μεταξύ εκπαιδευτικών. Δομημένο σαν ένα μεγάλο προσωπικό ημερολόγιο καταγράφει τις σκέψεις και τα βήματα που οδηγούν σε βαθύ προβληματισμό για τη διδασκαλία των μαθηματικών καθώς και σε μια «παιδαγωγικότερη» παρέμβαση του εκπαιδευτικού στην τάξη ώστε να πετύχει ενδιαφέροντα μαθησιακά αποτελέσματα.

Διαβάζοντας λοιπόν το βιβλίο καταλαβαίνουμε ότι πρόκειται, στην ουσία του, για ένα βιβλίο παιδαγωγικής θεωρίας και πρακτικής που ενώ έχει σαν αφετηρία τη μαθηματική εκπαίδευση, δεν αφορά μόνον τους μαθηματικούς. Σε όσους εργάζονται χρόνια στην εκπαίδευση προτρέπει στον αναστοχασμό της πρακτικής τους, ενώ επικαιροποιεί για τους νεότερους στοιχεία διδακτικής στα οποία έχουν εκπαιδευτεί, αλλά που πιθανόν δεν τολμούν να εφαρμόσουν.
[ΠΗΓΗ: Μαρίζα  Ντεκάστρο BOOKPRESS]


H ανάγνωση δεν πρέπει να είναι υποχρέωση μα απόλαυση.

Το ρήμα «διαβάζω» δεν παίρνει προστακτική

Στα μέρη μας, το ρήμα διαβάζω καλύπτει εννοιολογικά τόσο την ανάγνωση όσο και τη μελέτη. Διαβάζουμε λογοτεχνία, όπως διαβάζουμε μαθηματικά, φυσική, χημεία και όλα τα υπόλοιπα σχολικά και ακαδημαϊκά μαθήματα. Διαβάζουμε για τις εξετάσεις των αγγλικών, για το δίπλωμα οδήγησης, για τον ΑΣΕΠ… Δυστυχώς το ρήμα διαβάζω έχει ταυτιστεί με την υποχρέωση, τη νουθεσία, την απειλή και κυρίως με το άγχος των εξετάσεων.

Η παραπάνω διάκριση αποτελεί τη βάση για το καυτό ερώτημα: γιατί οι νέοι σήμερα δε διαβάζουν λογοτεχνία, με ένα στυλ αρκετά ανάλαφρο και χωρίς διάθεση διδακτισμού;.

Το οικογενειακό και το σχολικό περιβάλλον διαδραματίζουν σημαίνοντα ρόλο στη διαμόρφωση των νέων αναγνωστών.

Η πρώτη παιδική ηλικία έχει ταυτιστεί με την αφήγηση παραμυθιών κυρίως πριν το βραδινό ύπνο. Οι πωλήσεις παιδικών βιβλίων πιστοποιούν αριθμητικά το γεγονός αυτό. Με τον καιρό, τα παιδιά συμμετέχουν όλο και περισσότερο στη διαδικασία της αφήγησης. Αρχικά, διατυπώνουν τις προτιμήσεις τους και εκφράζουν τις ενστάσεις τους. Στη συνέχεια, και καθώς μαθαίνουν σιγά σιγά να διαβάζουν, σκύβουν πάνω από το κείμενο με τους γονείς τους επιχειρώντας να συλλαβίσουν. Το επόμενο στάδιο, τότε που το παιδί μπορεί να διαβάσει μόνο του, είναι το κομβικό, Είναι η συγκυρία εκείνη η οποία μπορεί να το κρατήσει στις ράγες της ανάγνωσης ή να εκτρέψει πλήρως την πορεία αυτή.

Πρέπει να αφαιρέσουμε ένα μεγάλο μέρος της ευθύνης από τις τηλεοπτικές οθόνες. Ελάχιστη σχέση έχει η παθητική τηλεθέαση με την ενεργητική πράξη της ανάγνωσης και τα παιδιά μπορούν να το κατανοήσουν καλύτερα από τους ενήλικες. Από την άλλη, το επιχείρημα πως η μη ύπαρξη της τηλεόρασης θα ωθούσε νομοτελειακά τον κόσμο στην ανάγνωση, στερεί από την τελευταία μεγάλο μέρος της μαγείας και την τοποθετεί στην κατηγορία του υποκατάστατου. Η στείρα απαγόρευση της τηλεόρασης δε θα οδηγήσει το παιδί στο βιβλίο όσο και αν κάποιοι το θεωρούν δεδομένο. Υποχρέωση τόσο του γονιού όσο και του εκπαιδευτικού είναι να επιμείνουν στην απόλαυση που προσφέρει η ανάγνωση.

Ένα ακόμα αμφιλεγόμενο σημείο είναι ο ισχυρισμός ότι η παλιότερες γενιές διαβάζουν ενώ οι σημερινές όχι. Δυστυχώς στον τόπο μας η αναγνωστική παράδοση είναι περιορισμένη οπότε το ερώτημα ξεφεύγει από τη νέα γενιά και συμπεριλαμβάνει το σύνολο των ηλικιακών ομάδων. Βέβαια, η προσήλωση στη νέα γενιά λειτουργεί νοσταλγικά, σε οδηγεί πίσω στο χρόνο τότε που ήσουν παιδί και ανυπομονούσες να ακούσεις τη συνέχεια της ιστορίας και επέμενες να ακούσεις το ίδιο παραμύθι ξανά και ξανά.

Ενδιαφέρον έχουν και οι απόψεις για το ρόλο του σχολείου στη διαμόρφωση αναγνωστικού ενδιαφέροντος. Η σχολική αίθουσα, για παράδειγμα, με τον καθηγητή να διαβάζει στα παιδιά του γυμνασίου «Μόμπι Ντικ» και εκείνα, παρά τις αρχικές ενστάσεις και φωνασκίες, να μαγεύονται, είναι μια τρυφερή και δυνατή σκηνή μέσα στο ρομαντισμό που τη διακρίνει. Θίγει έτσι το τεράστιο ζήτημα της λογοτεχνίας εντός των σχολικών κτιρίων. Δάσκαλοι και καθηγητές, παρά τα ελαφρυντικά που τους προσφέρει το πρόγραμμα σπουδών, έχουν το μερίδιο ευθύνης που τους αναλογεί.

Δεν υπάρχουν καθολικές λύσεις και πρακτικές. Όσο και αν θεωρητικολογούμε, το μεγάλο βήμα από μόνο του δε θα πραγματοποιηθεί αλλά θα απαιτηθεί πλήθος μικρών διασκελισμών. Καθένας από το πόστο του και στο μικρόκοσμό του χωρίς να προσμένουμε λύσεις και πρωτοβουλίες κεντρικού χαρακτήρα. Δεν πρέπει επίσης να ξεχνάμε πως η ανάγνωση μας προσφέρει απόλαυση και όχι κάποιο ξεχωριστό βάθρο τιμής, δεν είμαστε καλύτεροι από τους άλλους απλώς και μόνο επειδή μας αρέσουν οι ιστορίες.

Δευτέρα, 26 Νοεμβρίου 2012

Για να γυρίσει ο ήλιος θέλει δουλειά πολύ, πίστη στο όνειρο και ενθουσιασμό

Η μεγάλη κρίση, η μητέρα των κρίσεων, δεν είναι οικονομική αλλά πολιτική. Το ερώτημα λοιπόν που πλανάται εδώ και καιρό στο μυαλό πολλών είναι πώς είναι δυνατόν έπειτα από όλη αυτή την κρίση να μην έχουν βγει νέες πολιτικές δυνάμεις που θα τραβήξουν τη χώρα μακριά από την περιδίνηση θανάτου στην οποία έχει εισέλθει;

Είναι πασιφανές πως η Ελλάδα περνάει όχι μία αλλά πολλαπλές κρίσεις τα τελευταία χρόνια. Στο μυαλό όλων έρχεται πρώτα πρώτα η οικονομική κρίση. Όμως αυτή είναι άμεση συνέπεια του τρόπου που έχουμε δομήσει το κράτος και τις αξίες της κοινωνίας. Η μεγάλη κρίση, η μητέρα των κρίσεων, δεν είναι οικονομική αλλά πολιτική.

Παρακολουθώντας τις συζητήσεις στη Βουλή ο απλός πολίτης μένει πραγματικά άφωνος. Ο θεατρινισμός, η τσαρλατανιά, οι ψευτομαγκιές, ο αβδηριτισμός, η απουσία επιχειρημάτων και λογικής είναι κυρίαρχο στοιχείο στις συνεδριάσεις του ύψιστου οργάνου του δημοκρατικού μας πολιτεύματος αλλά και στις κομματικές αντιπαραθέσεις. Οι εξαιρέσεις που πάντα υπάρχουν είναι λίγες. Τα κόμματα και οι βουλευτές, αντί να είναι το κόσμημα της δημοκρατίας ενός σύγχρονου και πολιτισμένου ευρωπαϊκού κράτους, έχουν γίνει άξιοι εμπτυσμού, περιφρόνησης και αποδοκιμασίας. Θα έλεγε λοιπόν κανείς πως είναι εύφορο το έδαφος για την καλλιέργεια νέων πολιτικών δυνάμεων και κομμάτων.

Με ελάχιστες όμως εξαιρέσεις, δεν έχουν παρουσιαστεί καινούργιες πολιτικές κινήσεις για να εκτοπίσουν τη φαυλότητα. Ο κατ’ εξοχήν πολιτικοποιημένος ελληνικός λαός φαίνεται ευνουχισμένος. Το ερώτημα λοιπόν που πλανάται εδώ και καιρό στο μυαλό πολλών είναι πώς είναι δυνατόν έπειτα από όλη αυτή την κρίση να μην έχουν βγει νέες πολιτικές δυνάμεις που θα τραβήξουν τη χώρα μακριά από την περιδίνηση θανάτου στην οποία έχει εισέλθει; Η μια-δυο αξιέπαινες προσπάθειες είναι γεγονός ότι απέτυχαν εκλογικά. Αν όμως αναλογιστεί κανείς τα χρονικά περιθώρια και το γεγονός ότι ξεκίνησαν από το μηδέν, δεν θα τις χαρακτήριζε αποτυχίες αλλά ατυχίες.
Παρά την εμφανή όμως ανάγκη δημιουργίας νέων πολιτικών δυνάμεων οι οποίες θα εκφράσουν τη μεγάλη πλειονότητα των Ελλήνων, βλέπουμε ατολμία, εγκατάλειψη και μοιρολατρία. Οι δικαιολογίες που ακούγονται είναι πολλές. Μια απαρίθμηση δεν βλάπτει. Δεν μπορούμε να τα βάλουμε με το πολιτικό κατεστημένο. Τα ΜΜΕ είναι πουλημένα και δεν θα μας στηρίξουν. Δεν θα βρούμε χρήματα που χρειάζονται για τη δημιουργία νέου κόμματος. Αφού κυβερνούν πλέον οι ξένοι. Δεν έχει έρθει ακόμα η στιγμή. Φοβάμαι τη βρωμιά και τη λάσπη που θα μου ρίξουν.

Αυτά και άλλα πολλά προτάσσονται ως δικαιολογίες. Άλλοι πάλι ευελπιστούν χωρίς να το φωνάζουν στην ανάσταση του δικού τους πολιτικού μέντορα για να συνεχίσουν ως άξια τρωκτικά της εξουσίας τον πρώην βίο τους. Οι περισσότερες από αυτές τις δικαιολογίες παραπέμπουν σε βολεμένους ή όχι ακόμα «πεινασμένους» ή σε πολίτες που δυστυχώς αδυνατούν ακόμα και τώρα να εκτιμήσουν την πραγματικότητα. Πώς αλλιώς να εξηγήσουμε την απουσία αντίδρασης; Πώς είναι δυνατόν να μένουμε παρατηρητές στην άνοδο του αριστερού λαϊκισμού, του ψευτο-εθνικού φασισμού, του ρατσισμού, της βίας ή της θρησκοληψίας; Γιατί δεν αντιδρά ο μέσος Έλληνας πολίτης αλλά μοιρολατρικά περιμένει τον θάνατό του μαζί με τον θάνατο των φαύλων κομμάτων του παρελθόντος;

Μια νέα πολιτική κίνηση χρειάζεται πάνω από όλα πίστη στο όνειρο και ενθουσιασμό. Η έλλειψη ενθουσιασμού και οράματος είναι ό,τι χειρότερο. Αν δεν υπάρχει το όνειρο και η προσπάθεια για κάτι καλύτερο, τότε ο θάνατος έχει ήδη επέλθει. Δεν υπάρχει ανάγκη από εθνοσωτήρες αλλά από πολιτικές λογικής μακριά από ιδεολογικές προκαταλήψεις. Οι ερωτήσεις που πρέπει να κάνουμε όλοι μας είναι: Αν όχι τώρα, πότε; Αν όχι εγώ, ποιος;

[ΠΗΓΗ: Ανδρέας Κούτρας, χρηματοοικονομικός αναλυτής, στέλεχος ITC Markets στο Λονδίνο – εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ]

Σάββατο, 24 Νοεμβρίου 2012

Ώρα μηδέν: όλα τα συμπτώματα μαρτυρούν ότι ο πολιτικός μας βίος βρίσκεται ήδη σε κάθετη πτώση.

ΠΟΛΙΣ – ΠΟΛΙΤΕΣ:  η πρώτη προστατεύει σε ώρες κινδύνου τους «πολίτες» της, που αναλαμβάνουν με τη σειρά τους την υποχρέωση να την υπερασπιστούν. Διαφορικά, η  διασάλευσή της αμοιβαίας συνθήκης συνεπάγεται μερική ή και ολική καταστροφή.

Πιάνοντας το νήμα της επίμαχης διχοτομίας μεταξύ πολιτικού λόγου και πολιτικού βίου, υπενθυμίζω ότι στη βάση της εντοπίζεται το θεμελιακό ζεύγος «πόλις - πολίτες». Ενική η πόλις, πληθυντικοί οι πολίτες, ευνοούν, ήδη με τον γραμματικό τους τύπο, κάποιες (σκόπιμες ή άσκοπες) παρεξηγήσεις για το πραγματικό νόημα της σύζευξής τους.

Συνήθως οι δύο όροι θεωρούνται συνώνυμοι, με το επιχείρημα ότι ο πρώτος περιέχει τον δεύτερο, και ο δεύτερος περιέχεται από τον πρώτο, αποτελώντας έτσι ένα αδιαίρετο σύνολο. Πρόκειται μάλλον για εννοιολογική, πραγματολογική και ιστορική ανακρίβεια, στον βαθμό που εξισώνει αυθαίρετα το αντικειμενικό κύρος ενός θεσμού με τα εναλλασσόμενα υποκείμενά του. Δεν θα επιμείνω περισσότερο, θυμίζοντας μόνον ότι ο αρχαιοελληνικός όρος «πόλις» υπήρξε θεμέλιος λίθος της αθηναϊκής δημοκρατίας και ετυμολογική μήτρα κρίσιμων παραγώγων όπως: πολίτης, πολιτεία, πολιτική, πολίτευμα, πολιτισμός. Παράγωγα που παραμένουν ισχυρά και σήμερα, μολονότι το μοντέλο «πόλις-κράτος» έχει υποστεί στο μεταξύ διαδοχικές έως και ανατρεπτικές μεταλλάξεις.

Η αρχική πάντως χρήση και σημασία του όρου «πόλις» (άλλως πως: «πτόλις» και «πτολίεθρον») διαφαίνεται στον Όμηρο χωροταξική: ανταποκρίνεται στην οχύρωση ενός κατοικημένου χώρου με αμυντικό περιτείχισμα, που τον καθιστά δυσπόρθητο. Με τους όρους αυτούς η «πόλις» προστατεύει σε ώρες κινδύνου τους «πολίτες» της, που αναλαμβάνουν με τη σειρά τους την υποχρέωση να την υπερασπιστούν. Πρόκειται επομένως για αμοιβαία συνθήκη, που η διασάλευσή της συνεπάγεται μερική ή και ολική καταστροφή, αφήνοντας πίσω της εντυπωσιακά ερείπια, τα οποία ευνοούν την πολλαπλή μυθοποίησή της: το «Ιλιον» και η παρεπόμενη ομηρική «Ιλιάς» αποτελούν ιδρυτικό παράδειγμα.

Επιστρέφοντας τώρα στα καθ' ημάς και στο σήμερα, δικαιούμαστε να εκτιμήσουμε τον πολιτικό βίο ως σήμα πολιτικής προστασίας, που προϋποθέτει πολιτική υπεράσπιση, και πολιτικής υπεράσπισης, που προϋποθέτει πολιτική προστασία. Η διασάλευση αυτής της αμοιβαιότητας συνεπάγεται κίνδυνο, που μπορεί να αποδειχτεί ακόμη και ανήκεστος. Σε τέτοιο οριακό σημείο φαίνεται πως έχουμε πλησιάσει, αν δεν φτάσαμε κιόλας, τα τελευταία χρόνια. Γεγονός που καθιστά οξύ το οικείο πολιτικό μας πρόβλημα, το οποίο ερμηνεύεται συνήθως ως ανοίκεια οικονομική κρίση, προκαλώντας πολλαπλές αντιδράσεις· εύλογες ή αλόγιστες.

Οι ευθύνες πάντως γι' αυτή την επικίνδυνη κατάσταση μοιράζονται ανισόρροπα στο σώμα των πολιτών, ανάλογα και με το μερίδιο εξουσίας που ασκούν ή υφίστανται σε ένα συγκεχυμένο πολιτικό τοπίο. Οπού οι πολίτες συντάσσονται σε τρεις κατά βάση κατηγορίες. Στην πρώτη εντάσσονται οι αναγνωρισμένοι και αναγνωρίσιμοι πολιτικοί. Στη δεύτερη όσοι με τον έναν ή τον άλλο τρόπο πολιτεύονται. Στην τρίτη εκείνοι που, ομολογημένα ή ανομολόγητα, απέχουν. Στην κατηγορία των πολιτικών συμπράττουν οι θητεύοντες με απόστρατους, επίστρατους και εφέδρους. Στην κατηγορία των πολιτευομένων συνεργάζονται ανενόχλητοι οι κομματικοί ιθύνοντες με τη συνδικαλιστική πελατεία των κομμάτων. Στην κατηγορία, τέλος, της πολιτικής αποχής συμμαχούν συνήθως οι κορεσμένοι με τους ακόρεστους.

Υπολείπεται ένας, συνθηματικός έστω, υπολογισμός κομματικών ελιγμών, που συμψηφίζουν την κακοδαιμονία του πολιτικού μας βίου τα τρία τελευταία χρόνια, σημαδεμένα από την επέλαση εξοντωτικών μνημονίων.

 

[ΠΗΓΗ: Δ.Ν. Μαρωνίτης – Απολίτιστα Μονοτονικά στο ΒΗΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 18 Νοεμβρίου 2012]

Τρίτη, 20 Νοεμβρίου 2012

Ταξική παιδεία σήμερα: ένα σύγχρονο φαινόμενο έκπτωσης της βασικής παιδείας που παρατηρείται πλέον διεθνώς

Μία από τις συνέπειες της οικονομικής κρίσης που δεν έχει αναδειχθεί όσο θα έπρεπε είναι οι επιπτώσεις της στην εκπαίδευση όλων των βαθμίδων στην Ελλάδα.

Το συγκεκριμένο φαινόμενο όμως δεν αφορά αποκλειστικά τη χώρα μας αφού η έκπτωση στο χώρο της βασικής παιδείας παρατηρείται πλέον διεθνώς. Σε πολλές χώρες, η μεσαία τάξη -ή, για να ακριβολογήσουμε, η ευρεία γκάμα κοινωνικών ομάδων που αποκαλούνται συλλήβδην «μεσαία τάξη»- πλήττεται εντονότερα, αφού σε αυτή ανήκουν όσοι μέχρι πρόσφατα είχαν τη δυνατότητα να προσφέρουν στα παιδιά τους σπουδές σε καλά σχολεία, κολέγια ή πανεπιστήμια, και μία πιο ολοκληρωμένη παιδεία όσον αφορά στις ξένες γλώσσες, την μουσική, τον χορό, ή κάποια αθλήματα που απαιτούν, εκτός των άλλων, σοβαρή επένδυση χρημάτων.

Περισσότερες ευκαιρίες

Σε πρόσφατη έρευνα της ένωσης Αμερικανών Δημοσκόπων για τις επιπτώσεις της οικονομικής κρίσης στον τρόπο ζωής της μεσαίας τάξης, μερικές ενδιαφέρουσες ερωτήσεις οδήγησαν σε εξίσου ενδιαφέροντα συμπεράσματα. Η πλειοψηφία των ερωτηθέντων παραδέχτηκε ότι αν και η οικονομική τους κατάσταση έχει ραγδαία μεταβληθεί προς το χειρότερο, διατηρούν τις συνήθειες και την συμπεριφορά που είχαν πριν από πέντε ή και δέκα χρόνια, αφού δεν είναι εύκολο να προσαρμόσουν τις επιθυμίες τους στη νέα, δυσάρεστη πραγματικότητα.

Αν και σχεδόν οι μισοί απάντησαν ότι είχαν πολύ περισσότερες ευκαιρίες να σπουδάσουν και να πετύχουν επαγγελματικά από τους γονείς τους, μόνο το ένα τρίτο απάντησε θετικά στην πιθανότητα τα δικά τους παιδιά να έχουν περισσότερες ή έστω ίσες με αυτούς ευκαιρίες να σπουδάσουν σε καλά πανεπιστήμια και ν’ αποκτήσουν ευρεία παιδεία. Πολλοί τόνισαν ότι αν και το γεγονός αυτό τους προκαλεί έντονη απογοήτευση, θεωρούν καλύτερο, από το να ξοδέψουν τα χρήματά τους στις σπουδές του παιδιού, να εξασφαλίσουν την συνταξιοδότησή τους, ή να μην δημιουργήσουν επιπλέον χρέη που θα επιβαρύνουν τους απογόνους τους.

Στην Ελλάδα των φωτοτυπιών, της εκπαιδευτικής γραφειοκρατίας, των αλλεπάλληλων απεργιακών κινητοποιήσεων για συντεχνιακά αιτήματα, και της κατασπατάλησης των πανεπιστημιακών επιδοτήσεων από τους λάθος ανθρώπους και για τους λάθος λόγους, είναι εύκολο να καταλάβουμε ότι η εκπαίδευση θα υποφέρει περισσότερο απ’ ό,τι συνήθως τα επόμενα χρόνια, δημιουργώντας γενιές νέων ανθρώπων με περιορισμένες γνώσεις και ελλιπή ανθρωπιστική παιδεία.

Όταν η μεσαία τάξη φτάσει να θεωρεί, για παράδειγμα, ότι τα μαθήματα κιθάρας, ο αθλητισμός, ο χορός ή μία ακόμα ξένη γλώσσα, πέρα από την αγγλική, είναι πολυτέλεια, όταν οι περισσότεροι γονείς (έχοντας ήδη περιορίσει διακοπές, εξόδους, και αγορές) σταματούν πλέον τις επισκέψεις σε μουσεία και παιδικά θέατρα, και «κόβουν τα φροντιστήρια», χωρίς την ίδια στιγμή η ποιότητα της εκπαίδευσης που προσφέρουν τα δημόσια σχολεία να έχει βελτιωθεί, ποιο μπορεί στ’ αλήθεια να είναι το αποτέλεσμα;

Λύση μαγική δεν υπάρχει: όσοι πιστεύουμε στην αξία της παιδείας, θα πρέπει με κάθε τρόπο να τονίζουμε με την καθημερινή μας στάση ότι δεν θεωρούμε τον ευτελισμό της ένα ακόμη αναπόφευκτο σημάδι των καιρών. Θα πρέπει επίσης να σκεφτούμε νέους τρόπους ώστε να βοηθήσουμε τους μαθητές να βελτιώσουν τις επιδόσεις τους. Ένα χρήσιμο παράδειγμα είναι η κίνηση της Πολιτείας της Μασαχουσέτης για την παιδαγωγική ενίσχυση οικονομικά αδύνατων οικογενειών: οργάνωσε ένα εκτενές δίκτυο φροντιστηριακών μαθημάτων εντός και εκτός «διδακτέας ύλης», τα οποία προσφέρονται δωρεάν από ειδικά εκπαιδευμένους φοιτητές των Παιδαγωγικών Σχολών. Την χρηματοδότηση αυτών των μαθημάτων αναλαμβάνει ο εκάστοτε Δήμος.

Από το αν και ποιο βιβλίο θα αγοράσουμε για τα παιδιά -αντί για μία ακόμη Μπάρμπι ή άλλο ένα αυτιστικό βιντεογκέιμ- μέχρι το είδος των πιέσεων που θα ασκήσουμε υπέρ του σεβασμού της επιστημονικής εγκυρότητας της γνώσης που παρέχεται σε όλες τις σχολικές βαθμίδες -και η οποία βάλλεται πλέον συστηματικά από κάθε αυτόκλητο κι αδαή «εθνοσωτήρα»- οι πράξεις μας έχουν σημασία, αποτελώντας απαραίτητο αντίδοτο στην πολιτισμική υποβάθμιση που βιώνουμε καθημερινά.

[ΠΗΓΗ: Εύα Στάμου – BOOKPRESS http://bookpress.gr/  ]

Σάββατο, 17 Νοεμβρίου 2012

Γιάννης Βλαχογιάννης, Έτσι ήτανε

Ο ΚΟΣΜΟΣ ΕΧΕΙ ΠΑΝΗΓΥΡΙ ΣΗΜΕΡΑ: ο λαός παίζει με τη φαντασία του το παιχνίδι αυτό, το χρόνο μια φορά

Το «`Έτσι ήτανε» είναι ένα ιστορικό-πατριωτικό διήγημα από τη συλλογή του Γιάννη Βλαχογιάννη ΜΕΓΑΛΑ ΧΡΟΝΙΑ. Θέμα του είναι μια επέτειος της Εξόδου του Μεσολογγίου, καθώς και οι συναισθηματικές αντιδράσεις ενός παππού απέναντι σ’ αυτό το συμβατικό εορτασμό της Εξόδου, που λαμβάνει χώρα στο Μεσολόγγι μετά από αρκετά χρόνια. Ίσως είναι επίκαιρο και με επιμύθιο συμβολικό για κάθε λογής «επετείους» και γιορτές μνήμης!

Παππού, σήκου, παππούλη: Σήμερα είναι μέρα επίσημη: Τι φυλάς το στρώμα και βογγάς; Όλο βογγάς κι όλο μαλώνεις – σώνεις πια: Έβγα να ιδής: Έλα ν’ αλλάξης και να πας στην αγορά. Ο κόσμος έχει πανηγύρι σήμερα – Σάββατο Λαζάρου:
Το μαθητούδι ζωηρό, καθώς μπήκε στο σπίτι, έφυγε κιόλα. Τόξερε ο παππούς πως ήταν η τρανή. Παραμονή, της Έξοδος η μέρα… Αχ, τέτοια μέρα δε θα ξαναφανή – μήτε ο θεός να δώση:

Τόξερε ο παππούς, κι αυτό από μέρες κι από νύχτες συλλογιόταν. Ο πονεμένος νους του σερνότανε τριγύρω στη μεγάλη Θύμηση. Και την περίμενε τη μέρα αυτή, σα νάτανε ναρχόταν άλλη μια φορά, πρώτη φορά – του κάκου:

Μα του μικρού ταγγόνου οι χαρωπές φωνές του ξάφνισαν το νου. Κι εκεί, να πάλι το τρελόπαιδο μπροστά του. Άφησε τις τρεχάλες για να ξαναρθή και να του γίνη πειρασμός και πάλι.
-Ακόμα κάθεσαι, παππούλη; Λεχώνα θα μου γίνης αυτού πέρα; Απόλυσε κι η εκκλησιά:

-Καλά, καλά, μωρέ παιδί, μη με μαλώνεις τόσο· γέρος είμαι, δε μπορώ να σηκωθώ. Εδώ άσε με να σήπωμαι…
-Τι είπες; Δεν ακούς; Περνάει η Έξοδο!

Αυτός ο λόγος χτύπησε το γέρο αλλόκοτα. Της λιτανείας η βοή, που έφτανε απ’ τον άλλο δρόμο, κρυφή τρεμούλα τούχυσε στα σωτικά· ο νους του σάλεψε άξαφνα.

-Έφτασα: Τ’ άρματά μου:

Ορθός τινάχτηκε σαν παλληκάρι. Ανάλλαγος, ανάμαλλος ζώστηκε το σπαθί. Και βγήκε.
Τα μάτια αγριωπά στυλώνει γύρω του. Κάτι σα να ζητή. Το κανόνι και το τουφέκι γεμίζει όλη τη χώρα μ’ αμέτρητη βοή. Κόσμος πολύς στην αγορά. Όλοι ντυμένοι τα καλά τους. Όλοι τ’ άρματα κρατούν – και ρίχνουν:

Ο λαός παίζει με τη φαντασιά του το παιγνίδι αυτό, στο χρόνο μια φορά. Θέλει να ξαναζωντανέψη τη μεγάλη εικόνα, έτσι για να δη «πώς ήτανε» – κι ο γέρος πάει να το πιστέψη.
Βρίσκεται με ταγγόνι στης λιτανείας την ουρά, κι ακολουθούν. Τέλος στους Τάφους έφτασαν. Εκεί χιλιάδες συναγμένοι στέκονται κι ακούν έναν που βγάνει λόγο, μα ο λόγος είν’ ατέλειωτος. Ο γέρος ακούει, και δεν καταλαβαίνει. Ακούει, και καρτερεί· σαν κάτι φαίνεται να καρτερή…

-Ωρέ, δεν ήταν έτσι: κράζει με δυνατή φωνή.

Άφησε στη μέση τη γιορτή και πήρε το δρόμο πίσω για το σπίτι. Θυμωμένος φαίνεται. Βογκάει, στ’ αγγόνι δε μιλεί. Άξαφνα σταματάει. Εκεί κοντά του κάποιος τραγουδεί. Ένας τυφλός, χωριάτης διακονιάρης, στρωμένος καταγής, παίζει τη λύρα του και τραγουδεί. Λέει το θλιμμένο, το μοιρολόγι του Μεσολογγιού.

Ορθός ο γέρος, άσειστος ακούει. Βρύση πάνε τα μάτια του. Κλαίει ήσυχα, και δε μιλεί. Τέλος κόπηκε το τραγούδι.

-Να, ωρέ, έτσι ήτανε:

Αυτό είπε μοναχά. Και γύρισε στο σπίτι του και στον καϊμό του.

[ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΛΑΧΟΓΙΑΝΝΗΣ 16/12/1911, «ΕΤΣΙ ΗΤΑΝΕ» από το βιβλίο ΜΕΓΑΛΑ ΧΡΟΝΙΑ Εκδόσεις ΕΣΤΙΑ]

Πέμπτη, 15 Νοεμβρίου 2012

Οι λέξεις της χρονιάς: κρίση, λιτότητα, χρέος, μνημόνιο, δόσεις

Ένας τρόπος να περιγραφεί μια χρονική περίοδος είναι μέσα από τις λέξεις που ακούγονται στην τηλεόραση, στον Τύπο, στις παρέες. Το λεξικό της Οξφόρδης επιλέγει κάθε χρονιά την πιο πρωτότυπη και συμβολική


Κρίση, λιτότητα, χρέος, μνημόνιο, δόσεις, είναι λέξεις που μονοπωλούν τις συζητήσεις τα τελευταία χρόνια, ενώ άλλες (όπως το σπρεντ) αποδεικνύονται πιο εφήμερες. Το Λεξικό της Οξφόρδης, τόσο στη Βρετανία όσο και στις Ηνωμένες Πολιτείες, επιλέγει κάθε φθινόπωρο τη λέξη της χρονιάς με διαφορετικά κριτήρια: να είναι πρωτότυπη, να είναι συμβολική, να είναι περίεργη, να προκαλεί συζητήσεις, να ξαφνιάζει.

Ανάμεσα στις υποψήφιες λέξεις στην Αγγλία για φέτος ήταν ο «Ευρωγεδδών» (η απειλή μιας οικονομικής κατάρρευσης της ευρωζώνης), το «πορνό για μαμάδες» (λόγω της επιτυχίας του βιβλίου «Πενήντα Αποχρώσεις του Γκρι»), το «μποζόνιο του Χιγκς» (πιο γνωστό ως σωματίδιο του Θεού) και ένας όρος που κατασκεύασαν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης: «Yolo» (you only live once, ζεις μονάχα μια φορά). Νικήτρια όμως αναδείχθηκε η λέξη omnishambles, που θα μπορούσε να μεταφραστεί στα ελληνικά ως απόλυτο χάος. «Είναι μια λέξη που άρεσε σε όλους καθώς συμπυκνώνει με όμορφο τρόπο τα γεγονότα των τελευταίων 365 ημερών», δήλωσε η Φιόνα ΜακΦέρσον, μια από τους λεξικογράφους της κριτικής επιτροπής.

Η λέξη καταγράφηκε πρώτη φορά το 2009 από τους σεναριογράφους μιας σειράς του BBC, αλλά ήρθε στην επιφάνεια τον περασμένο Απρίλιο όταν τη χρησιμοποίησε ο Εντ Μίλιμπαντ στη Βουλή για να περιγράψει τον προϋπολογισμό της κυβέρνησης Κάμερον. Ο ηγέτης των Εργατικών φαίνεται πως έχει ταλέντο, καθώς δική του ήταν και η περυσινή λέξη της χρονιάς: squeezed middle, δηλαδή η πιεζόμενη μεσαία τάξη. Το omnishambles πάντως είναι ομολογουμένως πιο επιβλητικό, ενώ προσφέρεται και για λογοπαίγνια. Οταν ο ατυχήσας υποψήφιος των Ρεπουμπλικανών για την Προεδρία Μιτ Ρόμνεϊ επισκέφθηκε πέρυσι τη Βρετανία, κυκλοφόρησε στα social media ο όρος Romneyshambles για να περιγράψει τις γκάφες του.

Οι ειδικοί του Λεξικού της Οξφόρδης στις ΗΠΑ ήταν πιο συντηρητικοί. Από την οικονομία προτίμησαν την τεχνολογία, γεγονός διόλου περίεργο δεδομένου ότι είναι Αμερικανοί. Πριν από τρία χρόνια είχαν αναγορεύσει λέξη της χρονιάς το «unfriend», το κουμπί που πατά δηλαδή κανείς στο facebook για να αφαιρέσει κάποιον από τον κύκλο των φίλων του. Φέτος διάλεξαν το GIF (Graphics Interchange Format), τη συμπιεσμένη μορφή αρχείου δηλαδή, που μπορεί να χρησιμοποιηθεί μεταξύ των άλλων για τη δημιουργία κινουμένων εικόνων. Εφευρέθηκε το 1987, πριν από 25 ολόκληρα χρόνια, όπως επισημαίνουν όμως οι λεξικογράφοι, «δεν ήταν ποτέ περισσότερο της μόδας από σήμερα». Η περίφημη New York Public Library εγκαινίασε φέτος ένα εργαλείο που επιτρέπει τη μετατροπή των αρχείων της σε κινούμενες εικόνες, ενώ τον περασμένο μήνα η εφημερίδα «Γκάρντιαν» διοργάνωσε ένα live-gif της πρώτης τηλεμαχίας των υποψηφίων για την αμερικανική Προεδρία.

Το μόνο που δεν έχει λυθεί είναι η προφορά της λέξης GIF. Αλλά δεν έχει και καμιά σημασία.

[ΠΗΓΗ: Μιχάλης Μήτσος, ΔΙΑΣΤΑΣΕΙΣ, ΤΑ ΝΕΑ 15 Νοεμβρίου 2012]

Κυριακή, 11 Νοεμβρίου 2012

Όταν η φύση σωπαίνει: όσο η εμπειρία μας από το φυσικό κόσμο θα συρρικνώνεται, τόσο δεν θα νιώθουμε πια το βάθος των ίδιων μας των λέξεων

Πενήντα χρόνια τώρα η ανθρωπότητα φιμώνει τις φωνές της φύσης… κι αυτή η σιωπή της φύσης με τη σειρά της φιμώνει κάτι μέσα στον ανθρώπινο νου


Ούτε κελάιδισμα ούτε τιτίβισμα ούτε κρώξιμο. Η θλιβερή σιωπή της άνοιξης χωρίς τα πουλιά της ήταν η κεντρική εικόνα στο φημισμένο βιβλίο της Ρέιτσελ Κάρσον «Silent Spring». Από τη δημοσίευσή του, 50 χρόνια πριν, η ανθρωπότητα εξακολουθεί να φιμώνει τις φωνές της φύσης, με τα εντομοκτόνα που εξέτασε η Κάρσον, την καταστροφή των βιότοπων, τη ρύπανση, την υπεραλίευση, την κλιματική αλλαγή, μειώνοντας δραματικά τους πληθυσμούς και οδηγώντας πολλά είδη στην εξαφάνιση.
Οι απώλειες που υφίσταται ο φυσικός κόσμος είναι δικές μας απώλειες, η σιωπή της φύσης φιμώνει κάτι μέσα στον ανθρώπινο νου. Η ανθρώπινη γλώσσα είναι γεμάτη αναφορές στα άλλα ζωικά είδη – τρέχουμε σαν λαγοί, βγάζουμε τα κάστανα απ’ τη φωτιά και το φίδι απ’ την τρύπα, είμαστε «αλεπούδες», «μπούφοι», «γουρούνια», «αετοί». Όταν όμως η εμπειρία μας από τον φυσικό κόσμο συρρικνώνεται, δεν νιώθουμε πια το βάθος των ίδιων μας των λέξεων: η γλώσσα χάνει τη λάμψη και τη ζωντάνια της.
Ο ανθρώπινος νους έχει ανάγκη τη φύση για να σκεφτεί βαθύτερα. Παριστάνοντας πως είναι άλλα πλάσματα, τα παιδιά εξασκούνται στην αλληγορία και στην ενσυναίσθηση ταυτόχρονα. Οι πολιτισμοί έχουν από τα πανάρχαια χρόνια αφηγηθεί και διδάξει σε μη ανθρώπινες φωνές. Ο Απόλλων, ο θεός της μουσικής, της ιατρικής και της γνώσης, έπαιρνε συχνά τη μορφή δελφινιού. Τα δελφίνια όμως που γεμίζουν τους ωκεανούς με τις φωνές τους και οι φάλαινες που τραγουδούν σε ρυθμούς θαλασσινής τζαζ -αληθινή γαλάζια ραψωδία- καταδιώκονται ως την άκρη της σιωπής.
Κατά τη σουμεριανή περίοδο, σύμφωνα με τον θρύλο, αγγελιαφόροι των θεών με τη μορφή ψαριού περνούσαν τις νύχτες τους μέσα στη θάλασσα και την ημέρα δίδασκαν στους ανθρώπους τον ηθικό κώδικα και τις τέχνες. Μετά τον κατακλυσμό, δεν επέστρεψαν, κι έτσι οι σοφοί μεταξύ των ανθρώπων ντύνονταν με μανδύες ψαριού, με λέπια και ουρές, για να διδάξουν τους άλλους.
Η ηλιθιότητα της υπεραλίευσης θα προκαλούσε σοκ στην Κάρσον, η οποία ήταν θαλάσσια βιολόγος. Από τη δεκαετία του 1950, όταν δημοσίευσε την τριλογία της «The Sea», τα δύο τρίτα των ψαριών που αλιεύουμε έχουν υποστεί δραματική μείωση. Μηχανότρατες αφανίζουν τον γόνο, λιπάσματα προκαλούν φονική αύξηση του πλαγκτόν και η κλιματική αλλαγή απειλεί δραματικά τη θαλάσσια ζωή.
Οι μάγοι γιατροί της Αμαζονίας λένε ότι κάθε φυτό έχει το δικό του «τραγούδι» και ότι για να καταλάβεις πώς πρέπει να το χρησιμοποιήσεις, πρέπει να ακούσεις τη φωνή του. Το σιωπητήριο που επιβάλλεται στα τροπικά δάση είναι διπλή καταστροφή, όχι μόνο των δέντρων αλλά και της θεραπευτικής γνώσης. Οι γιατροί στις φυλές των τροπικών δασών χρησιμοποιούν φάρμακα που θα ήταν πολύτιμα για τον δυτικό κόσμο. Εκείνοι όμως που αδιαφορούν για τη φύση θέλουν να επιβάλουν σιωπή στους υπερασπιστές της. Η Ρέιτσελ Κάρσον είχε αντιμετωπίσει ψευδείς κατηγορίες ότι η επιρροή της στον περιορισμό των ψεκασμών με DDT προκάλεσε πλήθος θανάτους από ελονοσία. Και στην Αμαζονία, οι γιατροί της ζούγκλας δέχονται επιθέσεις από «ιεραποστόλους» ενώ τα δέντρα καταστρέφονται για να επωφεληθούν έμποροι ξυλείας και κτηνοτρόφοι. Παίρνουμε τα πιο πολύτιμα φάρμακα που μας δίνει το δάσος για να τα μετατρέψουμε σε χάμπουργκερ.
Στα σιωπηλά δάση, στις σιωπηλές θάλασσες, ο ανθρώπινος νους χάνει τα μονοπάτια της σκέψης και τις αντηχήσεις της γλώσσας του, τοποθετώντας τη σημασία της άγριας φύσης στη λίστα των υπό εξαφάνιση ιδεών. Το δίκτυο της ζωής είναι επίσης δίκτυο σκέψης και ο νους μας έχει τη φωλιά του στην γη που ξέρει να μιλάει και να τραγουδάει.
[ΠΗΓΗ: Iay Griffiths,The Guardian - αναδημοσίευση από ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ της Κυριακής 11-11-2012]

