Πέμπτη, 20 Ιουνίου 2013

ΡΗΤΟΡΙΚΟ ΕΡΩΤΗΜΑ: Οφείλουν οι διανοούμενοι να παίρνουν πρωτοβουλίες και να καταγγέλλουν πολιτικές ατασθαλίες και εκτροπές;

Συμπέρασμα τελευταίο καβαφικό: αν έχουν να μας πουν ή να μας δείξουν κάτι οι διανοούμενοι (ο όρος παραμένει αδιευκρίνιστος), ας το κάνουν τουλάχιστον με κάποιο κόστος. Κυρίως όμως ας μην ευτελίζονται μέσα σε συνάφειες πολιτικές. Αρκεί και με το παραπάνω να κάνουν τίμια και παστρικά τη δουλειά τους.  

Τoν Σεπτέμβριο του 1966, έξι μήνες πριν από τη δικτατορία του '67, ο Σεφέρης σε κείμενό του («Συνομιλία με τον Φαβρίκιο») αναφέρεται στην «κρίση του τελευταίου χρόνου» και απαντά στο συνηθισμένο ερώτημα κατά πόσο οφείλουν οι διανοούμενοι (ο όρος εσαεί αδιευκρίνιστος) να παίρνουν πρωτοβουλίες και να καταγγέλλουν πολιτικές ατασθαλίες και εκτροπές. Γράφει: «Μα δεν πρέπει να βοηθήσουμε;» θα ρωτήσουν; Ασφαλώς πρέπει. Δεν είμαι αρμόδιος να κηρύξω κανόνες γενικής συμπεριφοράς. Όμως, προσωπικά, πιστεύω πως βοηθά κανείς καλύτερα κάνοντας τη δουλειά που του έδωσε ο Θεός να κάνει σ' αυτή τη σύντομη ύπαρξή μας, όσο μπορεί πιο τίμια και πιο παστρικά. Όχι ρίχνοντας τροφή στον κομματικό σάλαγο. Τις προάλλες ένας μεσόκοπος λογοτέχνης μου έφερε να υπογράψω ένα μανιφέστο. Αρνήθηκα. «Θα αφήσουμε λοιπόν να γίνει η δικτατορία;» με ρώτησε. Του είπα: «Η δικτατορία θα είναι η χαριστική βολή για τον τόπο. Αλλά πιστεύω πως τις δικτατορίες δεν τις σταματούν μανιφέστα διανοούμενων». Η ιστορία - φευ - απέδειξε πως ο πολιτικότατος ποιητής είχε δίκιο. Μίλησε ωστόσο όταν έπρεπε και κυρίως δεν μίλησε εκ του ασφαλούς. Συμπέρασμα πρώτο: αν είναι να διαμαρτύρονται οι διανοούμενοι ας το κάνουν τουλάχιστον με κάποιο κόστος.

Όταν λοιπόν, ας πούμε, ένας ποιητής στέλνει μια επιστολή στον Πρωθυπουργό για να του πει πως πρέπει να προσέξει τον υφέρποντα φασισμό (λες και ζει σε άλλη χώρα) ή διαμαρτύρεται για την άδικη φορολογία, τις περικοπές μισθών και συντάξεων, τις απολύσεις κλπ. - και αυτά προβλήματα της δημοκρατίας είναι και κρίση θεσμών δηλώνουν - και όταν ο Πρωθυπουργός, σαν καλός επιστολογράφος, σπεύδει να απαντήσει, δεν συμβαίνει δα και τίποτε το φοβερό: ένα είδος πολιτικού savoir vivre έχουμε, τίποτε περισσότερο. Μάλιστα, αυτός που κερδίζει τελικά είναι ο Πρωθυπουργός, καθώς, αθέλητα ίσως, του δίδεται μια βολική «πάσα» να πει τα δικά του. Έχουν περάσει οι εποχές (αν πράγματι υπήρξαν κάποτε) όπου στοχαστές, ποιητές, καλλιτέχνες κλπ. μπορούσαν να ανταλλάσσουν απόψεις με εχέφρονες, καλλιεργημένους, σοβαρούς πολιτικούς. Σήμερα δεν υπάρχουν όροι και προϋποθέσεις για μια στοιχειωδώς έστω σοβαρή ανταλλαγή απόψεων ανάμεσα σε έναν ποιητή και σε έναν πολιτικό. Συμπέρασμα δεύτερο: ένας ποιητής άξιος του ονόματός του δεν καταδέχεται να αλληλογραφεί με έναν Πρωθυπουργό.

Αυτού του είδους οι καταγγελίες, αγωνίες και διαμαρτυρίες ας αφεθούν στους  «άλλους» εκείνους διανοούμενους από τους οποίους η Ελλάδα - δόξα τω Θεώ - είναι γεμάτη. Είναι γνωστόν ότι σε κάθε επάγγελμα υπάρχουν και οι οικείοι διανοητές: δημοσιογράφοι διανοούμενοι, δικηγόροι, δικαστές, συνδικαλιστές, βιομήχανοι, πανεπιστημιακοί διανοούμενοι κλπ. Αυτές τις καταγγελίες να τις κάνουν επίσης οι διανοούμενοι της Βουλής, αφού κάθε πτέρυγά της έχει τους δικούς της διανοητές, ποιητές, πεζογράφους, ηθοποιούς κλπ. Μέσα στο θερμοκήπιο της Βουλής ανθίζουν όλα τα λούλουδα της διανόησης. Μηδέ της Χρυσής Αυγής εξαιρουμένης. Κυρίως όμως να βγουν έξω και να διαμαρτυρηθούν για όσα συμβαίνουν στην πολιτική, στην οικονομία, στην παιδεία, πρωτίστως, και στον πολιτισμό οι, κατά τεκμήριο, διανοητές του υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού. Με πρώτο τον διανοητή αναπληρωτή υπουργό.


Αυτής λοιπόν της τάξεως οι πολιτικοί διανοούμενοι οφείλουν να βγουν και να μας εξηγήσουν πώς και γιατί βρεθήκαμε μπροστά στην ξαφνική (;) άνοδο του ρατσισμού και του φασισμού. Και τότε θα φανεί ότι η εμφάνιση και η αύξηση του νεοφασισμού στην Ελλάδα συνδέεται αμέσως και ευθέως με την ύβριν και την απαξίωση της δημοκρατίας και της πολιτικής εντός και εκτός Βουλής. Αυτά να βγουν και να μας πουν οι πολιτικοί μας. Αλλά δεν θα βγουν και πάλι θα αποδειχθεί πως όλοι τους τζάμπα σιτίζονται στο Πρυτανείο. Γι' αυτό, όταν τους γράφουμε, όχι μόνο χάνουμε χαρτί και μελάνι, αλλά και τους εξυπηρετούμε κιόλας. Συμπέρασμα τελευταίο καβαφικό: αν έχουν να μας πουν ή να μας δείξουν κάτι οι διανοούμενοι (ο όρος παραμένει αδιευκρίνιστος), ας το κάνουν τουλάχιστον με κάποιο κόστος. Κυρίως όμως ας μην ευτελίζονται μέσα σε συνάφειες πολιτικές. Αρκεί και με το παραπάνω να κάνουν τίμια και παστρικά τη δουλειά τους.  

 
[ΠΗΓΗ: Γιώργης Γιατρομανωλάκης, καθηγητής Κλασικής Φιλολογίας και συγγραφέας – ΟΙ ΔΙΑΝΟΟΥΜΕΝΟΙ ΚΑΙ ΟΙ ΑΛΛΟΙ: άρθρο στο ΒΗΜΑ Δευτέρα 17 Ιουνίου 2913]