Παρασκευή, 17 Μαΐου 2013

Πανελλαδικές ιστορίες 2013: δι’ ευχών

Νεαρός μαθητής μένει ενεός στη θέα λευκής σελίδας του τετραδίου του. Οι προηγούμενες  σελίδες είναι ήδη πλήρεις σημειώσεων που καταχώρισε, εκεί, χωρίς κανένα δισταγμό. Γιατί, λοιπόν, διστάζει τώρα; Γιατί, εξαίφνης, νιώθει τέτοιο δέος μπροστά στην άγραφη σελίδα; Γιατί, με τρέμον χέρι, γράφει, τελικά: «Το χαρτί άσπρο σαν χιόνι, οι λέξεις μου κρυώνουν;» Μήπως κατάλαβε ότι οι λέξεις έχουνε ζωή; Έγινε μήπως ποιητής; [από το βιβλίο του Αργύρη Χιόνη ΤΟΤΕ ΠΟΥ Η ΣΙΩΠΗ ΤΡΑΓΟΥΔΗΣΕ και άλλα ασήμαντα περιστατικά]

Και μια λέξη σαν θυρίδα ασφαλείας όπου να μπορείς να καταθέτεις τη συγκίνησή σου  [αντί για ευχές σε μαθητές που διαγωνίζονται]
 
ΚΟΥΙΖ: Υπάρχει, άραγε μια λέξη, με την οποία να μπορείς  να εκφράσεις την ευγνωμοσύνη, που νιώθεις μέσα σου, για τις ευτυχισμένες συμπτώσεις της ζωής;

Παρ’ όλα της τα καμώματα, παρ’ όλες τις πνευματιστικές ιδιοτροπίες της και παραξενιές, εγώ ο άθεος, ο δύσπιστος και σκεπτικιστής, πάντα δυσκολευόμουν αφάνταστα να πιστέψω ότι πίστευε στ’ αλήθεια. Ότι πίστευε στ’ αλήθεια σ’ έναν αληθινό Θεό. Φαίνεται, όμως, πως έπεφτα έξω. Πως είχα άδικο και σ’ αυτό το ζήτημα. Μα… όπως κι αν έχει, ποια άλλη λέξη υπάρχει; Ποια άλλη λέξη μπορεί να εκφράσει αυτήν την ευγνωμοσύνη, που νιώθεις μέσα σου, για τις ευτυχισμένες συμπτώσεις της ζωής, όταν δεν υπάρχει κανένας να του πεις ευχαριστώ κι εσύ χρειάζεσαι να πεις ευχαριστώ σε κάποιον; Ο Θεός, έλεγε η Βίνα. Η Αγάπη, θα πουν κάποιοι άλλοι. Η Ποίηση, θα προσθέσω εγώ (για να τα ’χω καλά και με την αθεΐα μου). Όπως και να ’χει μια τέτοια λέξη, ίσως ξεχωριστή στον καθένα,  ηχεί πάντα στ’ αυτιά μας σαν μια θυρίδα ασφαλείας, όπου μπορείς να καταθέσεις τη συγκίνησή σου. Ένα μέρος για να βάλεις ό,τι δεν χωράει, ό,τι δεν μπαίνει πουθενά αλλού. Αλλά, δυστυχώς, οι άνθρωποι το πιο συχνά δε βρίσκουν ή κλείνουν τα μάτια στη δυνατή τους λέξη όπως ακριβώς πολύ συχνά δεν ξέρουν τι να κάνουν με τα χέρια τους. Έτσι, λέει ο ποιητής, «τα δίνουν τάχα χαιρετώντας σ’ άλλους. Τ’ αφήνουν να κρέμονται σας αποφύσεις άνευρες. Ή, το χειρότερο, τα ρίχνουν στις τσέπες τους και τα ξεχνούνε. Στο μεταξύ ένα σωρό κορμιά μένουν αχάιδευτα, ένα σωρό ποιήματα άγραφα» (Αργύρης Χιόνης)

[ΠΗΓΗ: Σάλμαν Ρουσντί, Το χώμα που πατάει, Περιοδικό Το Δέντρο, τεύχος 105 [Φεβρουάριος – Μάρτιος 1999]. Ιστορίες για τον Θεό. 37 κείμενα για την θρησκευτικότητα, σ. 86, απόδοση Μαρία Αγγελίδου. [απόσπασμα από το τότε υπό μετάφραση μυθιστόρημα του Salman Rushdie, The Ground Beneath Her Feet, 1999].