Τρίτη, 6 Νοεμβρίου 2012

Η καταβύθιση στις σελίδες ενός καλού βιβλίου παραμένει και σήμερα δώρο πολύτιμο

Το βιβλίο, σήμερα περισσότερο από ποτέ, αποτελεί έναν πλούσιο κόσμο αναφοράς, πηγή αστείρευτων δυνατοτήτων, ισχυρή άμυνα ενδοσκόπησης απέναντι στην ισοπεδωτική εξωστρέφεια της σύγχρονης ζωής.

Γνωρίζω πολλούς, ευαίσθητους και ευφυείς κατά τα άλλα, που αφήνονται να παρασυρθούν από το εκάστοτε πνεύμα της εποχής.

Στα χρόνια της οικονομικής ευρωστίας, της κερδοσκοπικής μανίας, γέμιζαν τις μέρες και τις νύχτες τους συμμετέχοντας σε όργια ευδαιμονίας, εκεί όπου τους έσπρωχναν οι λάιφ στάιλ επιταγές ή οι ανάγκες μιας εργασίας χωρίς ωράρια που εξαγόραζε προσωπικό χρόνο επιστρέφοντάς τον υπό τη μορφή «χάπενινγκ», «πάρτι γενεθλίων», «μίτινγκ» κοκ.

Οι ίδιοι άνθρωποι, που ποτέ δεν έβρισκαν χρόνο και ησυχία, αφήνονται τώρα να τους καταλάβει η οργή δίχως να αναστοχάζονται ή να αμφισβητούν το μοντέλο ζωής που τους οδήγησε στα σημερινά αδιέξοδα. Κι όταν αναρωτιούνται «τι φταίει», στο κάδρο βάζουν πάντοτε άλλους: τους ισχυρούς του κόσμου, τους πολιτικούς, το «σύστημα»· υπεκφεύγουν, αρνούνται να αλλάξουν ορίζοντα, αξίες, προτεραιότητες.

Απέναντι σε όλους αυτούς τους ανθρώπους, που βρίσκονται σε «κρίση» πολύ πριν αρχίσουμε να μιλάμε για οικονομική κρίση, η δική μας απάντηση παραμένει η ανάγνωση. Το βιβλίο, σήμερα περισσότερο από ποτέ, αποτελεί έναν πλούσιο κόσμο αναφοράς, πηγή αστείρευτων δυνατοτήτων, ισχυρή άμυνα ενδοσκόπησης απέναντι στην ισοπεδωτική εξωστρέφεια της σύγχρονης ζωής.

Η καταβύθιση στις σελίδες ενός βιβλίου –ενός καλού βιβλίου*, στην ευτυχέστερη περίπτωση– παραμένει και σήμερα ένα από τα πολυτιμότερα δώρα που μπορούμε να προσφέρουμε στον εαυτό μας. Όχι για να περιχαρακωθούμε στην ιδιωτεία μας, αλλά για να ανοιχτούμε στον Άλλον.

Όλο και συχνότερα, με ποικίλες αφορμές, γίνεται φανερό ότι αυτό το άνοιγμα είναι το μεγάλο αίτημα του καιρού μας.

ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑ ΚΑΛΟ ΒΙΒΛΙΟ; Δεν ξέρουμε. Ας μην μας πιάνει όμως πανικός. Αυτή η άγνοια δεν φανερώνει κάποια ειδικότερη αδυναμία παρά μόνον μια ευρύτερη πραγματικότητα: Ότι δεν μπορούμε να θεμελιώσουμε με λογικό τρόπο, με καθολικά και στέρεα επιχειρήματα, τι είναι ένα καλό «οτιδήποτε».

Ωστόσο, ακόμη κι αν δεν γνωρίζουμε τι είναι ένα καλό βιβλίο, ίσως γνωρίζουμε κάτι άλλο, πιο σημαντικό, αφού αυτό θα μας επιτρέψει, εκ των υστέρων πάντοτε, να κάνουμε τη δουλειά μας: Ίσως γνωρίζουμε ποιο βιβλίο είναι ένα καλό βιβλίο.

Το πρώτο κριτήριο που προτείνουμε είναι αυτό: Καλό βιβλίο είναι εκείνο το οποίο, αφού το έχουμε διαβάσει, θέλουμε να το κρατήσουμε. Να το έχουμε. Το βάζουμε στη βιβλιοθήκη μας, δίπλα στο κρεβάτι μας, το αφήνουμε χωρίς λόγο ξεχασμένο πάνω στο γραφείο μας. Είναι αυτό που στην επόμενη μετακόμιση δεν θα το αφήσουμε πίσω μας, ούτε θα το βγάλουμε μαζί με άλλα σε κούτες στο δρόμο, δεν θα φωνάξουμε κάποιο παλιατζή ή πλανόδιο μικρέμπορο να το πάρει όσο όσο. Αισθανόμαστε, χωρίς να ξέρουμε γιατί, ότι κάτι μας συνδέει μαζί του: έχει γίνει κομμάτι «αυτού που είμαστε».

Τα καλά βιβλία, τα βιβλία δηλαδή που είναι για τον καθένα από εμάς καλά, τα βάζουμε συνήθως σε βιβλιοθήκες. Όταν μετά από καιρό σταθούμε απέναντι σε αυτές τις βιβλιοθήκες, κι αφού έχουν μεσολαβήσει μετακομίσεις, εκκαθαρίσεις, μας αρέσει να αφήνουμε το βλέμμα μας να τα διατρέχει. Ίσως πάρουμε στο χέρι μας κάποιο από αυτά, ίσως ακόμη διαβάσουμε μερικές γραμμές, ανατρέξουμε ξανά στην αρχή ή στο τέλος, προσπαθώντας να ανακαλέσουμε στο μυαλό μας το περιεχόμενό του, μια φράση που μας είχε συγκινήσει, μια ιδέα που μας είχε αποτυπωθεί. Δεν αποκλείεται, αν είμαστε άνθρωποι που διαβάζουμε συστηματικά, ή που μας αρέσει ούτως ή άλλως να αφήνουμε το αποτύπωμά μας στα βιβλία μας, να πέσουμε πάνω σε κάποια σημείωση στο περιθώριο, σε κάποια σκέψη που σκαρώσαμε στα γρήγορα. Ίσως μάλιστα ξαναδιαβάσουμε κάποιες από τις υπογραμμισμένες φράσεις πασχίζοντας να θυμηθούμε για ποιο λόγο μας εντυπωσίασε αυτή και όχι η αμέσως επόμενη που τώρα μας φαντάζει πιο ενδιαφέρουσα.

