Πέμπτη, 23 Μαΐου 2013

Η Παιδεία στο απόσπασμα – η Ελλάδα στο πουθενά

Ακόμη μια μάχη για την Παιδεία χάθηκε πριν καν ξεκινήσει. Για ακόμη μια φορά η επικοινωνία επικράτησε της πολιτικής. Και για άλλη μια φορά η τακτική του αντιπερισπασμού χρησιμοποιήθηκε επιτυχώς προκειμένου να αποτραπεί η συζήτηση για την ουσία του εκπαιδευτικού ζητήματος και να αναδειχτεί στη θέση της μια εξ αρχής χαμένη αντιπαράθεση…

Σήμερα, έντεχνα παρουσιάζονται οι εκπαιδευτικοί ως συντεχνία. Με τον ίδιο τρόπο που κάποτε ως συντεχνία κατηγορούνταν οι πρυτάνεις. Και στο ενδιάμεσο μια χώρα χρεοκοπημένη που προσπαθεί να βρει τον δρόμο της για την ανάπτυξη, χωρίς να στηρίζεται στην επιστημονική γνώση, την έρευνα και την καινοτομία. Μια κοινωνία κατακερματισμένη που προσπαθεί να ξανασταθεί στα πόδια της, χωρίς να επενδύει στη μόρφωση και την εκπαίδευση του ανθρώπινου δυναμικού της. Αφήνοντας έτσι μια ολόκληρη γενιά χωρίς ελπίδα και χωρίς προοπτική.

Ο χώρος της δημόσιας εκπαίδευσης υπήρξε ένα από τα μεγαλύτερα θύματα της λιτότητας που πλήττει τη χώρα τα τελευταία χρόνια. Εύλογα, σκέφτεται κανείς, μια και το εκπαιδευτικό σύστημα βρίσκεται στην καρδιά του δημόσιου τομέα, ο οποίος αποτελεί το μεγαλύτερο θύμα της οικονομικής κρίσης. Όμως η εκπαίδευση, αποδυναμωμένη από τη μεταχείριση που της επιφυλάχθηκε διαχρονικά, ήταν ήδη ετοιμόρροπη και στο χείλος του γκρεμού και προ κρίσης. Ακόμη δηλαδή κι αν η σημερινή υποχρηματοδότηση της εκπαίδευσης αποδοθεί αποκλειστικά στην οικονομική κρίση, παραμένει αναπάντητο το ερώτημα: Γιατί η Ελλάδα ήταν ουραγός στους ευρωπαϊκούς δείκτες της χρηματοδότησης του εκπαιδευτικού της συστήματος, σε χειρότερη θέση ακόμη και από τις πρώην ανατολικές χώρες, το 2006; Τότε δηλαδή που η ελληνική κοινωνία απολάμβανε προσωρινή βέβαια, πλην όμως υπαρκτή, ευμάρεια; Διότι σε εκείνη την άφρονα και αυτοκαταστροφική πολιτική οφείλεται η σημερινή εκπαιδευτική μας φτώχεια.

 Αφού τότε δεν καταφέραμε ως χώρα ούτε να δρομολογήσουμε τις θεσμικές εκείνες αλλαγές που θα ισχυροποιούσαν τη δημόσια εκπαίδευση για τους δύσκολους καιρούς, ούτε όμως και να ενισχύσουμε τις υποδομές και να εκσυγχρονίσουμε τους εξοπλισμούς, ώστε αυτοί να μπορούν να αντέξουν στη σημερινή εποχή της λιτότητας. Αντ’ αυτών, τους κρατούντες απασχολούσε τότε η αναγνώριση των ιδιωτικών κολεγίων ως ισότιμων με τις δημόσιες ανώτατες σχολές. Και η αντιπαράθεση στον τομέα της Παιδείας γινόταν με αφορμή την επιδιωκόμενη τότε τροποποίηση του άρθρου 16 του Συντάγματος, που θα επέτρεπε σε ιδιωτικά συμφέροντα να ιδρύουν πανεπιστήμια. Την ώρα δηλαδή που οι Ευρωπαίοι σύμμαχοί μας ενίσχυαν τις δομές της Παιδείας τους, εμείς αποδομούσαμε τη δημόσια εκπαίδευση, για χάρη της ιδιωτικής.

 Κι όταν το εγχείρημα απέτυχε, εξ αιτίας της σθεναρής αντίστασης της εκπαιδευτικής κοινότητας, πέρασαν σε επόμενο, πιο σατανικό σχέδιο: στην απόπειρα ιδιωτικοποίησης των ίδιων των δημόσιων δομών, με την άκριτη μεταφορά στα καθ’ ημάς Δούρειων Ίππων, ξένων δηλαδή προτύπων και θεσμών, που αντιστοιχούν σε ιδιωτικά συστήματα εκπαίδευσης της αλλοδαπής. Ήταν τότε που τα ελληνικά πανεπιστήμια, που σήμερα καταλαμβάνουν περίοπτες θέσεις στις διεθνείς κατατάξεις, χαρακτηρίζονταν από τα πλέον επίσημα χείλη ως… τριτοκοσμικά, ενώ οι Έλληνες πρυτάνεις, που έδιναν τη μάχη της υπεράσπισης του δημόσιου, του ακαδημαϊκού και του δημοκρατικού χαρακτήρα των πανεπιστημίων, εισέπρατταν τη μομφή της συντεχνίας και διαπομπεύονταν δημόσια ως διεφθαρμένοι και ιδιοτελείς.

 Και τότε και τώρα, αν έπρεπε να επιλέξουμε έναν και μόνο τομέα για να δώσουμε έμφαση ως χώρα, αυτός θα έπρεπε να είναι εκείνος της Παιδείας. Διότι η επένδυση στην Παιδεία είναι επένδυση στο μέλλον. Η αποτυχία της Ελλάδας σήμερα ανιχνεύεται στην υποβάθμιση της Παιδείας της στο παρελθόν. Και η αδυναμία μας να σχεδιάσουμε το αύριο και να δούμε φως στο τούνελ σήμερα, οφείλεται ακριβώς στη μακρόχρονη επιλογή τής μη επένδυσης στην Παιδεία. Χωρίς μορφωτικό όραμα, χωρίς εκπαιδευτικό σχέδιο και με δανεικούς θεσμούς, με ισχνές και απαρχαιωμένες υποδομές και με εκπαιδευτικό προσωπικό οικονομικά εξαθλιωμένο και ηθικά καταρρακωμένο, η Ελλάδα πυροβολεί τα πόδια της. Για να διαπιστώσει έκπληκτη σύντομα ότι αδυνατεί να τρέξει…

 Ακόμη κι αν αυτή την ώρα κανείς δεν γνωρίζει τον δρόμο για την έξοδο από την κρίση, όλοι αντιλαμβάνονται ότι ο δρόμος αυτός πρέπει να είναι διαφορετικός από εκείνον που διανύσαμε στο παρελθόν. Αν θέλουμε λοιπόν η Ελλάδα να ορθοποδήσει, πρέπει πρώτα απ’ όλα να αλλάξει. Χωρίς σχολεία και πανεπιστήμια αναβαθμισμένα, εξοπλισμένα και ελκυστικά και, κυρίως, χωρίς φωτισμένους δασκάλους για να καθοδηγούν τη νέα γενιά, η Ελλάδα, δυστυχώς, θέτει για ακόμη μια φορά την Παιδεία στο απόσπασμα. Για να βρει σύντομα τον εαυτό της και πάλι στο πουθενά…

[Γιάννης Μυλόπουλος, Πρύτανης ΑΠΘ, άρθρο στην ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ]