Παρασκευή, 4 Ιανουαρίου 2013

Χριστουγεννιάτικη ιστορία του Γιάννη Αλμπάνη: Χριστούγεννα στις 4 Φλεβάρη

Μόνο ψιθυριστά μπορούσαν λοιπόν να πουν αυτό που όλοι καταλάβαιναν ότι έπρεπε να γίνει. Μια γκρίζα και άνυδρη σιωπή, σαν τη στάχτη που είχε καλύψει τα πάντα όταν, ξαφνικά, ένα μικρό παιδί, που το όνομά του κανείς δεν ήξερε, αλλά όλοι θυμούνταν να το έχουν ξαναδεί κάποτε, άρχισε να κλαίει… Το μοναδικό, θαυμαστό και αναπάντεχο ήταν το ότι όλοι μονομιάς κατάλαβαν αυτά τα δάκρυα τι ήθελαν να πουν· σαν να τους αποκαλύφθηκε ξαφνικά αυτό που ήταν μέχρι τότε καλά κρυμμένο…


Όταν έφτασε 25 του Δεκέμβρη χωρίς να έρθουν τα Χριστούγεννα, δεν έκανε εντύπωση στους ανθρώπους της πολιτείας. Έτσι κι αλλιώς, τις μέρες εκείνες τίποτα δεν συνέβαινε όπως παλιά. Και τα πράγματα είχαν σταματήσει για τόσο καιρό να κυλάνε όπως θα έπρεπε, που οι περισσότεροι δεν ήθελαν πια να θυμηθούν πώς ήταν πριν. Πριν αλλάξουν όλα, πριν το φως του ήλιου σταματήσει να διαπερνάει τα σύννεφα, πριν ο ουρανός αρχίσει να βρέχει στάχτη, πριν η γη γίνει στείρα και οι πηγές ν’ αναβλύζουν λάσπη. Προτού η σιωπή απλωθεί και γίνουν όσα γίνονταν στο βουλευτήριο.

Ούτε οι προφητείες των Ιερών Γραφών, ούτε οι σοφοί δημογέροντες που θυμούνταν τις ιστορίες από την αρχή του κόσμου είχαν προβλέψει όσα τρομερά θα έρχονταν. Κανένας δεν το περίμενε, κανένας δεν μπορούσε καν να φανταστεί ότι εκείνο το φθινόπωρο δεν θα έπεφτε βροχή, αλλά στάχτη, κι ότι ο ουρανός θα ήταν διαρκώς σκοτεινός, χωρίς να αφήνει τις ακτίνες του ήλιου να φτάνουν στην πολιτεία. Στην αρχή όλοι έμειναν άφωνοι και κανένας δεν μπορούσε να το εξηγήσει, γιατί κανένας δεν είχε ξαναδεί ποτέ να βρέχει στάχτη από τον ουρανό, κι ούτε οι Ιερές Γραφές, ούτε οι σοφοί δημογέροντες μπορούσαν να βοηθήσουν. Οι περισσότεροι πιάστηκαν απ’ αυτό που φαινόταν πιο εύκολο: «Κάτι παροδικό είναι, η στάχτη δεν θα κρατήσει πολύ».

Η στάχτη όμως δεν σταμάτησε. Κι η έκπληξη γρήγορα έγινε φόβος, και μετά, πολύ γρήγορα πάλι, ο φόβος έγινε απελπισία και πανικός. Έτσι οι λιτανείες, όπου στην αρχή πηγαίνανε μια χούφτα άνθρωποι, έπειτα από λίγο έμοιαζαν με τεράστιες συγκεντρώσεις στις οποίες συμμετείχε όλη η πολιτεία. Ο κόσμος προσεύχονταν με δάκρυα στα μάτια κι έψελνε ύμνους. Στην αρχή παρακαλούσαν το Θεό να τούς βοηθήσει και να αρχίσει να βρέχει πάλι νερό· μετά όμως ακούστηκαν στην πολιτεία ύμνοι παλιοί, που οι περισσότεροι νόμιζαν ότι είχαν ξεχαστεί γιατί είχαν γραφτεί πολύ παλιά, όταν ο κόσμος γεννιόταν· ύμνοι στους μοχθηρούς θεούς του Κάτω Κόσμου για να λυπηθούν τους ανθρώπους και να σταματήσει να βρέχει στάχτη.

Όμως ούτε ο Θεός ούτε οι αρχαίοι χθόνιοι θεοί έσωσαν τους ανθρώπους της πολιτείας. Οι λιτανείες, οι ύμνοι και οι προσευχές δεν έκαναν τις αχτίδες του ήλιου να φτάσουν στην πολιτεία, δεν σταμάτησαν τον ουρανό να βρέχει στάχτη. Και όταν πια μαθεύτηκε ότι η σοδειά είχε χαθεί και ότι δεν μπορούσε να βρεθεί καμία πηγή με πόσιμο νερό, τότε σταμάτησαν και οι προσευχές και οι ύμνοι και οι μεγάλες λιτανείες. Μόνο ψίθυροι ακούγονταν πια στην πολιτεία· ψιθύριζαν δυο-δυο, δυο-τρεις, γιατί κανένας δεν τολμούσε να φωνάξει αυτό που όλοι καταλάβαιναν ότι θα γινόταν σε λίγο· ίσα που το ξεστόμιζε στους λίγους που εμπιστευόταν. Γνώριζαν όλοι ότι οι αποθήκες με το στάρι θα άδειαζαν σε λίγες εβδομάδες· αλλά πριν από τις αποθήκες του σταριού θα άδειαζαν οι δεξαμενές του νερού. Μόνο ψιθυριστά μπορούσαν λοιπόν να πουν αυτό που όλοι καταλάβαιναν ότι έπρεπε να γίνει.

Οι ψίθυροι σταμάτησαν όταν το συμβούλιο των δημογερόντων ανακοίνωσε τις αποφάσεις του. Η ανακοίνωση των σοφών ήταν οι τελευταίες λέξεις που ακούστηκαν. Όλοι συμφώνησαν με την απόφαση, αλλά από εκείνη τη στιγμή κανένας δεν ξαναμίλησε. Σιωπή απλώθηκε στην πολιτεία· μια γκρίζα και άνυδρη σιωπή, σαν τη στάχτη που είχε καλύψει τα πάντα.

Δεν μίλαγαν πια ούτε καν οι άτυχοι που έχαναν κάθε μέρα στην κλήρωση της κεντρικής πλατείας. Έπαιρναν αμίλητοι το δρόμο για το βουλευτήριο, χωρίς να προσπαθούν να το σκάσουν από το κακό που τους είχε βρει. Έτσι κι αλλιώς, δεν υπήρχε κάπου αλλού να πάνε γιατί τα είχε καλύψει όλα η στάχτη· κι αν ακόμα βρισκόταν αυτό το «κάπου», ήταν σίγουρο ότι θα τους έπιαναν οι άλλοι που δεν είχαν κληρωθεί, και θα τους οδηγούσαν πάλι στο βουλευτήριο, εκεί που η μοίρα τους αναπόφευκτα το είχε γράψει. Εκεί οι σοφοί δημογέροντες, τώρα πια δήμιοι και χασάπηδες, δεν συνεδρίαζαν, αλλά έκοβαν τα κεφάλια των άτυχων της κλήρωσης της κεντρικής πλατείας· και στη συνέχεια στράγγιζαν τα σώματά τους από το αίμα και το έδιναν στους υπόλοιπους για να ξεδιψάσουν· και μετά τεμάχιζαν τα άψυχα σώματα των άτυχων και τα έδιναν στους υπόλοιπους για να χορτάσουν την πείνα τους. Η ανακοίνωση το είχε εξηγήσει πολύ καθαρά: «Δεν υπάρχει άλλος τρόπος για να επιζήσει η πολιτεία, μέχρι να έρθουν οι φωτεινές μέρες κι η κανονική βροχή. Δεν είναι ευχάριστο σε κανέναν μας, μα έτσι πρέπει να γίνει».

Οι τυχεροί που δεν είχαν κληρωθεί, εξίσου αμίλητοι με τους άτυχους, περίμεναν υπομονετικά στις ουρές που οδηγούσαν από την κεντρική πλατεία στο βουλευτήριο, για να ξεδιψάσουν με το αίμα και να χορτάσουν με τις σάρκες όσων στεκόντουσαν πριν λίγο στο πλάι τους. Οι λέξεις είχαν στερέψει πια στην πολιτεία. Λίγο πιο μετά στέρεψαν και τα δάκρυα.

Στις 25 Δεκέμβρη τα Χριστούγεννα δεν ήρθαν λοιπόν. Και πώς θα μπορούσαν να έρθουν όταν όλα είχαν καλυφθεί από τη στάχτη, και ο ουρανός ήταν διαρκώς σκοτεινός, και η γη ήταν στείρα, και οι πηγές ανέβλυζαν λάσπη, και η σιωπή είχε απλωθεί στην πολιτεία; Πώς θα μπορούσαν να έρθουν τα Χριστούγεννα όταν οι άνθρωποι είχαν σταματήσει να θυμούνται τους παλιούς καιρούς για να μπορέσουν να αντέξουν όσα γίνονταν στο βουλευτήριο· όσα οι ίδιοι έκαναν στο βουλευτήριο. Κι οι μέρες περνούσαν όμοιες και σκοτεινές, αφήνοντας πίσω τους τις 25 Δεκέμβρη, χωρίς καν να μπορεί κανείς με σιγουριά αν εκείνο τον καιρό είχε αλλάξει ο χρόνος.

Μέχρι που μια μέρα, όμοια και σκοτεινή με όλες τις άλλες, εκεί που όλοι οι άνθρωποι της πολιτείας είχαν μαζευτεί πάλι στην κεντρική πλατεία για την κλήρωση, κάτι μοναδικό, θαυμαστό και αναπάντεχο συνέβη. Ένα μικρό παιδί, που το όνομά του κανείς δεν ήξερε, αλλά όλοι θυμούνταν να το έχουν ξαναδεί κάποτε, άρχισε να κλαίει. Το μοναδικό, θαυμαστό και αναπάντεχο δεν ήταν βέβαια το ότι οι κάτοικοι της πολιτείας έβλεπαν μετά από τόσο καιρό κάποιον να κλαίει. Ούτε το ότι το παιδί έκλαιγε, ενώ είχε σταθεί τυχερό και δεν είχε κληρωθεί. Το μοναδικό, θαυμαστό και αναπάντεχο ήταν το ότι όλοι μονομιάς κατάλαβαν αυτά τα δάκρυα τι ήθελαν να πουν· σαν να τους αποκαλύφθηκε ξαφνικά αυτό που ήταν μέχρι τότε καλά κρυμμένο. Και αποφάσισαν να σώσουν όσους είχαν κληρωθεί και να μην ξανακάνουν πια κληρώσεις, γιατί όλοι τους, σαν από θαύμα, είχαν ακούσει τα δάκρυα του μικρού παιδιού, που κανένας δεν ήξερε το όνομά του, αλλά όλοι θυμούνταν να το έχουν ξαναδεί κάποτε. Αυτά τα δάκρυα που έλεγαν ότι ήταν προτιμότερο να πεθάνουν από την πείνα και τη δίψα, παρά να φαγωθούν μεταξύ τους.

Το ημερολόγιο έγραφε 4 Φλεβάρη, και τα Χριστούγεννα είχαν έρθει στην πολιτεία.

[ΠΗΓΗ: Ενθέματα: http://enthemata.wordpress.com  ]