Τέτοιες στιγμές συνειδητοποιούμε κάτι που έτσι κι αλλιώς υποψιαζόμασταν: Τα καλά βιβλία είναι ζωντανοί οργανισμοί, αλλάζουν όπως κι εμείς. Κάθε φορά που τα ανοίγουμε δεν είναι ποτέ ίδια με την προηγούμενη. Τα βιβλία αυτά δεν εξαντλούν τους χυμούς τους παρά μόνο όταν εμείς πάψουμε, για δικούς μας λόγους, να θέλουμε να αντλήσουμε κάτι από αυτά.

Σημαίνει άραγε αυτό ότι θα μπορούσαμε σε όλη μας τη ζωή να διαβάζουμε το ίδιο καλό βιβλίο; Θα μπορούσαμε, ενδεχομένως. Θα έπρεπε, ωστόσο; Η δική μας απάντηση είναι όχι. Δεν θα έπρεπε. Θα προσθέταμε μάλιστα ότι ένα δεύτερο κριτήριο για το ποιο είναι ένα καλό βιβλίο σχετίζεται με αυτό ακριβώς το σημείο. Καλό βιβλίο, λοιπόν –εκτός από εκείνο που αφού το διαβάσουμε θέλουμε να το κατέχουμε–, είναι το βιβλίο που μας γεννά τη λαχτάρα να διαβάσουμε ακόμη ένα καλό βιβλίο. Ειδάλλως, δεν θα ήταν καλό βιβλίο, αλλά «ΤΟ καλό βιβλίο», η Βίβλος δηλαδή. Κατά βάθος, το μόνο που χωρίζει εμάς τους βιβλιόφιλους από τους πιστούς ΤΟΥ Βιβλίου (τους... Βιβλόφιλους) είναι ακριβώς αυτό ΤΟ άρθρο.

[ΠΗΓΗ: Κώστας Κατσουλάρης BOOK PRESS Ο Κόσμος μεγαλώνει μέσα από τα βιβλία http://bookpress.gr/ ]

Δευτέρα, 5 Νοεμβρίου 2012

Πότε θα τελειώσει αυτό που ζούμε;

Όμως, πραγματικά αναρωτιέμαι τι θα θεωρούσαμε ως τέλος αυτής της κρίσης. Να πάρουμε πίσω τον ακρωτηριασμένο μισθό μας; Να μηδενίσουμε την αγωνία για τον επιούσιο; Να μπορούμε πάλι να φανταστούμε το αύριο δίχως να φοβόμαστε πως κάτι θα μας σπάσει τον ύπνο σε χιλιάδες αιχμηρά γυαλιά, αδιάβατα για ξυπόλητους απεγνωσμένους;



Δεν έχω άλλη καλύτερη απάντηση σε όσους έχουν αρχίσει να γλείφουν και τα δάχτυλα της απόγνωσης ρωτώντας «πότε επιτέλους θα τελειώσει όλο αυτό;» από την απάντηση: «όταν τελειώσει και η ζωή σου». Δεν υπάρχει κάτι συγκεκριμένο που έχει αρχίσει. Ποια είναι δηλαδή η αρχή του; Ο Γιωργάκης στο Καστελόριζο; Ο Προβόπουλος να αποκαλύπτει το πραγματικό έλλειμμα; Το χαρτί της απόλυσης; Όλα κουκίδες επάνω στις τεθλασμένες του συλλογικού και ιδιωτικού βίου, μικρά κύτταρα παρόντος στο σώμα της Ιστορίας. Είναι η ζωή σου που άρχισε όταν γεννήθηκες και θα τελειώσει όταν πεθάνεις. Στοιχειώδες.

Δεν υπάρχει γεγονός (ούτε καν πιστωτικό) παρά μόνο ροή. Με ξαφνικές και απότομες καταβυθίσεις βέβαια, όμως η αρχή είναι η πηγή και το φινάλε η θάλασσα. Δεν είσαι το φύλλο αλλά το ίδιο το νερό. Αν δεις μέσα από αυτό το πρίσμα το πέρασμα μας από αυτήν την τραχιά μορφολογία του εδάφους που μας έλαχε να ποτίσουμε, δεν θα περιμένεις γεγονότα-θαύματα να σε λυτρώσουν από γεγονότα-εφιάλτες.

Φιλοσοφίες! Θα πεις. Με κολακεύεις… Οι εντός παρενθέσεως υποζωές δεν έχουν καμία αξία πέρα από κάποιες ανάγκες ταξινόμησης του ιστορικού χρόνου. Σαφώς και η ζωή μας είναι και θα είναι πολύ διαφορετική μετά το συντριπτικό κάταγμα της κρίσης.

Όμως, πραγματικά αναρωτιέμαι τι θα θεωρούσαμε ως τέλος αυτής της κρίσης. Να πάρουμε πίσω τον ακρωτηριασμένο μισθό μας; Να αποκτήσουμε την αγοραστική δύναμη του 2004; Να μηδενίσουμε την αγωνία για τον επιούσιο; Να μπορούμε πάλι να φανταστούμε το αύριο δίχως να φοβόμαστε πως κάτι θα μας σπάσει τον ύπνο σε χιλιάδες αιχμηρά γυαλιά, αδιάβατα για ξυπόλητους απεγνωσμένους; Και αν γίνουν όλα αυτά, θα σηκωθούμε, θα ξεσκονίσουμε γόνατα και αγκώνες και θα πούμε πως πάμε να συνεχίσουμε την ζωή από εκεί που την αφήσαμε;

Τίποτα δεν αφήσαμε στη μέση. Αυτή είναι η ζωή μας και συνεχίζεται. Με ελαχιστοποιημένες πια τις σιγουριές μας, με την απόλυτη βία της φτώχειας να εξαπλώνεται σαν κακό νέο στην πόλη αλλά και τις επιλογές και τις πιθανότητες να παίρνουν πάντα το μέρος όσων τολμούν να μην υποτάσσονται στα μοιραία. Πόσο μάλλον όταν τα “μοιραία” είναι εργαστηριακά πειράματα που πλασάρονται ως νομοτέλειες.

Γιατί, δεν άνοιξε η γη στα δύο, δεν μας πλησίασε απειλητικά ο ήλιος, δεν συγκρουστήκαμε με την Σελήνη. Έχουμε συγκεκριμένα προβλήματα και θηριώδεις διαφωνίες σε θέματα διανομής πλούτου, δικαιοσύνης, φιλοσοφίας κοινωνικής οργάνωσης.

Αυτά τα δημιουργούν άνθρωποι άρα τα λύνουν και άνθρωποι. 

Και αυτό δεν θα τελειώσει ποτέ

 [ΠΗΓΗ: Οδυσσέας Ιωάννου στο Protagon.gr ΙΣΤΟΡΙΕΣ για να σκέφτεστε διαφορετικά:  http://www.protagon.gr/]

Σάββατο, 3 Νοεμβρίου 2012

Να μην ξεχάσουμε το βαρύ τίμημα του φασισμού

Η μνήμη αποτελεί συστατικό της ταυτότητας και επομένως της επιβίωσης μιας ομάδας ή ενός έθνους

Ο εορτασμός ιστορικών επετείων συνδέεται ευθέως και με σαφήνεια με ένα καθήκον μνήμης, την ανάγκη υπενθύμισης στην κοινωνία, και κυρίως στις νεότερες γενιές, ενός κοινού παρελθόντος, με διδακτικούς στόχους. «Να μην ξεχάσουμε» είναι η προτροπή που διατυπώνεται σταθερά σε κάθε επέτειο, όπως τον περασμένο μήνα για τα ενενήντα χρόνια της Μικρασιατικής Καταστροφής, με την υπενθύμιση ότι η μνήμη αποτελεί συστατικό της ταυτότητας και επομένως της επιβίωσης μιας ομάδας ή ενός έθνους.

Άραγε όμως εφαρμόζεται αυτό στην περίπτωση της εθνικής επετείου της 28ης Οκτωβρίου; Τι θυμόμαστε και, κυρίως, τι υπενθυμίζουμε με τον εορτασμό της επετείου; Τι διδάσκεται στο σχολείο; Ποια είναι η επικαιρότητα του ιστορικού μαθήματος για τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, την Κατοχή και την Αντίσταση στην Ελλάδα σήμερα;

Η πρώτη διαπίστωση που σχετικά εύκολα θα έκανε ένας εξωτερικός παρατηρητής είναι ότι η επέτειος αυτή έχει περιοριστεί στον εορτασμό του «ΟΧΙ» απέναντι στην ιταλική επίθεση, ως μιας πράξης εθνικής αξιοπρέπειας που προσιδιάζει στον χαρακτήρα των Ελλήνων ανά τους αιώνες, αποκομμένη από τα ιστορικά της συμφραζόμενα. Πρόκειται για την επέτειο ενός ιστορικού γεγονότος που έχει χάσει την ιστορικότητά του. Για λόγους που έχουν αναλυθεί αλλού, η Ελλάδα επέλεξε, σε αντίθεση με τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες, να εορτάζει την έναρξη του πολέμου και όχι τη λήξη του. Η αυτολογοκρισία που επιβλήθηκε στην επίσημη Ιστορία με τη λήξη του Εμφυλίου, σε συνδυασμό με μια παράδοση σιωπών και λευκών σελίδων που χαρακτηρίζει εν γένει την εθνική Ιστορία, οδήγησε σε μια στρογγυλεμένη ερμηνεία της 28ης Οκτωβρίου. Όχι μόνο γιατί η Ομοσπονδιακή Γερμανία ήταν σύμμαχος στο πλαίσιο του Ψυχρού Πολέμου, αλλά και γιατί οι ιδεολογικοί συγγενείς και οι συνεργάτες των κατακτητών απολάμβαναν ασυλία.

Το γεγονός ότι η περίοδος του Β' Παγκοσμίου Πολέμου για την Ελλάδα δεν διδασκόταν (και κατά κανόνα δεν διδάσκεται ούτε σήμερα) και ότι η επέτειος της 28ης Οκτωβρίου αποϊδεολογικοποιήθηκε για να προβάλλει μόνο την εθνική και όχι την πολιτική σύγκρουση εξηγεί γιατί σήμερα η ιδεολογία του φασισμού και του ναζισμού με την οποία συγκρούστηκε η Ελλάδα του 1940 έχει απήχηση στην Ελλάδα του 2012 μέσω της Χρυσής Αυγής. Εμφανίζεται έτσι το οξύμωρο σχήμα να προβάλλεται ως «πατριωτική» η ιδεολογία που χαρακτήριζε τους γερμανούς κατακτητές και στην οποία στηρίχθηκε η αιματηρή βία της Κατοχής. Η κατάκτηση της Ελλάδας, οι εκτελέσεις και οι δολοφονίες αμάχων, η λεηλασία της παραγωγής και οι εκτοπισμοί, ήταν αποτέλεσμα μιας ιδεολογίας φυλετικής ανωτερότητας και καθαρότητας. Η πρωτοφανής άνοδος αυτής της ιδεολογίας στη σημερινή Ελλάδα καθιστά το καθήκον μνήμης επιβεβλημένο στη φετινή επέτειο.

Η Κατοχή υπήρξε ιδιαίτερα σκληρή για τον ελληνικό λαό: μέτρα καταστολής, αντίποινα, μαζικές εκτελέσεις, φυσική καταστροφή, πληθωρισμός, μαύρη αγορά, λεηλασία των οικονομικών πόρων της χώρας, κατάρρευση της εθνικής οικονομίας και φοβερός λιμός. Τον χειμώνα 1941-1942 υπολογίζεται ότι μόνο στην Αθήνα πέθαιναν κάθε μέρα 300 άνθρωποι. Ολέθρια υπήρξε η Κατοχή και για την τύχη των εβραίων της Ελλάδας. Μόνο το 17% των εβραίων που ζούσαν στην Ελλάδα πριν από τον πόλεμο επιβίωσε από τη ναζιστική κατοχή. Τον Οκτώβριο του 1944 ο γερμανικός στρατός θα εγκαταλείψει την Αθήνα, αφήνοντας πίσω του μια χώρα κατεστραμμένη και στα πρόθυρα εμφύλιας σύγκρουσης.

Παρά την ήττα του Χίτλερ και των συμμάχων του, ιδεολογίες που συνδέονται μαζί τους, όπως ο φασισμός, ο ρατσισμός και αντισημιτισμός, δεν πέθαναν το 1945, με το τέλος του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Εξακολουθούν να επιβιώνουν και να αναβιώνουν σε διαφορετικά σημεία της ευρωπαϊκής ηπείρου, ιδιαίτερα μάλιστα σε μια συγκυρία σαν τη σημερινή, που πολλές χώρες δοκιμάζονται από την οικονομική κρίση. Η Ελλάδα, περισσότερο από όλες. Ωστόσο οι ιδεολογικοί απόγονοι του ναζισμού άλλοτε προβάλλουν και άλλοτε αποκρύπτουν τους δεσμούς τους με το Γ' Ράιχ και την πολιτική του.

Σε κάποιες περιπτώσεις λοιπόν, για λόγους πολιτικής σκοπιμότητας, αποσυνδέονται τα συστατικά στοιχεία της ναζιστικής ιδεολογίας - σοβινισμός, φυλετισμός, βία, αντικοινοβουλευτισμός, αυταρχισμός, μιλιταρισμός, ολοκληρωτισμός - από το όνομά της, ώστε να μη συνδεθούν οι ιδεολογικοί της απόγονοι με την ιστορική τους μήτρα. Αυτή είναι και η τακτική της Χρυσής Αυγής. Επιχειρεί την ιδεολογική της νομιμοποίηση μέσω της επίκλησης της ελληνικής αρχαιότητας, αποσιωπώντας την πραγματική της προέλευση. Ο λόγος είναι προφανής: η Ελλάδα πολέμησε εναντίον της φασιστικής Ιταλίας, αντιστάθηκε εναντίον της ναζιστικής κατοχής και πλήρωσε βαρύ τίμημα σε υλικές απώλειες και ανθρώπινα θύματα. Δεν είναι πολιτικά επωφελές να παραδεχθεί κάποιος ότι συντάσσεται ιδεολογικά με τους κατακτητές της χώρας του, ιδιαιτέρως μάλιστα όταν προβάλλει «πατριωτικό» προφίλ.

Για τους λόγους αυτούς, το μάθημα Ιστορίας που προσφέρει η 28η Οκτωβρίου είναι κρίσιμο. Δάσκαλοι και καθηγητές έχουν σήμερα την ευκαιρία να εξηγήσουν στα παιδιά για ποια ιδανικά και εναντίον ποιας ιδεολογίας οι παππούδες τους έδωσαν τη ζωή τους, να τους δείξουν το αποτρόπαιο πρόσωπο του ναζισμού στα Καλάβρυτα και στο Δίστομο, καθώς και στα στρατόπεδα θανάτου του Αουσβιτς και της Τρεμπλίνκα, και να κάνουν τους μαθητές τους να αντιληφθούν ότι η χώρα τους υπήρξε ένα από τα τραγικά θύματα αυτής της ιδεολογίας που σήμερα αυτοπροβάλλεται ως «αντισυστημική» και ριζοσπαστική.
 

[ΠΗΓΗ: Χριστίνα Κουλούρη , καθηγήτρια Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο – εφημερίδα ΒΗΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 27-10-2012]